Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment where appeal request was formally accepted but substantively rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance judgment because the appellate court had formally accepted the appeal but rejected it on the merits. The appellant argued for various legal errors, but the court found the grounds vague and failed to cite specific substantive law provisions. Consequently, the appeal was declared inadmissible as it did not meet the strict requirements for a valid cassation request.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) C.Pol.D.; Art. 559(1) C.Pol.D.: An appeal request is inadmissible if the appellate court formally accepts the appeal but rejects it on the merits, as only the appellate judgment is subject to cassation; furthermore, cassation grounds must be specific, citing the exact violated legal provision and facts, and cannot merely challenge the factual assessment of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 90 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 90/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Μαρίνο.
Της αναιρεσίβλητης:......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Καρβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-5-1998 και 10-11-1999 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2005 αίτησή της και τους από 11-10-2006 προσθέτους λόγους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτω λόγων αναίρεσης των 304/2005 και 39/2001 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, αντίστοιχα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή τυπικά η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης αποφάσεως και απέρριψε αυτήν κατ' ουσία. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Σε περίπτωση δε αιτίασης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (αριθ.1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996).
Συνεπώς, αμφότεροι οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της παραβίασης του νόμου και της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διαμόρφωση της απορριπτικής, της ερειδομένης επί εκτάκτου χρησικτησίας αγωγής της αναιρεσείουσας, κρίσεώς της αγνόησε τα αναφερόμενα σ' αυτόν (λόγο) γεγονότα, και β) των ανεπαρκών αιτιολογιών, που ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων καθώς και ως προς τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφενός μεν λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρουν τον κανόνα δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε διότι α) υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του πρώτου λόγου πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 1/1995), και β) οι αποδιδόμενες με τον δεύτερο λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν αναφέρονται σε "ζητήματα", δηλαδή σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, των οποίων η ανεπαρκής αιτιολόγηση στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, αλλά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ιδρύουν το λόγο αυτό αναίρεσης.
Τέλος, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.19 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως επαρκών αιτιολογιών ως προς τον απορριφθέντα αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί κτήσεως της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, συνισταμένης (της ελλείψεως) στις επιμέρους παραδοχές αυτής α) "Ότι αν ανταποκρινόταν στα πράγματα η εκ μέρους της εκκαλούσας ενέργεια εμφανών διακατοχικών πράξεων στα επίδικα με διάνοια κυρίας θα ήταν διάχυτη καθ' όλη της διαδρομή του χρόνου με αφετηρία το έτος 1972 και δεν θα εκδηλωνόταν εμφανώς μετά το 1994, όταν πλέον τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν το βάσιμο του ως άνω ισχυρισμού κατά τρόπο αναμφισβήτητο (πατέρας και μητέρα των διαδίκων) δεν είναι στη ζωή", β) "ότι δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι για τη συγκεκριμένη χαριστική περιουσιακή επίδοση συνέτρεξε αποχρών λόγος υπαγορευμένος από λόγους ευπρέπειας ή ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος", γ) "ότι αν πράγματι συνέτρεχε αποχρών λόγος για τη συγκεκριμένη επίδοση τα μέρη για μεγαλύτερη διασφάλιση έναντι τρίτων θα προσέφευγαν στη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου ή οι γονείς της θα προσπόριζαν αυτά με διαθήκη", και δ) "Από τα επίδικα ακίνητα τα αγροτεμάχια και ελαιοστάσια από το έτος 1985 ή 1986 έμειναν ακαλλιέργητα και χωρίς καμία φροντίδα, ενώ την ισόγεια ξυλότυπη κατοικία επισκέπτονταν κατά καιρούς οι αδελφές (διάδικοι) κυρίως κατά τα καλοκαίρια, αφού στο πατρικό αυτό σπίτι είχαν και τα προσωπικά τους είδη", είναι, ωσαύτως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι αναφέρει σποραδικά και όχι όλες τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2005 αίτηση και τους από 11-10-2006 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά των 304/2005 και 39/2001 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών και Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, αντίστοιχα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ