Legislator Case Law & Legislation
909/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against murder conviction for failure to cite specific grounds in appeal request.

Case Number 909/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn his life sentence for murder and perjury. The appellant argued that the trial court failed to read a military service document, claiming this violated procedural rights. The court ruled that since the document was not used as evidence to prove guilt or determine the penalty, its non-reading did not constitute a ground for appeal under the Criminal Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 148 to 153, 473 para. 2, 474 para. 1-2, 476 para. 1, 484, 509 para. 1-2, 510 and 513 para. 1 of the Criminal Procedure Code; An appeal request is inadmissible if it fails to contain clear and specific grounds for appeal as required by law.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Appeal Request Inadmissible Appeal Specific Grounds Military Service Record Procedural Rights Life Sentence

Cited Legislation

AI generated
Articles 148 to 153 of the Criminal Procedure Code
Article 473 paragraph 2 of the Criminal Procedure Code
Article 474 paragraphs 1 and 2 of the Criminal Procedure Code
Article 476 paragraph 1 of the Criminal Procedure Code
Article 484 of the Criminal Procedure Code
Article 509 paragraphs 1 and 2 of the Criminal Procedure Code
Article 510 of the Criminal Procedure Code
Article 513 paragraph 1 of the Criminal Procedure Code
Article 583 paragraph 1 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 909 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 909/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελικής Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Α. του Κ., κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Παπαϊωάννου και Ιωάννη Παπανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 24/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Β’ ΤΜΗΜΑ). Mε πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Α. Γ. του Ι., κάτοικο ..., 2. Ι. Γ. του Α., κάτοικο ... και 3. Κ. Γ. του Γ., κάτοικο ....

Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Β’ ΤΜΗΜΑ) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10 Ιουνίου 2014, αίτηση αναιρέσεως και στους από 17 Σεπτεμβρίου 2015 και 25 Σεπτεμβρίου 2015 προσθέτους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 199/2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-5-2014 αίτηση αναίρεσης του Α. Β. του Κ., που επιδόθηκε στις 10-6-2014 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της απόφασης 24/2014 του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Β’ Τμήμα), με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και σε φυλάκιση ενός έτους και έξι μηνών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της περιύβρισης νεκρού, αντίστοιχα, πρέπει να συνεκδικαστεί με τα από 17-9-2015 και από 25-9-2015 δικόγραφα προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκαν τις ίδιες ημεροχρονολογίες στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 1-2, 476 παρ. 1, 484, 509 παρ. 1-2, 510 και 513 παρ. 1 ΚΓΙΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος, πρέπει στη δήλωση άσκησης της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι αναίρεσης. Διαφορετικά, αν δεν περιέχει έναν τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης από όσους αναφέρονται (περιοριστικά) στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Δεν αρκεί ή απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, ούτε η απλή περιγραφική αναφορά αυτής, αλλά απαιτείται να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και να προσδιορίζεται, με παράθεση σχετικών περιστατικών, η επικαλούμενη νομική πλημμέλεια.

Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι, κατά το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, προϋποθέτουν την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης, έστω και αν πρόκειται για λόγους που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τα άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται α) civ δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που πλήττει η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια (έλλειψη, ασάφεια, αντίφαση αιτιολογίας ή μη λήψη υπόψη και μη συνεκτίμηση αποδεικτικού μέσου), ποιές ουσιαστικές παραδοχές ή ποια αποδεικτικά μέσα αφορά, καθώς και σε ποίο ή σε ποία συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται (Ολ.ΑΠ 2/2002, 19/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Β. Α. του Κ. με την από 30-5-2014 αίτηση αναίρεσης, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-6-2014, ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση 24/2014 του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 13-2-2015 και με την οποία αυτός, όπως ήδη σημειώθηκε, κηρύχτηκε ένοχος για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και για περιύβριση νεκρού και επιβλήθηκε σε βάρος του η ποινή της ισόβιας κάθειρξης και της φυλάκισης ενός έτους και έξι (6) μηνών, αντίστοιχα.

Ειδικότερα το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης έχει ως εξής: "ΠΕΡΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ της υπ’ αριθμ. 24/20-3-2014 Β’ Αναθεωρητικού. Διά της εν λόγω αποφάσεως του Β’ Αναθεωρητικού Τμήματος, καταδικάσθηκα στην εν αυτή αναφερομένη ποινή. Δια της παρούσης αιτούμαι την αναίρεση της προαναφερομένης αποφάσεως για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους λόγους και για όσους άλλους πρόκειται να προσθέσω και να αναπτύξω νόμιμα.

Διότι κατά παράβαση του νόμου και του Συντάγματος η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της δεούσης αιτιολογίας, δεδομένου ότι το αιτιολογικό αυτής, αποτελεί επανάληψη του διατακτικού. Για παράβαση του άρθρου 510 παρ. Ιστ. Γ Κ.Π.Δ, καθ’ όσον η απόφαση απηγγέλθη κεκλεισμένων των θυρών δηλαδή ουχί δημοσία (ΑΠ 120/2003 απόφαση του τμήματος σας, ΑΠ 1429/2004, Α.Π. 1844/2005, 766/2005, 190/2007, 1336/2007, 1064/2008, 1979/2008, 1790/2008 και Α.Π 962/2013 ).

Διά παράβαση του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Θ (Η) διότι το εκδόν την προσβαλλομένην απόφασιν Δικαστήριον καθ’ υπέρβασιν εξουσίας καίτοι εδίκασεν συνεπεία εφέσεώς μου κατά της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μου επέβαλε ποινή ισοβίου καθείρξεως ενώ πρωτοδίκως μου είχε επιβληθεί η ποινή των 14 (δεκατεσσάρων) ετών.

Δια τους λόγους αυτούς και για όσους άλλους πρόκειται να υποβάλλω δια δικογράφου προσθέτων λόγων, η προσβαλλομένη απόφαση καθίσταται αναιρετέα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Και με την ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου.

ΑΙΤΟΥΜΑΙ Την παραδοχή της αιτήσεώς μου και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 24/20.3.2014 αποφάσεως Β’ Αναθεωρητικού".

Κατά ομόφωνη γνώμη του Δικαστηρίου, ο πρώτος (κατά σειρά διατύπωσης στο αναιρετήριο) λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος, αφού με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (και όχι εντελώς ανύπαρκτης αιτιολογίας), χωρίς να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τη σχετική αιτίαση και χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ειδική έλλειψη αιτιολογίας, δηλαδή αν αφορά ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που στήριξαν την κρίση ενοχής του κατηγορουμένου για τις πράξεις που καταδικάστηκε, και ποίες (αφορά) ή αν αφορά αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας κατά τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και ποία, ούτε προσδιορίζεται σε ποία κεφάλαια της απόφασης αναφέρεται η προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ είναι απαράδεκτος. Οι λοιποί δύο λόγοι αναίρεσης, δηλαδή της απόλυτης ακυρότητας επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε κεκλεισμένων των θυρών, και όχι δημόσια (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ’ ΚΠΔ) και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η’ ΚΠΔ), επειδή (κατά παραβίαση της αρχής του άρθρου 470 ΚΠΔ, για μη χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου) με την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση, που εκδόθηκε μετά από έφεση του κατηγορουμένου, επιβλήθηκε (για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση) η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ενώ με την εκκαλούμενη απόφαση είχε επιβληθεί η ποινή των δεκατεσσάρων (14) ετών, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, είναι επαρκώς ορισμένοι και εντεύθεν παραδεκτοί, αλλά αβάσιμοι.

Και αυτό επειδή, από την επισκόπηση των πρακτικών, που δεν προσβάλλονται ως πλαστά, και των αποφάσεων της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε σε δημόσια συνεδρίαση (σελ. 54, 78 και 83), καθώς και ότι η ποινή που επιβλήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν εκείνη της ισόβιας κάθειρξης, δηλαδή η ίδια ποινή που επέβαλε και το δευτεροβάθμιο, το οποίο είχε την εξουσία να το πράξει και δεν υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας, ούτε επήλθε από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος.

Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, είχε τη γνώμη ότι οι λόγοι δεύτερος και τρίτος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι. Ειδικότερα, κατά θεμελιώδη αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, η προβολή και η διατύπωση των λόγων αναίρεσης κατά τρόπο ορισμένο αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού της αναίρεσης ως ενδίκου μέσου και τάσσεται από την έννομη τάξη ως δικονομικό βάρος του αναιρεσείοντος, ώστε να είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο τους (και όχι από επισκόπηση άλλων εγγράφων), η νομική αξιολόγηση και η αντιστοίχισή τους με τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης και προκειμένου να αποτρέπεται η προβολή προπετών και αβασίμων αναιρετικών αιτιάσεων και η ανώφελη προσφυγή στην αναιρετική διαδικασία με επαχθείς συνέπειες για τους διαδίκους και την απονομή της δικαιοσύνης.

Η αρχή της δημοσιότητας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 329 παρ. 1 ΚΠΔ ως ουσιώδης αρχή της ποινικής διαδικασίας, αλλά κατοχυρώνεται και από τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, έχει την έννοια της δυνατότητας για ελεύθερη και ανεμπόδιστη είσοδο και παραμονή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης και κατά την απαγγελία της σχετικής απόφασης.

Η αρχή αυτή υπόκειται μόνο σε όσους ρυθμιστικούς περιορισμούς και εξαιρέσεις προβλέπονται από τα άρθρα 329-330 ΚΠΔ και από τις προαναφερόμενες υπερνομοθετικές διατάξεις, προκειμένου να αποτραπεί βλάβη των χρηστών ηθών ή να διαφυλαχθεί η ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή των διαδίκων και να υπηρετηθεί η αδιατάρακτη διεξαγωγή της δίκης, ενώ η απαγγελία της απόφασης για την ενοχή και την ποινή γίνεται πάντοτε σε δημόσια συνεδρίαση, ακόμη και όταν, κατά το άρθρο 330 ΚΠΔ, έχει διαταχθεί η διεξαγωγή της δίκης χωρίς δημοσιότητα (κεκλεισμένων των θυρών) με αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, που απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.

Παραβίαση της αρχής αυτής υπάρχει όταν είτε αποκλείεται η φυσική είσοδος οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου στη δικαστική αίθουσα κατά τη διεξαγωγή της δίκης (κλειστές θύρες), χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση ή χωρίς να έχει προηγηθεί σύννομη δικαστική απόφαση, είτε όταν η δυνατότητα εισόδου δυσχεραίνεται υπέρμετρα από φυσικά ή άλλα εμπόδια, που τελούν σε τοπική εγγύτητα με την αίθουσα διεξαγωγής της ποινικής δίκης, με ή χωρίς τη γνώση ή την έγκριση του διευθύνοντος τη διαδικασία.

Έτσι, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ’ ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο αν η παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας αφορά τη διεξαγωγή της δίκης ή/και τη δημοσίευση της απόφασης και να προσδιορίζεται, με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, σε τι συνίσταται και με ποιόν τρόπο επήλθε η σχετική παραβίαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η νομική στοιχειοθέτηση ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ της υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη θετική ή αρνητική υπέρβαση εξουσίας, στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση και να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές ή τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνάπτονται άμεσα είτε με την άσκηση από αυτό εξουσίας που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την άσκηση της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) είτε με τη μη άσκηση εξουσίας που του παρέχει ο νόμος, παρότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άσκηση της (αρνητική υπέρβαση).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ο οποίος. περιορίζεται στη φραστική διατύπωση "αιτούμαι την αναίρεση της προαναφερομένης αποφάσεως ... για παράβαση του άρθρου 510 παρ. 1στ. Γ Κ.Π.Δ., καθ’ όσον η απόφαση απηγγέλθη κεκλεισμένων των θυρών δηλαδή ουχί δημοσία", είναι αόριστος, επειδή α) δεν διευκρινίζεται αν μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε χωρίς δημοσιότητα ή αν και η διεξαγωγή της ποινικής δίκης έγινε χωρίς δημοσιότητα (κεκλεισμένων των θυρών) και β) δεν προσδιορίζεται, με παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, σε τι συνίσταται και με ποίον τρόπο επήλθε η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης της δημοσιότητας, αν δηλαδή κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης ή/και κατά τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης δεν ήταν δυνατή ή ήταν υπέρμετρα δυσχερής η φυσική είσοδος οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου από το κοινό στη δικαστική αίθουσα και για ποίον λόγο (έκδοση μη σύννομης απόφασης του δικαστηρίου για διεξαγωγή της δίκης χωρίς δημοσιότητα και με κλειστές θύρες, πλήρης αποκλεισμός εισόδου ή ύπαρξη τεχνικών ή άλλων εμποδίων δυσχέρανσης της εισόδου στη δικαστική αίθουσα κλπ.), ώστε να είναι δυνατό, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (και όχι άλλων εγγράφων), να αξιολογηθεί η νομιμότητα της προβαλλόμενης αιτίασης και η στοιχειοθέτηση ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης ήταν αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος.

Για τη θεμελίωση δε του τρίτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ, ο αναιρεσείων επικαλέστηκε κατά λέξη ότι "το εκδόν την προσβαλλομένην απόφασιν Δικαστήριον καθ’ υπέρβασιν εξουσίας καίτοι εδίκασεν συνεπεία εφέσεώς μου κατά της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μου επέβαλε ποινή ισοβίου καθείρξεως ενώ πρωτοδίκως μου είχε επιβληθεί η ποινή των 14 (δεκατεσσάρων) ετών.".

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι’ αυτό απαράδεκτος, καθόσον δεν παραθέτει το περιεχόμενο των οικείων περικοπών της πρωτοβάθμιας και της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρονται στην επιβολή των επικαλούμενων ποινών ή των πρακτικών της σχετικής συζήτησης (άρθρο 141 παρ. 1 ΚΠΔ), για την περίπτωση που η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε πριν από τη σύνταξη της απόφασης (όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση που η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε πριν από τη σύνταξη και καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ), ώστε να προσδιοριστεί η πραγματική βάση της προβαλλόμενης αιτίασης και να είναι δυνατό, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, να κριθεί αν στοιχειοθετείται ή όχι η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας.

Επομένως και αφού, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης ήταν απαράδεκτοι, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η αοριστία της οποίας μπορούσε να είχε θεραπευτεί μόνο με άσκηση νεότερης - συμπληρωματικής αίτησης αναίρεσης κατά το άρθρο 473 παρ. 2-3 ΚΠΔ, με επίδοση στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την καταχώριση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο, και όχι με την κατάθεση των από 17-9-2015 και από 13-9-2015 δικογράφων προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν άσκηση παραδεκτής αναίρεσης και έπρεπε να απορριφθούν και αυτοί ως απαράδεκτοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 παρ. 1, 68 παρ. 2, 82, 83 παρ. 1, 84, 85 και 171 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο δικαιούχος, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης, σε περίπτωση θανάτου) μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων με σχετική δήλωση τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο.

Για την παράσταση της πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί προφορική δήλωση μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας της πρώτης ή της μετ’ αναβολή συζήτησης. Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχεται συνοπτική έκθεση της υπόθεσης που αφορά και των λόγων που στηρίζουν το δικαίωμα της παράστασης, δηλαδή πρέπει να διατυπώνεται στη δήλωση η αξιόποινη πράξη και η σχέση που συνδέει το υποκείμενο της δήλωσης με το πληττόμενο από την αξιόποινη πράξη δικαίωμα ή συμφέρον.

Επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στη δήλωση αν ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται για αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ δεν είναι απαραίτητος ο καθορισμός του σχετικού ποσού. Η νομιμοποίηση και το παραδεκτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωση του και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία.

Οι παραπάνω διατυπώσεις ανάγονται στην τυπική νομιμοποίηση και συνιστούν διαδικαστικές προϋποθέσεις της πολιτικής αγωγής, ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η τυχόν έλλειψή τους οδηγεί στην απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. I στοιχ. Α’ ΚΠΔ και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ουσιαστικής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ και όταν παραβιάσθηκε η τηρητέα, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ, διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο άσκησής της. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 63 ΚΠΔ και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες σε εκκρεμή ποινική διαδικασία έχουν μόνον όσοι έχουν υποστεί άμεση περιουσιακή ζημία ή άμεση ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, και όχι όσοι βλάπτονται έμμεσα από αυτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο του από 17-9-2015 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή οι γονείς και ο αδελφός του θύματος, Ι. Γ., Κ. Γ. και Α. Γ. παραστάθηκαν παρά τον νόμο ως πολιτικώς ενάγοντες στη δίκη ενώπιον του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, διαλαμβάνοντας στη σχετική δήλωση τους ότι ασκούν πολιτική αγωγή και ζητούν χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που δοκίμασαν από την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Μ.

Γ., και όχι από την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που ήταν η εκδικαζόμενη κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, με συνέπεια να επιτραπεί η παράσταση πολιτικής αγωγής και να επιδικαστείς χρηματική ικανοποίηση στους πολιτικώς ενάγοντες, χωρίς, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, να υπάρχει αντίστοιχη ενεργητική νομιμοποίηση, έλλειψη που καθιστούσε απαράδεκτη την παράσταση της πολιτικής αγωγής.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Β’ Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, μετά την εκφώνηση της υπόθεσης και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκαν οι Ι. Γ., Κ. Γ. και Α. Γ., οι οποίοι δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του κατηγορουμένου και ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει σε καθέναν πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 50 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που δοκίμασαν από την πράξη "της ανθρωποκτονίας από αμέλεια", που τέλεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος της Μ.

Γ., κόρης των δύο πρώτων και αδελφής του τρίτου, επιφυλασσόμενοι να διεκδικήσουν το επιπλέον χρηματικό ποσό στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. Επίσης δήλωσαν ότι διορίζουν ως συνηγόρους υπεράσπισης τους δικηγόρους Ευάγγελο Γραμμένο και Κωνσταντίνα Σίσκου, ενώ δεν προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο καμία αντίρρηση κατά της παράστασης της πολιτικής αγωγής.

Επίσης από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (σελ. 1) προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι είχαν παραστεί ως πολιτικώς ενάγοντες και είχαν ζητήσει την επιδίκαση του ίδιου χρηματικού ποσού, με επιφύλαξη, για την ψυχική οδύνη που δοκίμασαν από την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος της Μ.

Γ., η οποία και επιδικάστηκε σε καθέναν από αυτούς με την απόφαση 507/2012 του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, που καταδίκασε τον κατηγορούμενο στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει με βεβαιότητα ότι η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έγινε για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στους πολιτικώς ενάγοντες από την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου σε βάρος της Μ.

Γ., για την οποία αυτός είχε καταδικαστεί με την εκκαλούμενη απόφαση και η οποία ήταν, κατά την υποβολή της σχετικής δήλωσης, υπό εκδίκαση ενώπιον του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, και όχι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφηκε κατά τη διατύπωση των πρακτικών και από αβλεψία δεν εντοπίστηκε κατά τη θεώρηση της σχετικής απόφασης.

Επομένως, δεν συνέτρεχε έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης για την παράσταση των πολιτικώς εναγόντων κατά τη δίκη ενώπιον του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και είναι αβάσιμος ο προαναφερόμενος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής.

Στο άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής, απαιτείται ο δράστης να τελούσε στην κατάσταση αυτή τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας.

Αλλιώς, ο δράστης τιμωρείται με την αυστηρότερη ποινή της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, για την εφαρμογή της οποίας αρκεί η ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά τη λήψη της απόφασης είτε κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας. Για την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος (οργής, θλίψης, φόβου κλπ.), αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε τέτοια ψυχική κατάσταση και ένταση ώστε να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεσή της, χωρίς, όμως, η σχετική διατάραξη της συνείδησης να αναιρεί ή να μειώνει σημαντικά την ικανότητα καταλογισμού της πράξης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 34 ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, αυτός δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Ενώ, κατά το άρθρο 36 ΠΚ, αν, εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ).

Κατά τις διατάξεις αυτές, ως νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών νοείται κάθε μορφής παραφροσύνη ή φρενοπάθεια ή ολιγοφρενία που προέρχεται από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, ενώ’ ως διατάραξη της συνείδησης νοείται κάθε μορφής ψυχική διατάραξη, η οποία δεν συνδέεται με παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, εμφανίζεται σε ψυχικώς υγιή άτομα και είναι από τη φύση της παροδική.

Έτσι, αν, λόγω μιας από τις προαναφερόμενες ψυχικές καταστάσεις, ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τον άδικο χαρακτήρα της, ή να συμμορφωθεί με την αντίληψή του αυτή, η πράξη στην πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στον δράστη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση επιβάλλεται μειωμένη ποινή κατά το άρθρο 83 ΠΚ.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα περιστατικά που έγιναν δεκτά και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει, πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του.

Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται ν αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Η επιβαλλόμενη (από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της (ρύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας, και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε μη αυτοτελή ισχυρισμό ή σε αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προβάλλεται με τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Τέλος, από το άρθρο 178 ΚΠΔ (που ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία) και από το άρθρο 183 ΚΠΔ προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται από ανακριτικό υπάλληλο (άρθρα 33 και 34 ΚΠΔ), από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση διαδίκου ή του εισαγγελέα, και αποσκοπεί στην ενίσχυση της δικαστικής κρίσης, όταν ανακύπτει αποδεικτέο ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης, προκειμένου να γίνει αυτό αντιληπτό και να σταθμιστεί δικαστικά.

Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ, με την έννοια ότι αυτό δεν δεσμεύεται από τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Επειδή η πραγματογνωμοσύνη όταν διατάσσεται ως ανωτέρω αποτελεί αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, ιδιαίτερο και διαφορετικό από τα έγγραφα, πρέπει αυτή να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία της απόφασης, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι έχει ληφθεί υπόψη, και το δικαστήριο, όταν δεν αποδέχεται το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά τη διαφορετική ή την αντίθετη δικαστική πεποίθηση του, παραθέτοντας στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και αποκλείουν εκείνα που ο πραγματογνώμονας θέτει ως βάση της γνώμης του.

Όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες με διαφορετικό ή αντίθετο περιεχόμενο, το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο πρέπει να αιτιολογεί την κρίση του για την αποδοχή εκείνης που προκρίνει ως ορθή και για την απόκρουση των λοιπών. Όμως, η μη ειδική μνημόνευση της πραγματογνωμοσύνης, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, στο προοίμιο ή στο περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εάν προκύπτει με βεβαιότητα ότι αυτή έχει ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το δικαστήριο, όπως συμβαίνει όταν οι ουσιώδεις και κρίσιμες παραδοχές της απόφασης για τη διαμόρφωση της δικαστικής πεποίθησής του είτε ταυτίζονται με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης είτε δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτό.

Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στήριξε τη δικαστική κρίση του.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη 24/2014 απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό και με το διατακτικό της, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα από πρακτικά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις επ’ ακροατηρίου καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων και των υπό της υπεράσπισης προταθέντων και υπό του δικαστηρίου γενομένων δεκτών μαρτύρων υπερασπίσεως, τις αναγνωσθείσες καταθέσεις μαρτύρων, τις εκθέσεις αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, την ανάγνωση των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία, καθώς και των, υπό της πολιτικής αγωγής και υπεράσπισης κατατεθέντων και υπό του δικαστηρίου γενομένων δεκτών τοιούτων, την επισκόπηση των φωτογραφιών, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, όπως αυτά κατά περίπτωση μνημονεύθηκαν ή έγινε αναγωγή ή μνεία του περιεχόμενου των, προέκυψαν τα ακόλουθα:

Ο κατηγορούμενος την 17-08-2010 κατατάχθηκε ως Στρατιώτης (ΠΖ) στο … ΤΠ (Τάγμα Πεζικού), ενώ την 31-08-2010 δυνάμει σχετικής διαταγής του ΓΕΣ (Γενικού Επιτελείου Στρατού) μετατάχθηκε από το Πεζικό στη Στρατονομία. Την 29-10-2010 δυνάμει της .../29 Οκτ 2010 σχετικής διαταγής του ΓΕΣ/ΔΣΝ (Διεύθυνση Στρατονομίας) ονομάστηκε Δεκανέας (ΣΝ) και τη 13-02-2011 μετατέθηκε και ενεγράφη στις τάξεις οπλιτών της 50ης Μ/Κ ΤΑΞ.

Πριν την κατάταξή του στις τάξεις του Στρατού Ξηράς, κατοικούσε με τους γονείς του Κ. και Β. Α. και την αδελφή του Α. Χ., στην περιοχή του Ευόσμου Θεσσαλονίκης (στην οδό ...), ενώ από το Σεπτέμβριο του 2004 φοιτούσε στις Σέρρες, στο Τμήμα Πληροφορικής και Επικοινωνιών του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (ΤΕΙ) Σερρών.

Το χειμώνα του 2009, ο κατηγορούμενος γνωρίστηκε με την ιδιώτιδα Γ. Μ. του Ι. και Κ., η οποία γεννήθηκε το έτος 1988 στο Κιλκίς και κατοικούσε στην ... προσωρινά δε στις Σέρρες, καθόσον εκείνη την εποχή ήταν σπουδάστρια ΙΕΚ λογιστικής και στη συνέχεια έκανε την πρακτική της εξάσκηση σε ΔΟΥ των Σερρών. Στις αρχές του καλοκαιριού του 2010 ο κατηγορούμενος συνήψε ερωτικό δεσμό με την Γ.

και στις 17-08-2010, όπως προαναφέρθηκε, κατατάχθηκε στο 523 ΤΠ για την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Η σχέση του κατηγορουμένου και της Γ. αρχικά ήταν αρμονική, όμως από τις αρχές Νοεμβρίου 2010 άρχισαν τα πρώτα προβλήματα σ’ αυτή, ενόψει του ότι η τελευταία επρόκειτο να αναχωρήσει από τις Σέρρες και να κατοικήσει στη Θεσσαλονίκη, καθόσον θα φοιτούσε στο ΤΕΙ Διοίκησης Αγροτικών Επιχειρήσεων, στη Σίνδο Θεσσαλονίκης.

Το μήνα Δεκέμβριο του 2010 ο κατηγορούμενος κατέστησε έγκυο την Γ., όμως περί τα τέλη Ιανουαρίου 2011, διαπιστώθηκε από την ιατρό γυναικολόγο Ρ. Ε. ότι η κύηση ήταν παλίνδρομη, δηλαδή είχε διακοπεί, και έτσι προέβη σε επέμβαση απόξεσης και καθαρισμού της μήτρας στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης. Το Φεβρουάριο του 2011 η Γ.

μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη για τις σπουδές της στο ως άνω ΤΕΙ, μάλιστα δε για το σκοπό αυτό μίσθωσε σπίτι στις ... Θεσσαλονίκης. Από τις αρχές Νοεμβρίου του 2010 και μέχρι την 23-04-2011, οπότε ο κατηγορούμενος έλαβε από τη μονάδα του εορταστική άδεια δέκα (10) ημερών για τις γιορτές του Πάσχα, η σχέση του με την Γ.

συνεχιζόταν -με κάποια ενδιάμεσα διαστήματα διακοπής αυτής- με προστριβές και προβλήματα, μάλιστα δε η τελευταία επιθυμούσε να διακόψει τη σχέση της με τον κατηγορούμενο, κυρίως λόγω του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του, όμως ο τελευταίος δεν το αποδεχόταν και έτσι η σχέση αυτή συνεχιζόταν σ’ αυτή την κατάσταση.

Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ζήλευε υπερβολικά την Γ., μάλιστα δε έλεγε συχνά στο φίλο και συμφοιτητή του Α. Γ. του Τ. ότι ήταν πεπεισμένος ότι αυτή τον απατούσε. Ο Α. ανέφερε και περιέγραψε δύο περιστατικά, κατά τα οποία ο κατηγορούμενος, βιαιοπράγησε εις βάρος της Γ. Μ.. Συγκεκριμένα, στις αρχές Νοεμβρίου του 2010 εντός της οικίας της, στις Σέρρες, τη χτύπησε στο κεφάλι, γεγονός το οποίο ο κατηγορούμενος δεν το αρνήθηκε στο φίλο του (Α.), όταν κατά την εξέλιξη αυτού, κλήθηκε τηλεφωνικά από την Γ.

να μεταβεί στην οικία της, όπου και η τελευταία τον πληροφόρησε γι’ αυτό, το οποίο και είχε σχέση με σκηνή ζηλοτυπίας εκ μέρους του (κατηγορουμένου) σε βάρος της, ενώ άλλη μία φορά σε καφετέρια της "έδωσε σφαλιάρα", χωρίς ωστόσο αυτή, και στις δύο περιπτώσεις, να προβεί σε οποιασδήποτε μορφής βίαιη αντίδραση, καθόσον μάλιστα περιγράφεται από το σύνολο των μαρτύρων που τη γνώριζαν, ως κορίτσι φιλότιμο, ευγενικό, κοινωνικό, χαμογελαστό και δοτικό, "πειραχτήρι", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Σ.

Κ.. Ο ίδιος μάρτυρας (ο Α.) αναφέρεται επίσης και σε άλλες πράξεις βίας του κατηγορουμένου, όπως αυτές κατά ενός ιδιώτη Γ. τον οποίο κτύπησε έξω από ένα μπαρ στις Σέρρες (επειδή, κατά τον κατηγορούμενο, έκανε άσεμνη χειρονομία προς τη Γ.) την Πρωτοχρονιά του 2011 και εις βάρος της πρώην φίλης του Ν. (εννοεί την Κ.

Κ.), την οποία, κατά τις διηγήσεις του κατηγορουμένου σε ανύποπτο χρόνο, είχε πιάσει από το λαιμό και την είχε "κολλήσει" στον τοίχο. Ενώ λοιπόν ο κατηγορούμενος την 23-04- 2011 (Μ. Σάββατο), έλαβε από τη μονάδα του εορταστική άδεια, ήρθε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συναντήθηκε με τους γονείς του και την αδελφή του.

Τις βραδινές ώρες της ως άνω ημερομηνίας ο κατηγορούμενος μετέβη στις Σέρρες, όπου αρχικά συναντήθηκε στην καφετερία-μπαρ "..." με το συμφοιτητή του Σ. Ε. του Α. και στη συνέχεια μετέβη στο χωριό ... Σερρών, όπου και συνάντησε την Γ. στο καφέ-μπαρ "...", στο οποίο αυτή εργαζόταν, παρόλο που η τελευταία είχε εκφράσει την επιθυμία στον κατηγορούμενο να μην την επισκεφθεί.

Ακολούθως, ξημερώματα του Πάσχα (24-04-2Θ011), περί ώρα 06:30’ , ο κατηγορούμενος και η Γ., αφού μετέβησαν αρχικά στο νυκτερινό κέντρο διασκέδασης (...), που διατηρούσε ο αδελφός της τελευταίας, Γ. Α., στη ..., στη συνέχεια, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, διανυκτέρευσαν σε δωμάτιο ξενοδοχείου, στο ... Σερρών. Πριν από το μεσημέρι, ανήμερα του Πάσχα, ο κατηγορούμενος, αφού μετέφερε την Γ.

στο χωριό ... όπου διαμένουν οι γονείς της και ο αδελφός της, στη συνέχεια επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέρασε την ημέρα του Πάσχα μόνος του, καθόσον οι γονείς του και η αδελφή του είχαν μεταβεί για την εν λόγω γιορτή στο χωριό τους, στο νομό Γρεβενών. Τη Δευτέρα του Πάσχα, 25-04-2011, κατηγορούμενος και Γ.

επικοινώνησαν τηλεφωνικά και κατόπιν επιθυμίας της τελευταίας, συμφώνησαν να συναντηθούν την επομένη, 26-04-2011. Όμως, περί ώρα 17:30’ της ίδιας ημέρας (25-04-2011), ο κατηγορούμενος μετέβη στην πόλη των Σερρών, όπου και περί ώρα 18:00’ μαζί με το Σ. και το στρατιωτικό Β. Κ. επισκέφθηκαν αρχικά την καφετερία "..." και στη συνέχεια μόνο με το Σ.

μετέβη στην καφετερία-μπαρ "...". Ακολούθως, περί ώρα 21:00’ , για να περάσει το χρόνο του, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε στο σπίτι του τον προαναφερθέντα φίλο και συμφοιτητή του Α. Γ., όπου και παρέμεινε συζητώντας μέχρι τις 00:20’ ώρας της 26-04-2011. Γύρω στις 00:30’ της τελευταίας ημερομηνίας ο κατηγορούμενος μετέβη με το Σ.

και πάλι στην καφετερία-μπαρ "...", όπου για πρώτη φορά κατανάλωσε οινοπνευματώδες ποτό και συγκεκριμένα ένα (1) ποτήρι κρασί και γύρω στις 02:30’ (της 26-04-2011) μαζί με το Σ. επισκέφθηκε το μπαρ "...", όπου και κατανάλωσε και πάλι αλκοόλ και συγκεκριμένα τρία (3) ποτήρια Bacardi-cola. Στις 02:41’ ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Γ., η οποία βρισκόταν στη ..., στο νυκτερινό κέντρο του αδελφού της, οπότε και της πρότεινε να την συναντήσει, όμως αυτή ήταν αρνητική και του ανέφερε ότι κάτι τέτοιο θα γίνει, όταν το επιθυμούσε η ίδια.

Ο κατηγορούμενος όμως, παρά την αντίθεση της Γ. να μεταβεί στο κέντρο διασκέδασης του αδελφού της, περί ώρα 04:30’ περίπου μετέβη σ’ αυτό, όπου και τη βρήκε να κάθεται μαζί με τις φίλες της Σ. Κ. και τη Σ. Ε.. Εκεί ο κατηγορούμενος και η Γ. είχαν έντονο διάλογο και κάποια στιγμή, όταν αντιλήφθηκε ότι η Γ. έκανε μια κίνηση για να κρύψει το κινητό της τηλέφωνο, αυτός το πήρε από το σημείο που αυτή το είχε τοποθετήσει και για να μη δώσει δικαιώματα βγήκε έξω για να το ελέγξει, διαπιστώνοντας στη συνέχεια ότι είχε δεχθεί σ’ αυτό κάποιες πρόσφατες κλήσεις από έναν αστυνομικό ονόματι Θ. - πρόκειται για τον ειδικό φρουρό Γ.

Α. - γεγονός το οποίο, όπως ανέφερε, δεν του προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί κατά καιρούς ο τελευταίος της έκανε πολλά τηλεφωνήματα, όμως ήταν ενοχλητικό να ξέρει ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να είχε ερωτικές βλέψεις για την Γ., της τηλεφωνεί τόσο συχνά και μάλιστα τέτοιες ώρες. Όλο το διάστημα της παραμονής του στο κέντρο διασκέδασης κατανάλωσε άλλα δύο ή τρία ποτήρια Bacardi-cola, χωρίς απ’ αυτά να επηρεαστεί η σωματική-ττνευματική του κατάσταση.

Περί ώρα 05.00’ , λίγο πριν κλείσει το κέντρο, ο κατηγορούμενος αναχώρησε μαζί με την Γ., η οποία πείσθηκε να τη μεταφέρει αυτός στην πατρική της οικία, στην ... και όχι ο αδελφός της, ο οποίος αναχώρησε λίγη ώρα αργότερα μαζί με την Σ. Κ., με την οποία τότε είχε δεσμό. Έτσι ο κατηγορούμενος με συνεπιβάτιδα τη Γ.

Μ. κινήθηκε με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του με κατεύθυνση προς .... Κατά τη διάρκεια της διαδρομής υπήρξε, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, έντονη λογομαχία και όταν έφθασαν στο ύψος του 1ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού (... - ..., ο κατηγορούμενος άλλαξε την πορεία του οχήματος του προς τα αριστερά και το ακινητοποίησε σε απόσταση περίπου τριακοσίων (300) μέτρων από την ως άνω επαρχιακή οδό.

Ακολούθως βγήκαν από το αυτοκίνητο και κινήθηκαν προς ένα σημείο κοντά σε υφιστάμενο αρδευτικό κανάλι όπου συνέχισαν τη συζήτηση. Εκεί, κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στη Γ. και με τις γροθιές της κατέφερε δυνατά και αλλεπάλληλα κτυπήματα σε όλη την περιοχή της κεφαλής και σε διάφορα σημεία του σώματος της, εν συνεχεία δε πιάνοντας το κεφάλι της το κτύπησε με δύναμη στο έδαφος με αποτέλεσμα να της προξενήσει: "εκδορές της αριστεράς υπερόφρυας χώρας, εκδορά διαστάσεων 4X1 CM περίπου, μετωπιαία αριστερά, πλατιά εκδορά διαστάσεων 5X3 CM περίπου, αριστερά ζυγωματοκροταφικά, αιμάτωμα υπό πίεση της αριστεράς οφθαλμικής χώρας, εκτεταμένο υπόσφαγμα του αριστερού οφθαλμού, αιμάτωμα υπό πίεση της δεξιάς οφθαλμικής χώρρις, εκτεταμένο υπόσφαγμα του δεξιού οφθαλμού, θλαστικές εκχυμωτικές κακώσεις με παραμόρφωση της ανατομικής δομής της ρινός, τραύματα της ρινός με αιμορραγία από τα κατεαγότα ρινικά οστά, ρινορραγία, κατάγματα των ρινικών οστών, εκδορές αριστερά παρειακά (γενίου, κάτω γνάθου), τραύμα του άνω χείλους του στόματος, τραύμα του κάτω χείλους, του στόματος, κάταγμα του άνω και μέσου τομέα οδόντα αριστερά, γραμμοειδείς εκδορές τέσσερις στον αριθμό, παράλληλες μεταξύ τους, μεγαλυτέρου μήκους 1,5 CM περίπου και πλάτους 1 CM περίπου, του πώγωνος, πλατιά εκδορά διαστάσεων 7X5 CM περίπου, της πρόσθιας τραχηλικής χώρας, ημισεληνοειδή εκδορά της στερνικής χώρας δεξιά, μήκους 7 CM περίπου και πλάτους 1 CM περίπου, εκδορές των άκρων χειρών ραχιαία αμφοτερόπλευρα (δακτύλων), εκδορές του κάτω τριτημορίου της αριστεράς πηχεοκαρπικής, εκδορά διαστάσεων 2X1 CM περίπου της αριστεράς άκρας χειρός παλαμιαία, εκδορές επί θλαστικής εκχυμωτικής βάσεως της δεξιάς πλάγιας οσφυϊκής χώρας, διαστάσεων 5X2, 5 CM περίπου, μικροεκδορές της ραχιαίας επιφάνειας του δεξιού άκρου ποδός, επικράνιο αιμορραγία μετωποβρεγματικά, υπαραχνοειδή αιμορραγία της παρεγκεφαλίδος και οίδημα και υπεραιμία του εγκεφάλου".

Ακολούθως ο κατηγορούμενος έπιασε με τα δύο του χέρια το λαιμό της και τον έσφιξε με δύναμη πιέζοντάς τον με συνεχώς αυξανόμενη ένταση, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κάταγμα του υοειδούς οστού, κάταγμα του θυροειδούς χόνδρου του λάρυγγα και αιμορραγικές διηθήσεις των πέριξ μαλακών μορίων της συσκευής του λάρυγγα, συνεπεία των οποίων αποκλειστικά και μόνο επήλθε λίγο μετά την 05:36’ ώρα της ως άνω ημερομηνίας (26-04-2011) ο θάνατος της δια στραγγαλισμού.

Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος, προφανώς για να εξαφανίσει το άψυχο σώμα της νεκρής, με τη χρήση αναπτήρα, έθεσε φωτιά στο υποκάμισο που φορούσε το θύμα, προκαλώντας του: "Μεταθανάτια εγκαύματα του δεξιού ημιμορίου του προσώπου, του δεξιού πτερυγίου του ωτός, του αριστερού πτερυγίου του ωτός, της δεξιάς ρινοπαρειακής χώρας, του λαιμού (αυχενικά και τραχηλικά), του θώρακος (πρόσθιας επιφάνειας, οπίσθιας επιφάνειας και ωμοπλάτης), του αριστερού άνω άκρου, του δεξιού άνω άκρου (εσωτερικά του βραχιονίου), εγκαύματα της πρόσθιας επιφάνειας της κοιλίας και της αριστεράς οσφυϊκής χώρας" και στη συνέχεια, αφού έσυρε το πτώμα μέχρι την άκρη του καναλιού, το ώθησε για να κυλήσει στο τσιμεντένιο πρανές αυτού.

Ακολούθως ο κατηγορούμενος επιβιβάστηκε στο ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο του και κινήθηκε επί της Ε.Ο. Σερρών-Προμαχώνα προκειμένου να μεταβεί στη γειτονική Βουλγαρία. Κατά τη διαδρομή, στο ύψος του 41ου χιλιομέτρου της παραπάνω οδού, απέρριψε από το παράθυρο του αυτοκινήτου του τα υποδήματα της θανούσης και συγκεκριμένα ένα (Γ) ζεύγος γόβες, χρώματος μαύρου, που είχε πάρει από τον τόπο του εγκλήματος, για να μην τα βρουν σε ενδεχόμενο έλεγχο οι συνοριακοί φρουροί.

Λίγο πριν εισέλθει στη Βουλγαρία, μεταξύ των ωρών 06:36’ έως και 06:57’ της 26- 04-2011 επικοινώνησε κατ’ επανάληψη τηλεφωνικά με τον Α. Γ., στον οποίο στην αρχική του επικοινωνία φανερά αναστατωμένος του είπε επί λέξει τα εξής : "έπνιξα τη Μ. και την πέταξα στο ποτάμι". Ο Α. θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος αστειεύεται (του κάνει πλάκα) ή ότι ήταν μεθυσμένος, γι’ αυτό του είπε να επιστρέψει στο σπίτι του.

Μετά από λίγη ώρα ο κατηγορούμενος επικοινώνησε εκ νέου με τον Α. και, όντας φανερά πολύ περισσότερο αναστατωμένος, του επανέλαβε ότι σκότωσε την Γ., ότι δεν του κάνει πλάκα και ότι σκέφτεται να αυτοκτονήσει, οπότε ο Α. του είπε να μην κάνει κακό στον εαυτό του και να παραδοθεί στην αστυνομία. Προκειμένου να διαφύγει λοιπόν ο κατηγορούμενος διέβη τα ελληνικά σύνορα και εισήλθε στη Βουλγαρία, αλλά στη συνέχεια, θεωρώντας προφανώς αδύνατη τη διαφυγή του, αποφάσισε να επιστρέψει στη χώρα.

Όταν περί ώρα 08.40’ εισήλθε στο ελληνικό έδαφος, αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να αγοράσει υπνωτικά φάρμακα από υπάρχον φαρμακείο στη Λιβαδιά Σερρών, επικοινώνησε και πάλι τηλεφωνικά με τον Α. Γ. και στη συνέχεια επέστρεψε στον τόπο του συμβάντος. Από το σημείο εκείνο, περί ώρα 09:30’ της ίδιας ημέρας, τηλεφώνησε στο κέντρο R/T της Αστυνομικής Διεύθυνσης Σερρών και ενημέρωσε τα αρμόδια αστυνομικά όργανα για την πράξη του, γνωρίζοντάς τους συγχρόνως ότι βρίσκεται στη διασταύρωση ...

της Ε.Ο. Πετριτσίου-Κιλκίς και ότι τους αναμένει για να παραδοθεί, όπως και έγινε λίγη ώρα αργότερα. Από την αυτοψία που διενήργησαν στη συνέχεια όργανα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Σερρών στον τόπο του εγκλήματος διαπίστωσαν την ύπαρξη του πτώματος της Μ. Γ. στο τσιμεντένιο αρδευτικό κανάλι, χωρίς νερό, που απέχει τέσσερα μέτρα από τον κοινοτικό δρόμο, έχει βάθος τρία μέτρα και στην κοίτη του υπήρχαν αποξηραμένες φερτές ύλες, λάσπη και καλαμιές, επισημαίνοντας τα εξής: "Το πτώμα βρισκόταν σε πλάγια δεξιά θέση στην άκρη του πυθμένα του καναλιού, ανάμεσα σε καλαμιές και αποξηραμένη λάσπη.

Δεν έφερε παπούτσια, είχε λευκό παντελόνι με μαύρη ζώνη, η οποία ήταν ξεκούμπωτη και λευκό σακάκι, το οποίο ήταν καμένο. Το πρόσωπο έφερε τραύματα από χτύπημα στο αριστερό μάτι και στην μύτη. Τα μαλλιά του ήταν καμένα στην αριστερή πίσω πλευρά του κεφαλιού. Στο μέσον του τοιχώματος του αρδευτικού καναλιού βρέθηκε μία τούφα από μαλλιά, όμοια με αυτά του θύματος.

Δύο μέτρα περίπου από το χείλος του αρδευτικού καναλιού, στο χωμάτινο πρανές σημείο, βρέθηκαν ένα (1) σβησμένο και σπασμένο τσιγάρο μάρκας La Femme, τύπου slim, ένα (1) κομμάτι καμένο ύφασμα, το οποίο είναι μέρος από το στηθόδεσμο του θύματος, ένα (1) κρεμαστό λαιμού με γυναικείο σταυρό και μαύρο κορδόνι και ένα (1) σοκολατάκι μάρκας ΙΟΝ noisetta", ενώ από την έρευνα στο ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο του κατηγορουμένου βρέθηκαν εντός αυτού τα εξής αντικείμενα : "α) στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού μία (1) μαύρη γυναικεία τσάντα μάρκας "elite MODELS FASION", που περιείχε το χρηματικό ποσό των εξήντα (60) Ευρώ σε χαρτονομίσματα τρία των είκοσι Ευρώ, κέρματα αξίας πέντε (5,00) Ευρώ, ένα (1) κραγιόν (CHERRY LIP GLOSS), μάρκας KORRES, μία (1) κάρτα SIM cosmote με αριθμό ...

κι’ ένα γυναικείο κοκαλάκι-τσιμπιδάκι, β) πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού ένα (1) πακέτο τσιγάρα μάρκας La Femme, τύπου slim, με εννιά (9) τσιγάρα, γ) στη θήκη της πόρτας του συνοδηγού ένας αναπτήρας χρώματος μαύρου-ασημί με αναγραφή "..." και δ) πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού του αυτοκινήτου ένας (1) αναπτήρας χρώματος λευκό μάρκας Bic".

Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος υπέδειξε στα αστυνομικά όργανα το ακριβές σημείο απόρριψης των υποδημάτων του θύματος, όπου πράγματι βρέθηκαν σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων μεταξύ τους και περισυνελέγησαν. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι τέλεσε την ως άνω ανθρωποκτονία σε βάρος της Γ. Μ., αλλά επιχειρεί να παρουσιάσει την πράξη του αυτή ως τελεσθείσα σε κατάσταση υπερδιέγερσης και έξαψης που προκλήθηκε από την απαξιωτική εις βάρος του συμπεριφορά της θανούσας και το κτύπημα που αυτή του κατέφερε, ενώ δεν αποδέχεται την πράξη της περιύβρισης νεκρής, που τελέσθηκε με τη θέση φωτιάς στο άψυχο σώμα της Γ.

Μ. με τη δικαιολογία ότι η ενέργειά του έτεινε στην εξάλειψη λεκέ από αίμα του στο πουκάμισο της θανούσας. Οι θέσεις του κατηγορουμένου συνοδεύονται από αυτοτελείς ισχυρισμούς που επιγραμματικά συνίστανται σε 1) έλλειψη καταλογισμού λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών οφειλόμενη σε οργανική βλάβη του εγκεφάλου (άρθρο 34 ΠΚ) και επικουρικά σε μειωμένο καταλογισμό (άρθρο 36 ΠΚ) και 2) τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ. 2 ΠΚ).

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι για το χρονικό σημείο της αναχώρησης του κατηγορουμένου με την θανούσα από το κατάστημα του αδελφού της και έως τη γνωστοποίηση στις αρχές, της, υπό του συγκεκριμένου κατηγορουμένου, τελεσθείσας ανθρωποκτονίας, ελλείπουν οι μαρτυρικές αποδείξεις και για την εξαγωγή συγκεκριμένων λογικών συμπερασμάτων σχετικά με δράσεις των εμπλεκομένων προσώπων μπορούν να αξιολογηθούν τα ευρήματα, σε συνδυασμό με ανιχνεύσιμα στοιχεία λογικών αντιφάσεων, παραδοξολογιών και υπερβολών στην απολογία του δράστη.

Υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, κατά χρονική σειρά, ότι μετά την αναχώρησή τους από το κατάστημα του Γ. Α., δηλαδή από τη ... ανέλαβε την οδήγηση του αυτοκινήτου του η Γ. μετά από δική του προτροπή για να μη τη θέσει σε κίνδυνο λόγω της επήρειάς του από τα ποτά που είχε καταναλώσει, ότι η Γ. για να διευκολυνθεί στην οδήγηση είχε βγάλει τις γόβες που φορούσε, ότι κατά τη διαδρομή βρισκόταν σε κατάσταση έντονου εκνευρισμού, ότι με δική της πρωτοβουλία διέκοψε την κίνηση και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο στο προαναφερθέν σημείο, ότι κάλεσε τηλεφωνικά τον αδελφό της, ότι εκφράστηκε απαξιωτικά γι’ αυτόν και τον γρονθοκόπησε στο κάτω χείλος και τέλος ότι βγήκε από το αυτοκίνητο τρέχοντας ξυπόλυτη καταδιωκόμενη από τον κατηγορούμενο μέχρι το σημείο που αυτός τη θανάτωσε με τον τρόπο που προαναφέρεται.

Παρατηρείται κατ’ αρχήν ότι η Γ. Μ. δεν γνώριζε να οδηγεί, καθόσον πρόσφατα είχε περάσει επιτυχώς μόνο τις θεωρητικές εξετάσεις ως εκπαιδευόμενη οδηγός και δεν είχε αποκτήσει άδεια ικανότητας. Άλλωστε για την οδήγηση του ξένου αυτοκινήτου κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες (αϋπνία, σκότος, επαρχιακή οδός), μάλιστα δε με γυμνά πόδια και χωρίς τη σχετική εξοικείωση σ’ αυτό, απαιτείται όχι μόνο αρκετή εμπειρία, ηρεμία και προσοχή αλλά και ιδιαίτερη δεξιότητα, που στην προκειμένη περίπτωση έλλειπαν παντελώς.

Πέραν αυτού επισημαίνεται ότι όλα τα προσωπικά αντικείμενα της θανούσης, που ανευρέθησαν εντός του αυτοκινήτου την 26-4-2011 από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, που επιλήφθηκαν της προανάκρισης, βρίσκονταν προς την πλευρά του συνοδηγού και όχι του οδηγού.

Συνεπώς καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά την κρίσιμη διαδρομή μέχρι τον τόπο του εγκλήματος οδηγούσε η Γ.. Από την επισκόπηση των φωτογραφιών, που λήφθηκαν κατά τη νεκροψία και παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο, και συγκεκριμένα αυτής που εμφανίζει τα πέλματα της θανούσας φαίνεται με σαφήνεια ότι δεν υπάρχει κανένα ίχνος φθοράς στο καλτσόν που φορούσε, όπως λογικά θα αναμενόταν αν η θανούσα έτρεχε ξυπόλυτη.

Συνεπώς συμπεραίνεται ότι η Γ. κινήθηκε εκτός του αυτοκινήτου φορώντας τις γόβες της και ότι αυτές βγήκαν στο σημείο του φόνου προφανώς κατά τις απέλπιδες κινήσεις της να αμυνθεί στην επίθεση του κατηγορουμένου. Από την κατάσταση των εξερχομένων κλήσεων του υπ’ αριθ. ... κινητού τηλεφώνου της Γ. προκύπτει η κλήση της προς το τηλέφωνο του αδελφού της Γ.

Α. (αριθμός καλουμένου ...) με χρονική ένδειξη "26/4/2011 5:36:54" και διάρκεια "16 δεπ/τα". Πρόκειται για τη σύντομη κλήση που πραγματοποίησε λίγο πριν δολοφονηθεί, στην οποία απάντησε η Σ. Κ., ενώ ήδη βρισκόταν με τον Γ. Α. στο σπίτι του στην ..., και έλαβε τη διαβεβαίωση από τη Γ. Μ. ότι θα ερχόταν και αυτή σε λίγο, όπως καταθέτει η Σ..

Από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν απάντησε ο Γ.ς Α., γιατί κατά το χρόνο της κλήσης ήδη κοιμόταν, παρόλο που αναχώρησε από τη Ροδόπολη μετά τον κατηγορούμενο, αλλά και με τη δήλωση του κατηγορουμένου ότι η παραμονή τους στο αυτοκίνητο μετά την ακινητοποίησή του ήταν σύντομη, πιστοποιεί ότι η κλήση δεν έγινε όταν ο κατηγορούμενος με τη Γ.

ήταν στο αυτοκίνητο, αλλά εκτός αυτού πλησίον του καναλιού. Ενισχυτική του συλλογισμού αυτού είναι και η διαπίστωση ότι μεταξύ των προσωπικών αντικειμένων της Γ., που βρέθηκαν εντός του αυτοκινήτου κατά την έρευνα αυτού από τους ανακριτικούς υπαλλήλους της Υ. Α. Σερρών την 26-11-2011, δεν περιλαμβανόταν το κινητό τηλέφωνο της θανούσας SONY ERICSSON (...), με το οποίο έγινε το κρίσιμο τηλεφώνημα και το οποίο προφανώς βρέθηκε επάνω της.

Σχετικά με τη μοναδική σωματική κάκωση (αιμάτωμα και μικροεκδορές του κάτω χείλους του στόματος δεξιά) που διαπιστώθηκε ότι έφερε ο κατηγορούμενος και διατείνεται ότι προκλήθηκε από τη "μπουνιά" που δέχθηκε από τη Γ. μέσα στο αυτοκίνητο, ο ιατροδικαστής Γ. Μ. δίνει την επιστημονική του εξήγηση: "Δεν είναι μπουνιά, εφαρμοσμένη βία", "Είναι πιάσιμο, σκάλωμα", "τραύμα αμύνης από την πλευρά της θανούσας" και εκτιμώντας την έκταση της συνθλιπτικής βίας που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο προσθέτει: "Τα θύματα σ’ αυτή την περίπτωση αντιδρούν σαν μια κότα μέχρι να επέλθει ο ασφυκτικός (θάνατος) κι έτσι εξηγείται το χτύπημα που δέχθηκε ο κατηγορούμενος.

Και πως είναι δυνατόν κάποιος να μη αντιδρά. Έτσι και στην περίπτωσή μας ό,τι αντίδραση θα μπορούσε να φέρει αυτό το σώμα, την έφερε." Τούτο σημαίνει ότι η άμυνα της Γ. Μ., εξαντλήθηκε στην ενστικτώδη και φυσική ανάγκη της τελευταίας να αμυνθεί έναντι ενός πολύ υπερτέρου στη μυϊκή δύναμη δράστη, όπως ο κατηγορούμενος.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το πτώμα βρέθηκε με τη ζώνη του παντελονιού λυμένη και το παντελόνι ξεκούμπωτο (ανοιχτό), επειδή ήθελε να ελέγξει ο ίδιος αν η Γ. εφάρμοζε ενδοκολπικά θεραπευτική αγωγή, που δήθεν είχε συστηθεί λόγω (ανύπαρκτης κατά τον ιατροδικαστή) κολπίτιδας αποτελεί παιδαριώδες επιχείρημα συγκάλυψης της αποτυχημένης προσπάθειάς του να συνευρεθεί ερωτικά με τη Γ., λόγω προφανούς άρνησης αυτής, αφού κατά την ημέρα εκείνη, σύμφωνα και με την κατάθεση της Σ., είχε αποφασίσει να διακόψει οριστικά τη σχέση της με τον κατηγορούμενο.

Επίσης δεν αντέχει σε καμιά κριτική ο ισχυρισμός του ότι έριξε τη Γ. στο κανάλι, που πίστευε ότι είχε νερό, για να σβήσει τη φωτιά, καθόσον η πίστη του αυτή μόνο με τον ανθρωποκτόνο δόλο του θα μπορούσε να συνδεθεί, αφού είναι βέβαιο ότι με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζε, ταυτόχρονα με την απόκρυψη του σώματος της Γ., και τον επιδιωκόμενο θάνατο της, σε περίπτωση που δεν είχαν επιφέρει το θανατηφόρο αποτέλεσμα οι προηγούμενες ενέργειες του.

Ωμοίως στερείται παντελώς βασιμότητας, ο ισχυρισμός του ότι κατέβηκε στην κοίτη του καναλιού είτε πριν από την απομάκρυνσή του από τον τόπο του εγκλήματος, είτε μετά την επιστροφή του σ’ αυτόν και για οποιοδήποτε απ’ αυτόν προβαλλόμενο λόγο, αφενός μεν γιατί ήταν αδύνατη λόγω της κλίσης του πρανούς η άνοδος ατόμου χωρίς υποβοήθηση με κάποια μέσα ή την υποβοήθηση τρίτου και αφετέρου δεν διαπιστώθηκε κανένα ίχνος που να μαρτυρεί τέτοιο εγχείρημα από τον κατηγορούμενο.

Από τα προεκτεθέντα και συγκεκριμένα από τον τρόπο δράσης του κατηγορουμένου δημιουργείται η απόλυτη βεβαιότητα ότι ο δόλος του ήταν ανθρωποκτόνος. Ειδικότερα τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του ανθρωποκτόνου δόλου στον κατηγορούμενο είναι 1) η σφοδρότητα και η ένταση των αλλεπάλληλων κτυπημάτων που κατέφερε αρχικά ο κατηγορούμενος σε όλη την περιοχή της κεφαλής της θανούσης, συνεπεία των οποίων επήλθαν τα προαναφερθέντα τραύματα, 2) το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με τα δύο του χέρια πίεζε με αυξανόμενη ένταση το λαιμό της θανούσης, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κάταγμα του υοειδούς οστού, κάταγμα του θυροειδούς χόνδρου του λάρυγγα και αιμορραγικές διηθήσεις των πέριξ μαλακών μορίων της συσκευής του λάρυγγα, τα οποία και επέφεραν το θάνατο αυτής και 3) το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αμέσως μετά έθεσε πυρ στο άψυχο σώμα της θανούσης και το έριξε στο παρακείμενο αρδευτικό κανάλι επιχειρώντας μ’ αυτό τον τρόπο να το εξαφανίσει.

Σχετικά με τον βασικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του και ότι συνεπώς υπάρχει λόγος άρσης του καταλογισμού του, σύμφωνα με το άρθρο 34 ΠΚ, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης, λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης, εξετάσθηκε αυτεπάγγελτα το θέμα του καταλογισμού του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν προέταξε τότε ανάλογο ισχυρισμό, με τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης από δύο πραγματογνώμονες.

Ο πρώτος των πραγματογνωμόνων- ψυχιάτρων Κ. Χ., εξέτασε τον κατηγορούμενο την 22- 8-2011, στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού και, όπως συμπερασματικά αναφέρει στην από 16-9-2011 έκθεση ψυχικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, "... ο κατηγορούμενος δεν έπασχε από κάποια ψυχική νόσο πριν από την παραπτωματική πράξη για την οποία κατηγορείται.

Ακολούθησε καταθλιπτική συμπτωματολογία που είναι όμως αντιδραστικού τύπου και αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά. Ο κατηγορούμενος έχει καταλογισμό για την πράξη αυτή, αφενός λόγω της ελεύθερης ψυχοπαθολογίας και αφετέρου διότι δεν υπήρχαν άλλοι επιστημονικοί λόγοι που να αιτιολογούν ακαταλόγιστο ή έστω μερικό καταλογισμό".

Ο άλλος Ψυχίατρος Ν. Ι., αφού υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε ψυχομετρικό τεστ προσωπικότητας και ψυχοπαθολογίας και ειδικότερα στο "Πολυδιάστατο Ερωτηματολόγιο Προσωπικότητας της ... (Μ,Μ.Ρ.Ι)" και σε τεστ αξιολόγησης του προφίλ της συναισθηματικής νοημοσύνης, στη συνέχεια προέβη σε αξιολόγηση αυτών και στην από 05-09-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης διαπίστωσε ότι "αυξάνεται η πιθανότητα ότι το άτομο αυτό βρίσκεται στα αρχικά στάδια της ψύχωσης" και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι : "Ο κατηγορούμενος Α.

Β. έπασχε ακόμα και πριν γνωρίσει την Μ. Γ. από διαταραχή της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από ναρκισσιστικά και μεταιχμιακά στοιχεία, καθώς και από χαμηλή Συναισθηματική Νοημοσύνη Από τις διηγήσεις του και τους ψυχομετρικούς ελέγχους (τεστ), προκύπτει ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση προς την Μ.

Γ., αλλά όταν άρχισαν να διαπληκτίζονται του ήταν δύσκολο να κρατήσει την ψυχραιμία του και τον αυτοέλεγχο του. Δηλαδή είχε μειωμένο καταλογισμό κάτω από τις ψυχοπιεστικές καταστάσεις της λεκτικής και σωματικής σύγκρουσής του με την Μ. Γ.". Η συμπερασματική αξιολόγηση του εν λόγω πραγματογνώμονος για μειωμένο καταλογισμό εμφανίζεται αναιτιολόγητη και επιστημονικά ατεκμηρίωτη, αφού ο τελευταίος ομιλεί για πιθανότητα ο κατηγορούμενος να βρίσκεται στα αρχικά στάδια της ψύχωσης, ενώ η αναφορά του σε διαπληκτισμό, ο οποίος τον εμπόδισε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και τον αυτοέλεγχο του δεν προσδιορίζει κάποια συγκεκριμένη μορφή παροδικής διατάραξης της συνείδησης.

Εξάλλου, η ύπαρξη η όχι της τελευταίας, αφορά αξιολόγηση συγκεκριμένων πραγματικών δεδομένων, που όμως εκφεύγει της αρμοδιότητας του ψυχιάτρου ως αναγόμενη αποκλειστικά στην κρίση του Δικαστηρίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και οι τρεις επιπλέον ψυχίατροι (ο ψυχίατρος Β. Δ., ως τεχνικός σύμβουλος από την πλευρά του κατηγορουμένου, ο ψυχίατρος Κ.

Κ. του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού και η ψυχίατρος Π. Ε. του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού), που είχαν ανάμειξη στην υπό κρίση υπόθεση και εξέτασαν επισταμένως τον κατηγορούμενο, κατέληξαν ανεπιφύλακτα στην παραδοχή του γεγονότος περί μη συνδρομής ψυχοπαθολογικών στοιχείων στη συμπεριφορά του δράστη, επιβεβαιώνοντας πλήρως τις προαναφερθείσες σχετικές αναλύσεις, όπως αυτές εδραιώθησαν στην ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του ψυχιάτρου Κ..

Την ανυπαρξία ψυχικής νόσου επαναλαμβάνει κατηγορηματικά ο τελευταίος κατά την εξέτασή του, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η μόνη διαφοροποίησή του αφορά την υποστήριξη της άποψης ότι "...αυτό που έχει είναι μεθοριακού τύπου διαταραχή... Δεν είναι νόσος η μεθοριακή διαταραχή, αλλά υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να οδηγήσει σε ελαττωμένο καταλογισμό".

Και προσθέτει επεξηγηματικά : "Υπό συνθήκες ηρεμίας όλα είναι πολύ ήρεμα. Υπό συνθήκες ηρεμίας ο Α. είναι άψογος άνθρωπος". Είναι όμως αξιοσημείωτη η τοποθέτηση του ίδιου επί των προσκομισθέντων ενώπιον του δικαστηρίου, για πρώτη φορά, από τους συνηγόρους της υπεράσπισης του κατηγορουμένη των δύο τομών μαγνητικής τομογραφίας αυτού που έγινε στο ΓΝΑ "Γ.

ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" την 13-11-2013 και συνοδεύεται από σχετική ιατρική γνωμάτευση σύμφωνα με την οποία "Δεξιά βρεγματικά και παρά τη μέση γραμμή, μετά την ενδοφλέβια χορήγηση του σκιαγραφικού, παρατηρείται μικρός αγγειακός κλάδος, ο οποίος διαδράμει από τις έλικες του φλοιού προς το σώμα της δεξιάς πλαγίας κοιλίας, εικόνα η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί σε παρουσία μικρού φλεβώδους αγγειώματος σύστοιχα".

Χωρίς επιφυλάξεις διετύπωσε την επιστημονική του άποψη ότι: αυτά τα ευρήματα μπορούν να δώσουν εξήγηση σε εκρήξεις θυμού, ότι υπάρχει συσχετισμός των εκρηκτικών συμπεριφορών του κατηγορουμένου με τα ευρήματα, ότι μερικός καταλογισμός υπάρχει σίγουρα, ότι οι εκρηκτικές συμπεριφορές του μπορούν πλέον να χαρακτηριστούν κροταφικού τύπου επιληψίες, ότι αποκλείεται το ενδεχόμενο να είναι το αιμαγγείωμα μεταγενέστερο της επίδικης πράξης και ότι η ανατομική θέση αυτών των ευρημάτων αιτιολογεί την απώλεια ελέγχου με οργανική πλέον αιτιολογία.

Έτσι εξήγησε και την ένταση της εκτροπής και ότι θα μπορούσε τελικώς να ειπωθεί ότι δεν ήξερε τι έκανε. Προς την κατεύθυνση της αποδοχής του εν λόγω ευρήματος ως οργανικής εγκεφαλικής βλάβης που διαταράσσει την συμπεριφορά του κατηγορουμένου ευθυγραμμίζεται και η άποψη του Ν. καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου (Δ.

Α., καθηγητή ψυχιατρικής, Ε. Μ., ψυχιάτρου-νευρολόγου και Β. Δ., νευροψυχολόγου). Όμως απολύτως διαφωτιστικές και καταλυτικές εν προκειμένω είναι οι καταθέσεις των Φ. Π., Αρχιάτρου - Επιμελητή της Νευρολογικής Κλινικής του 424 ΓΣΝΕ και Ν. Π., Αρχιάτρου-Διευθυντή Μαγνητικού Τομογράφου του 424 ΓΣΝΕ, οι οποίοι κλήθηκαν από το δικαστήριο και εξετάστηκαν ως μάρτυρες με ειδικές γνώσεις επί του προβληθέντος ως άνω ευρήματος της μαγνητικής τομογραφίας του κατηγορουμένου.

Ο πρώτος διαπιστώνει με βάση τις επιστημονικές του γνώσεις ότι : "Είδα ένα μικρό φλεβώδες αγγείωμα, βρεγματικά δεξιά. Κατά τα λοιπά οι δομές του εγκεφάλου είναι κανονικές-φυσιολογικές. Δεν μπορούμε να πούμε πότε δημιουργήθηκε...Είναι μια φυσιολογική παραλλαγή των φλεβών του εγκεφάλου, κάνει τη δουλειά του, απάγει το αίμα, δεν είναι θρόμβος, είναι ένας υγιής βρεγματικός λοβός...

Η περιοχή που βρίσκεται είναι περιοχή των συναισθημάτων, αλλά το συγκεκριμένο εύρημα δεν επηρεάζει το συναίσθημα, δεν μπορεί να το επηρεάσει, δεν επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου". Ο δεύτερος κατέθεσε με σαφήνεια : "Από τις εικόνες δεν μπορείς να βγάλεις διάγνωση. Αυτά είναι μόνο δύο στιγμιότυπα από 2.000 εικόνες.

Πρέπει να βασιστούμε στο πόρισμα. Τα φλεβώδη αγγειώματα είναι φυσιολογικές ανατομικές παραλλαγές αγγειωμάτων. Οι αρτηρίες φέρνουν το αίμα στον εγκέφαλο και τα αγγεία απάγουν το αίμα. Εδώ το αίμα φεύγει. Στη βιβλιογραφία δεν έχω ακούσει αγγείωμα να προκαλεί ψυχιατρικά νοσήματα. Είναι αστείο να συζητάμε ότι προκαλεί τέτοιου είδους προβλήματα".

Κατόπιν αυτών, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, αποκλείσθηκε οποιαδήποτε διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών του δράστη και συναφώς η εφαρμογή υπέρ αυτού του άρθρου 34 ή 36 ΠΚ, απορριπτομένων ως αβασίμων στην ουσία τους των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών. Ο Πρόεδρος όμως του Δικαστηρίου και το μέλος Αναθεωρητής Γ.

Ν. Α. έχουν την άποψη ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός εφαρμογής του άρθρου 36 ΠΚ ... Στο σημείο αυτό, ολοκληρώνοντας την αναφορά στην υποκειμενική πλευρά του υπό κρίση αδικήματος και δεδομένου ότι ο βρασμός ψυχικής ορμής αποτελεί κατ’ ουσίαν τμήμα του αξιολογικού περιεχομένου της ενοχής του δράστη, θα πρέπει να εξετασθεί αν η εκ προθέσεως ανθρωποκτονία τελέσθηκε από τον κατηγορούμενο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ή σε βρασμό ψυχικής ορμής.

Τόσο η ψυχική ηρεμία όσο και ο βρασμός ψυχικής ορμής είναι διαθετικές έννοιες, οι οποίες πρέπει να προκύπτουν από ενδείξεις εμπειρικά παρατηρήσιμες. Μια σημαντική ένδειξη-κριτήριο εμφάνισης του βρασμού ψυχικής ορμής του δράστη αποτελεί η προηγούμενη συμπεριφορά του θύματος. Κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αυτό που πυροδότησε το συναίσθημα του και τον ώθησε στην πράξη του ήταν η απαξιωτική εις βάρος του συμπεριφορά της Γ.

και το χτύπημα που του κατάφερε στο χείλος του. Όσον αφορά στο χτύπημα, αυτό, όπως αναφέρθηκε παραπάνω ήταν αμυντικό και δεν μπορεί να συσχετισθεί με την πράξη του κατηγορουμένου. Εδώ ακριβώς πρέπει να υπομνησθεί, με βάση τις επαρκώς αναφερθείσες και λογικώς αναλυθείσες καταθέσεις των μαρτύρων ότι: Η θανούσα είχε φύγει από την καφετέρια του αδελφού της, έχοντας εκδηλώσει στη Σ.

την πρόθεση της να διακόψει τη σχέση της με τον κατηγορούμενο. Γι’ αυτό το λόγο η Σ., κατ’ επανάληψη είχε τονίσει εμφατικά στην κατάθεσή της τη βασική αυτή παράμετρο. Παράλληλα η θανούσα είχε εκφράσει και ένα φόβο, γνωρίζουσα προφανώς τα ξεσπάσματα ζήλιας του κατηγορουμένου.

Συνεπώς, προστίθεται λογικά ένα επιπλέον πρόβλημα στη μεταξύ θανούσας και κατηγορουμένου αντιπαράθεση. Ο τρόπος που η θανούσα θα εξηγούσε στον κατηγορούμενο ότι πρέπει να διακόψουν τη σχέση τους. Υφίσταται κατά λογικό συμπέρασμα ένας πρώτος λόγος (ανακοίνωση της θανούσας περί διακοπής της σχέσης) που θα επέφερε μια ψυχική ίσως αναστάτωση στον κατηγορούμενο.

Το τελευταίο (ψυχική αναστάτωση) όμως δεν μπορεί λογικά και πάλι να γίνει δεκτό, αφού ο κατηγορούμενος, με βάση τα ήδη περιγραφέντα περιστατικά της σχέσης τους (πρόσκαιροι χωρισμοί και επαναδραστηριοποίηση της σχέσης, από το Νοέμβριο του 2010 και μετά, με αποκορύφωμα "το κρύωμα" της σχέσης", είχε εξοικειωθεί σε ικανό βαθμό με το ενδεχόμενο ενός χωρισμού και συνεπώς την κρίσιμη χρονικά στιγμή της ανθρωποκτόνου δράσης είναι αδύνατον να αιφνιδιάσθηκε ψυχολογικά εν είδει στιγμιαίας συναισθηματικής έξαψης, σαν να αντιμετώπιζε μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Ο δεύτερος λόγος συνδέεται με σφόδρα πιθανολογούμενη αντίδραση και εν ταυτώ συνεχιζόμενη άρνηση της θανούσας να συνευρεθεί ερωτικά με τον κατηγορούμενο, αφού, κατά την έκθεση αυτοψίας, η ζώνη από το πανταλόνι της βρέθηκε ξεκούμπωτη. Η διαπίστωση αυτή συνδέεται, όχι μόνο λογικά αλλά και πραγματολογικά, με την παραδοχή ότι, το ξεκούμπωμα της ζώνης έγινε από τον κατηγορούμενο.

Και ο τελευταίος, παραδεχόμενος, ότι προέβη στην ενέργεια αυτή, σπεύδει, όπως προαναφέρθηκε, να δικαιολογήσει την απόπειρά του να συνευρευθεί ερωτικά με την παθούσα, με το παιδαριώδες και πέραν τόπου και χρόνου επιχείρημα, ότι ήθελε να διαπιστώσει αν η θανούσα ακολουθούσε φαρμακευτική αγωγή για κολπίτιδα.

Και ο δεύτερος λόγος συνεπώς (άρνηση της θανούσας να συνευρεθεί με τον κατηγορούμενο) δεν δικαιολογεί έξαψη του κατηγορουμένου, τόσο γιατί συνδέεται με τον πρώτο λόγο (ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας ότι η σχέση του με τη θανούσα βαίνει προς το τέλος της, δεν μπορεί να αξίωσε ερωτική συνεύρεση), όσο και με το ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί το πόσο ο κατηγορούμενος πρόσεχε τη θανούσα κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, έχοντάς την αναγάγει σε ιδανική γυναίκα που θα γινόταν η μητέρα των παιδιών του.

Συνεπώς ούτε απ’ αυτό το λόγο (άρνηση της θανούσας για ερωτική συνεύρεση) τεκμαίρεται και δικαιολογείται βρασμός ψυχικής ορμής. Η ουσιώδης δηλαδή και με τους όρους του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, γενόμενη παραδεκτή τοπική και χρονική εγγύτητα των μεταγενεστέρων του θανάτου της Γ. Μ., ενεργειών του κατηγορουμένου (θέση φωτιάς στο άψυχο σώμα, με εκκίνηση αυτής -φωτιάς- από το σημείο στραγγαλισμού, άμεση κύλιση, ώθηση και απόρριψη του πτώματος εντός καναλιού, με σαφή σκοπό την απόκρυψη της εγκληματικής ενέργειας), καταδεικνύουν τη συνέχεια της ψυχικής κατάστασης του δράστη, στην οποία βρισκόταν κατά την επέλευση του ανθρωποκτόνου αποτελέσματος και ως, λίαν επαρκώς, ως άνω, κατεδείχθη, δεν ήταν κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να απορριφθεί ο υποβληθείς από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αυτοτελής ισχυρισμός μεταβολής της κατηγορίας από ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε ανθρωποκτονία από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής κατ’ άρθρο 299 παρ. 2 ΠΚ.

Η συναγωγή παρόλα αυτά του συμπεράσματος ότι δεν βρισκόταν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που επέφερε το ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα, δεν οδηγεί ευθέως και σε εξ αντιδιαστολής παραδοχή για ήρεμη ψυχική κατάσταση αυτού. Είναι απόλυτα βέβαιο, με βάση τα προεκτεθέντα, ότι ο κατηγορούμενος εγκλημάτησε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Έτσι παρατηρείται ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε μόνος του και χωρίς την πίεση προσώπων ή γεγονότων να μεταβεί στις Σέρρες, την προηγούμενη του εγκλήματος ημέρα (25-4-2011) επειδή ήθελε να διαπιστώσει τους λόγους που η θανούσα είχε επικαλεσθεί για να μη συναντηθούν. Επισκέπτεται την τελευταία στην καφετέρια του αδελφού της όπου και εντάσσεται στην παρέα της, με τρόπο μάλιστα που κάνει θετική εντύπωση στη μάρτυρα Κ., η οποία λέει ότι ο κατηγορούμενος "είχε στύλ".

Λεν δημιουργεί (ο κατηγορούμενος) πρόβλημα σ.τη θανούσα; παρά τον αυθαίρετο έλεγχο που κάνει στο κινητό της για να διαπιστώσει τυχόν κλήσεις προς ή από άλλα πρόσωπα και ειδικά από τον Γ., που τον θεωρούσε αντίζηλο του. Πληρώνει ο ίδιος τα ποτά και δεν δέχεται το κέρασμα από τον αδελφό της θανούσας Γ. Α.. Αναχωρεί ήρεμα από την καφετέρια του Γ.

Α.. Ειδικά το τελευταίο, έχει βαρύνουσα σημασία παρά το ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη αντιμετωπίσει την ψυχρή υποδοχή της θανούσας. Ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει τίποτε το εξαιρετικά δυσχερές παρία την, :κατά πάσα λογική πιθανότητα, αντίδραση της θανούσας στην προσπάθειά αυτού να συνεχισθεί η σχέση τους και η ένταση που δημιουργείται μεταξύ τους στη συνέχεια, σαφώς και του επιφέρει κάποια ταραχή, αλλά η σκέψη του δεν εκτρέπεται.

Άλλωστε, η ύπαρξη της ψυχικής ηρεμίας κατά τη στιγμή που αφαιρείται μια ανθρώπινη ζωή δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ισχύουσα στη μορφή εξιδανίκευσής της. Απλά η διαπιστούμενη, όπως εν προκειμένω, ταραχή παραμένει εντός των πλαισίων αναγνώρισης της πραγματικότητας, όπως βιώνεται η τελευταία και κατά τη στιγμή επελεύσεως της εγκληματικής πράξης.

Και στην προκείμενη περίπτωση σαφώς ήδη κατεδείχθη ότι ισχύει η εν λόγω παράμετρος. Ο κατηγορούμενος αποφάσισε να επιφέρει το θάνατο στην Γ. Μ., σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παρά τη συνυπάρχουσα και φυσικώς αναπόφευκτη συναισθηματική του ένταση, που πλαισιώνεται όμως από την ικανότητα αντίληψης του κατηγορουμένου, του τι πάει να γίνει και επιβαρύνει μεν την κριτική του σκέψη αλλά δεν την αποκλείει.

Την ηρεμία της στιγμής εκφράζει και η Σ. όταν αναφερόμενη στο τηλεφώνημα που δέχθηκε από τη Γ. την 05.36’ ώρα, δηλαδή λίγο πριν τη δολοφονία της, διευκρίνισε ότι δεν ανιχνεύεται από την τελευταία κάποιας μορφής ανησυχία στη φωνή της θανούσας, γι’ αυτό και σπεύδει να διαπιστώσει ότι το τηλεφώνημα αυτό ήταν ήρεμο.

Προς ενίσχυση της ως άνω θέσης για την ψυχική ηρεμία του κατηγορουμένου, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ο τελευταίος όχι απλώς σε ήρεμη κατάσταση αποφάσισε και εξετέλεσε το προκείμενο έγκλημα, αλλά, γενικά, επέδειξε και ψυχρότητα δίκην εκτελεστού, όπως προκύπτει και από τις καταθέσεις των Δ. και Τ.. Έτσι ο πρώτος μάρτυρας λέγει: "Εκείνη την ημέρα (26-4-2011) μού φάνηκε μια χαρά (ο κατηγορούμενος)" και ο δεύτερος: "Ήρεμος ήταν και είχε γνώση για το τι είχε κάνει", "Ψύχραιμος αυτός (κατηγορούμενος) με συναίσθηση του τι είχε κάνει.

Δεν ήταν κλαμένος. Δεν μπορώ να πω αν ήταν μετανοιωμένος". Οπωσδήποτε είναι μια σαφέστατη εικόνα για την ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου, εντός ελαχίστου από την τέλεση της ανθρωποκτονίας χρόνου (όχι πάνω από πέντε ώρες, κατ’ εκτίμηση των περιστατικών ειδοποίησης και άφιξης των αστυνομικών), που δεν αντέχει στη δοκιμασία της κριτικής, υπέρ του κατηγορουμένου, σκέψης, ότι δηλ.

η συμπεριφορά του είχε πλέον αποστεί ψυχικά από την προ ολίγου τελεσθείσα υπό τούτου ανθρωποκτονία, επειδή είχε παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις πέντε (5) ώρες.

Συνεπώς ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά τη στιγμή της ανθρωποκτόνου ενέργειάς του κατά της Γ. Μ.. Κατόπιν των παραπάνω το δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος α) ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και β) περιύβρισης νεκρού.".

Στη συνέχεια το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο κήρυξε ομόφωνα ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που τελέστηκε από αυτόν σε αγροτική περιοχή μεταξύ των δημοτικών διαμερισμάτων ... Σερρών και ...ς του Δήμου Σιντικής, την 26-4-2011, και ειδικότερα ένοχο του ότι:

Ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Δεκανέας (ΣΝ) της δυνάμεως της 50ης Μ/Κ ΤΑΞ, σε αγροτική περιοχή μεταξύ των δημοτικών διαμερισμάτων ... Σερρών και ...ς του Δήμου Σιντικής Σερρών την 26-04-2011, με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σκότωσε άλλον. Συγκεκριμένα, λίγο μετά την 05:36’ ώρα, στην ως άνω αγροτική περιοχή και ειδικότερα στο ύψος του 1ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού ...-...ς και σε απόσταση τριακοσίων (300) μέτρων αριστερά απ’ αυτή, ύστερα από λογομαχία με την ιδιώτιδα Γ.

Μ. του Ι., κάτοικο ..., με την οποία διατηρούσε αισθηματικό δεσμό, της κατέφερε δυνατά και αλλεπάλληλα κτυπήματα σε όλη την περιοχή της κεφαλής και σε διάφορα σημεία του σώματος, με αποτέλεσμα να της προξενήσει: "Εκδορές της αριστεράς υπερόφρυας χώρας, εκδορά διαστάσεων 4X1 CM περίπου, μετωπιαία αριστερά, πλατιά εκδορά διαστάσεων 5X3 CM περίπου, αριστερά ζυγωματοκροταφικά, αιμάτωμα υπό πίεση της αριστεράς οφθαλμικής χώρας, εκτεταμένο υπόσφαγμα του αριστερού οφθαλμού, αιμάτωμα υπό πίεση της δεξιάς οφθαλμικής χώρας, εκτεταμένο υπόσφαγμα του δεξιού οφθαλμού, θλαστικές εκχυμωτικές κακώσεις με παραμόρφωση της ανατομικής δομής της ρινός, τραύματα της ρινός με αιμορραγία από τα κατεαγότα ρινικά οστά, ρινορραγία, κατάγματα των ρινικών οστών, εκδορές αριστερά παρειακά (γενίου, κάτω γνάθου), τραύμα του άνω χείλους του στόματος, τραύμα του κάτω χείλους του στόματος, κάταγμα του άνω και μέσου τομέα οδόντα αριστερά, γραμμοειδείς εκδορές τέσσερις στον αριθμό, παράλληλες μεταξύ τους, μεγαλυτέρου μήκους 1,5 CM περίπου και πλάτους 1 CM περίπου, του πώγωνος, πλατιά εκδορά διαστάσεων 7X5 CM περίπου, της προ τραχηλικής χώρας, ημισεληνοειδή εκδορά της στερνικής χώρας δεξιά μήκους 7 CM περίπου και πλάτους 1 CM περίπου, εκδορές των άκρων χειρών ραχιαία αμφοτερόπλευρα (δακτύλων), εκδορές του κάτω τριτημορίου της αριστεράς πηχεοκαρπικής, εκδορά διαστάσεων 2X1 CM περίπου της αριστεράς άκρας χειρός παλαμιαία, εκδορές επί θλαστικής εκχυμωτικής βάσεως της δεξιάς πλάγιας οσφυϊκής χώρας, διαστάσεων 5X2, 5 CM περίπου, μικροεκδορές της ραχιαίας επιφάνειας του δεξιού άκρου ποδός, επικράνιο αιμορραγία μετωποβρεγματικά, υπαραχνοειδή αιμορραγία της παρεγκεφαλίδος και οίδημα και υπεραιμία του εγκεφάλου".

Ακολούθως ο κατηγορούμενος, έχοντας ρίξει την Γ. στο έδαφος, έπιασε με τα δύο του χέρια το λαιμό της και τον έσφιξε με δύναμη πιέζοντάς τον με συνεχώς αυξανόμενη ένταση, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κάταγμα του υοειδούς οστού, κάταγμα του θυροειδούς χόνδρου του λάρυγγα και αιμορραγικές διηθήσεις των πέριξ μαλακών μορίων της συσκευής του λάρυγγα, συνεπεία των οποίων αποκλειστικά και μόνο επήλθε λίγο μετά την 05:36’ ώρα της ως άνω ημερομηνίας (26- 04-2011) ο θάνατος της δια στραγγαλισμού.

Επίσης, κήρυξε ομόφωνα ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της περιύβρισης νεκρού, που τελέστηκε από αυτόν σε αγροτική περιοχή μεταξύ των δημοτικών διαμερισμάτων ... Σερρών και ...ς του Δήμου Σιντικής, την 26-4-2011. Και ειδικότερα ένοχο του ότι: Ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Δεκανέας (ΣΝ) της δυνάμεως της 50ης Μ/Κ ΤΑΞ, σε αγροτική περιοχή μεταξύ των δημοτικών διαμερισμάτων ...

Σερρών και ...ς του Δήμου Σιντικής Σερρών την 26-04- 2011, ενήργησε πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικά με νεκρό. Συγκεκριμένα, λίγο μετά την 05:36’ ώρα, στην εν λόγω αγροτική περιοχή και ειδικότερα στο ύψος του 1ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού ...-...ς και σε απόσταση τριακοσίων (300) μέτρων αριστερά απ’ αυτή, αφού αφαίρεσε με στραγγαλισμό, ύστερα από λογομαχία, τη ζωή της ιδιώτιδας Γ.

Μ. του Ι., κατοίκου ...ς Σερρών, με την οποία διατηρούσε αισθηματικό δεσμό, ακολούθως, μέσω του υποκαμίσου που φορούσε η τελευταία, με τη χρήση αναπτήρα έθεσε φωτιά στο άψυχο σώμα αυτής, προκαλώντας σ’ αυτό: "Μεταθανάτια εγκαύματα του δεξιού ημιμορίου του προσώπου, του δεξιού πτερυγίου του ωτός, του αριστερού πτερυγίου του ωτός, της δεξιάς ρινοπαρειακής χώρας, του λαιμού (αυχενικά και τραχηλικά), του θώρακος (πρόσθιας επιφάνειας, οπίσθιας επιφάνειας και ωμοπλάτης), του αριστερού άνω άκρου, του δεξιού άνω άκρου (εσωτερικά του βραχιονίου), εγκαύματα της πρόσθιας επιφάνειας της κοιλίας και της αριστεράς οσφυϊκής χώρας", πράξη που εξέφραζε περιφρόνηση προς τη νεκρή, καθόσον προσέβαλε το κοινό αίσθημα σεβασμού προς τους νεκρούς".

Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παραθέτοντας σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξης, της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για την Οποία κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτό συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α’ , 27 παρ. 1, 59 παρ. 1, 63, 201 και 299 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε με τρόπο ευθύ ή πλάγιο, στερώντας δηλαδή την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εξής ουσιώδεις και κρίσιμες παραδοχές : Ότι στις 26-4-2011 ώρα 05.36’ στον ακριβή τόπο και υπό τις λοιπές περιστάσεις που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος, έχοντας καταναλώσει κατά τη διάρκεια της νύχτας κάποια ποσότητα αλκοόλ (ένα ποτήρι κρασί και πέντε-έξι ποτήρια Bacardi-cola), χωρίς να επηρεαστεί η οργανική και πνευματική του κατάσταση, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, αποφάσισε να σκοτώσει και σκότωσε τη φίλη του Μ.

Γ., με την οποία διατηρούσε αισθηματικό δεσμό, αρχικά καταφέροντας πολλά δυνατά κτυπήματα στο κεφάλι και σε διάφορα σημεία του σώματος της και στη συνέχεια σφίγγοντάς την με τα χέρια του στον λαιμό και προκαλώντας σ’ αυτή κατάγματα υοειδούς οστού και θυρεοειδούς χόνδρου, από τα οποία και επήλθε ο θάνατος της με στραγγαλισμό.

Ότι αμέσως μετά ο κατηγορούμενος, για να εξαφανίσει το σώμα της νεκρής, έβαλε φωτιά στο πουκάμισο της προκαλώντας πολλά εγκαύματα στο πρόσωπο και σε πολλά σημεία του σώματος της, και, αφού έσυρε το πτώμα μέχρι την άκρη παρακείμενου αρδευτικού καναλιού, το ώθησε να κυλήσει στο τσιμεντένιο πρανές του καναλιού, όπου και βρέθηκε με λυμένη τη ζώνη του παντελονιού και ανοικτό το παντελόνι.

Ότι είχε προηγηθεί (σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε με ακρίβεια) προσπάθεια του κατηγορουμένου για ερωτική συνεύρεση με τη φίλη του που αποκρούστηκε και έντονη συζήτηση μαζί της. Ότι ελάχιστο χρόνο πριν τη σκοτώσει ο κατηγορούμενος, η Μ. Γ. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη φίλη της, Κ. Σ., χωρίς η τελευταία να αντιληφθεί οποιαδήποτε ανησυχία στη φωνή της.

Ότι η μόνη κάκωση που είχε ο κατηγορούμενος, όταν παραδόθηκε στις αστυνομικές αρχές λίγες ώρες μετά την πράξη του, δηλαδή ένα αιμάτωμα και μικροεκδορές στο κάτω χείλος του, προήλθε από τις ενστικτώδεις αμυντικές κινήσεις του θύματος πριν τη θανάτωση του, και όχι από χτύπημα (μπουνιά) που δέχτηκε ο κατηγορούμενος από τη φίλη του μέσα στο αυτοκίνητο πριν φθάσουν στο σημείο του εγκλήματος, όπως αυτός ισχυρίστηκε.

Αιτιολογούνται πλήρως η ύπαρξη ανθρωποκτόνου δόλου και η κρίση ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και όχι σε βρασμό ψυχικής ορμής. Ειδικότερα, η κρίση ότι δεν υπήρξε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και η απόρριψη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού θεμελιώθηκε κυρίως στις παραδοχές:

α) ότι δεν προηγήθηκε του εγκλήματος χτύπημα στο χείλος και απαξιωτική συμπεριφορά του θύματος σε βάρος του κατηγορουμένου, που να πυροδότησε τη συναισθηματική του έκρηξη, όπως εκείνος είχε ισχυριστεί, β) η ανακοίνωση του θύματος για διακοπή της σχέσης τους δεν δικαιολογούσε ψυχολογικό αιφνιδιασμό και στιγμιαία συναισθηματική έξαψη, καθώς είχαν προηγηθεί πρόσκαιροι χωρισμοί και ο κατηγορούμενος είχε εξοικειωθεί με το ενδεχόμενο διακοπής της σχέσης τους, γ) η άρνηση του θύματος να συνευρεθεί ερωτικά με τον κατηγορούμενο δεν δικαιολογούσε αιφνίδια συναισθηματική υπερδιέγερση, καθώς αυτός γνώριζε ήδη ότι η σχέση τους έβαινε προς το τέλος της, δ) ο κατηγορούμενος κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας βρισκόταν σε συναισθηματική ένταση, η οποία επέτρεπε σ’ αυτόν να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και δεν απέκλειε την κριτική σκέψη και ε) οι ενέργειες του κατηγορουμένου αμέσως μετά τη θανάτωση του θύματος, με σκοπό την απόκρυψη της εγκληματικής πράξης του, μαρτυρούν συνέχιση της ψυχρής ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης, στην οποία αυτός βρισκόταν κατά την τέλεση της πράξης, και όχι κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής.

Επίσης αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια και επαρκή πληρότητα, η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου για άρση και, επικουρικά, για μείωση της ικανότητας καταλογισμού της πράξης (κατά τα άρθρα 34 και 36 ΠΚ), μετά από συνεκτίμηση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και των πορισμάτων πραγματογνωμοσύνης, που διατάχτηκε αυτεπάγγελτα κατά την προδικασία και διενεργήθηκε από τους πραγματογνώμονες - ψυχιάτρους Χ.

Κ. και Ι. Ν.. Πιο συγκεκριμένα το δικαστήριο της ουσίας, κατά πλειοψηφία, θεμελίωσε την κρίση του στις εξής ουσιαστικές παραδοχές : Ότι ο πραγματογνώμονας Χ. Κ. στο πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του αποφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν έπασχε από κάποια ψυχική νόσο πριν από την παραπτωματική πράξη, για την οποία κατηγορείται, και έχει καταλογισμό για την πράξη αυτή, επειδή έχει ελεύθερη ψυχοπαθολογία αλλά και επειδή δεν υπήρχαν άλλοι επιστημονικοί λόγοι που να αιτιολογούν ακαταλόγιστο ή έστω μερικό καταλογισμό.

Ότι ο πραγματογνώμονας I. Ν. στην πραγματογνωμοσύνη του δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έπασχε (και πριν ακόμη γνωρίσει το θύμα) από διαταραχή της προσωπικότητάς του, που χαρακτηρίζεται από ναρκισσιστικά και μεταιχμιακά στοιχεία και από χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη, καθώς και ότι από τις διηγήσεις του και από τα τεστ που έγιναν σ’ αυτόν προκύπτει ότι ήταν δύσκολο να κρατήσει τον αυτοέλεγχο του κάτω από τις ψυχοπιεστικές καταστάσεις της λεκτικής και σωματικής σύγκρουσής του με το θύμα, και είχε μειωμένο καταλογισμό.

Ότι η αξιολόγηση - γνωμοδότηση αυτή αποκρούστηκε από την πλειοψηφία του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ως αναιτιολόγητη και επιστημονικά ατεκμηρίωση, με τις σκέψεις ότι ο πραγματογνώμονας κάνει λόγο για πιθανότητα ο κατηγορούμενος να βρίσκεται στα αρχικά στάδια της ψύχωσης, ενώ η αναφορά του σε διαπληκτισμό, που εμπόδισε τον κατηγορούμενο να διατηρήσει τον αυτοέλεγχο του, δεν προσδιορίζει συγκεκριμένη μορφή διατάραξης της συνείδησης, αλλά συνάπτεται και με αξιολόγηση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών (λεκτική και σωματική σύγκρουση), που εμπίπτουν αποκλειστικά στην δικαστική κρίση, και όχι στο επιστημονικό πεδίο της ψυχιατρικής.

Ότι επιπλέον ο ψυχίατρος Δ. Μ. (ως τεχνικός σύμβουλος του κατηγορουμένου) και οι ψυχίατροι του Ψυχιατρείου Κρατουμένων κορυδαλλού Κ. Κ. και Ε. Π., που αναμίχτηκαν στην υπόθεση και εξέτασαν επισταμένως τον κατηγορούμενο, αποφάνθηκαν αρνητικά για συνδρομή ψυχοπαθολογικών στοιχείων στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, εναρμονιζόμενοι με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου Χ.

Κ.. Ότι, ως προς το νέο αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίστηκε για πρώτη φορά στη δίκη ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, δηλαδή την παρουσία μικρού φλεβώδους αγγειώματος στη δεξιά βρεγματική περιοχή, το οποίο εικονίζεται σε δύο τομές μαγνητικής τομογραφίας του κατηγορουμένου που έγινε στο ΓΝΑ "Γ.

ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", δεν έγινε δεκτή η άποψη του πραγματογνώμονα I. Ν. και των μαρτύρων υπεράσπισης Α. Δ., καθηγητή ψυχιατρικής, Μ. Ε., ψυχιάτρου - νευρολόγου και Δ. Β., νευροψυχολόγου, ότι πρόκειται για εύρημα οργανικής εγκεφαλικής βλάβης, που μπορεί να διαταράξει τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και να αιτιολογήσει την απώλεια αυτοελέγχου αυτού.

Με την άποψη δε αυτή ευθυγραμμίζεται, ως γενική τοποθέτηση, και ο πραγματογνώμονας Χ. Κ. με την κατάθεσή του στο ακροατήριο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όπου αυτός διαφοροποιείται ενμέρει από το προαναφερόμενο πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του, μη αποκλείοντας τη δυνατότητα μειωμένου καταλογισμού, εφόσον επιβεβαιώνονται συγκεκριμένες στρεσογόνες συνθήκες.

Και ότι, σύμφωνα με τις καταθέσεις των Π. Φ., αρχιάτρου επιμελητή της Νευρολογικής Κλινικής του 424 ΓΣΝΕ και Π. Ν., αρχιάτρου - διευθυντή Μαγνητικού Τομογράφου του ίδιου νοσοκομείου, οι οποίοι κλήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και εξετάστηκαν ως μάρτυρες με ειδικές γνώσεις για το εύρημα της μαγνητικής τομογραφίας του κατηγορουμένου, το εύρημα αυτό είναι φυσιολογική ανατομική παραλλαγή αγγειώματος και υγιής βρεγματικός λοβός, που βρίσκεται στην περιοχή των συναισθημάτων, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει τις συναισθηματικές εκδηλώσεις και τη λειτουργία του εγκεφάλου, ο οποίος απεικονίζεται μαγνητικά με κανονική αιματική λειτουργία και φυσιολογικές δομές.

Με βάση δε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, η πλειοψηφία του δικαστηρίου της ουσίας οδηγήθηκε στην κρίση ότι δεν συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή σοβαρή παροδική διατάραξη της συνείδησης, οι οποίες να στέρησαν εντελώς ή να μείωσαν σημαντικά την ικανότητα του κατηγορουμένου να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό και με τις επιταγές της λογικής (αντίθετα, κατά τη μειοψηφία δύο δικαστών, ο κατηγορούμενος έπασχε από "μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας", η οποία, ενόψει της λεκτικής αντιπαράθεσης και απόρριψής του από το θύμα, προκάλεσε παροδικό ιδεασμό παρανοϊκού τύπου και βραχύ ψυχωσικό επεισόδιο, κατά τη διάρκεια του οποίου τελέστηκε η πράξη, μειώνοντας σημαντικά την ικανότητα αυτού για καταλογισμό της).

Επομένως, υπό τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, με ορθή εφαρμογή των σχετικών ποινικών διατάξεων και με την επιβαλλόμενη ειδική αιτιολογία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ότι η πράξη αποφασίστηκε και τελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής και ότι συνέτρεχε περίπτωση πλήρους άρσης ή, επικουρικά, μείωσης της ικανότητας για καταλογισμό αυτής.

Με τις ίδιες ουσιαστικές παραδοχές, και ιδίως με τις παραδοχές ότι, ελάχιστο χρόνο πριν δολοφονηθεί, η Μ. Γ. είχε ήρεμη τηλεφωνική επικοινωνία με τη φίλη της Κ. Σ. και ότι δεν προηγήθηκε της ανθρωποκτόνου πράξης απαξιωτική συμπεριφορά και γρονθοκόπηση του κατηγορουμένου από την πλευρά του θύματος (που να πυροδότησε, ενόψει της μεταιχμιακής διαταραχής του κατηγορουμένου, βραχύ ψυχωσικό επεισόδιο και να τον εξώθησε στο έγκλημα σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού), αιτιολογείται επαρκώς και η απόκλιση της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας από το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα I.

Ν. (ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από οριακή διαταραχή προσωπικότητας με ναρκισσιστικά και μεταιχμιακά στοιχεία και κάτω από τις ψυχοπιεστικές καταστάσεις της λεκτικής και σωματικής σύγκρουσης του με τη Μ. Γ., ήταν δύσκολο να κρατήσει τον αυτοέλεγχο του και τέλεσε το έγκλημα με μειωμένο καταλογισμό). Συνακολούθως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι του από 17-9-2015 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ και Δ’ ΚΠΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 299 παρ. 1-2, 34 και 36 ΠΚ και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών εφαρμογής των άρθρων 299 παρ. 2, 34 και 36 ΠΚ, καθώς και ο πρώτος λόγος του από 25-9-2015 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την μη αποδοχή του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα I.

Ν..

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, με τους οποίους ζητείται η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφανση για συνδρομή ή μη των αντιστοίχων ελαφρυντικών περιστάσεων. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, "... θεωρούνται ιδίως α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ώς το. χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ... ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.".

Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας. Η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και γενικά η μη εμπλοκή σε παραβατική δραστηριότητα συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία, αλλά δεν αρκεί για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης.

Εξάλλου, η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε’ ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης.

Αντίθετα, η ύπαρξη καλής διαγωγής, η έλλειψη πειθαρχικής καταδίκης, η εργασία και γενικά η τυπική και συνήθης συμμόρφωση του καταδίκου στο εξαναγκαστικό ρυθμιστικό πλαίσιο των σωφρονιστικών καταστημάτων αξιολογούνται και αξιοποιούνται, καταρχήν, για την παροχή των ευεργετημάτων, που προβλέπει ρητά και ειδικά ο νόμος (συνυπολογισμός χρόνου εργασίας κατά την έκτιση της ποινής, λήψη αδειών κλπ.), στην απόλαυση των οποίων προδήλως και ευλόγως αποσκοπεί κάθε κρατούμενος, και δεν αρκούν για τη χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού.

Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη (και όχι μόνο την ελεύθερη) διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, δεν μπορεί να αποκλειστεί η συνδρομή όρων χορήγησης του h σχετικού ελαφρυντικού και υπό σχετικά μακρόχρονο καθεστώς κράτησης, στις εξαιρετικές και διακριτές εκείνες περιπτώσεις που η στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη στάση και συμπεριφορά συμμόρφωσης του μέσου κρατούμενου για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων σωφρονιστικών ευεργετημάτων και αντανακλά, με διαπιστωμένη βεβαιότητα, την ειλικρινή ψυχοβουλητική μεταστροφή αυτού, τη σταθερή εναρμόνιση του προς τις επιταγές της έννομης τάξης και την ουσιαστική σωφρονιστική βελτίωση της προσωπικότητάς του.

Στην προκειμένη περίπτωση μετά την απαγγελία της απόφασης για την ενοχή, η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου προέβαλε, διατυπωμένους σε γραπτό κείμενο, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ ΠΚ, οι οποίοι αναπτύχθηκαν προφορικά και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά με το εξής περιεχόμενο: "Στο πρόσωπο μου συντρέχουν οι εξής ελαφρυντικές περιστάσεις :

1. ΕΙΧΑ ΖΗΣΕΙ ΕΝΤΙΜΗ ΑΤΟΜΙΚΗ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ (ΑΡΘΡΟ 84 ΠΑΡ. 2 στοιχ. α’ ΠΚ).

Η μειωτική της ποινής λειτουργία της υπό κρίσιν ελαφρυντικής περιστάσεως έχει την έννοια ότι ο Δικαστής οφείλει κατά την επιμέτρηση της ποινής να λάβει υπόψη του την προ του εγκλήματος συμπεριφορά του δράστη, ώστε να αξιολογήσει σε συνδυασμό και με τη φύση του εγκλήματος, τον χαρακτήρα του δράστη και ως εκ τούτου να κρίνει εάν είναι απαραίτητη η επιβολή σε αυτόν της πλήρους ποινής.

Η ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση θα πρέπει να συνδεθεί και με τους επιδιωκόμενους με την επιβαλλόμενη ποινή σκοπούς στα πλαίσια της ειδικής και γενικής πρόληψης σύμφωνα με τις ενωτικές θεωρίες περί ποινής. Από την συνδυασμένη αξιολόγηση του πρότερου βίου του δράστη και με εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της νομιμότητας, θα πρέπει να επιβάλλεται στον δράστη ένα πλαίσιο ποινής τέτοιο, που να τον αποτρέπει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων στο μέλλον, αλλά και που θα τον βοηθά στην ομαλή του επανένταξη στην κοινωνία.

Η αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου ανάγεται και επικεντρώνεται στις περιστάσεις που αφορούν την προσωπικότητα του δράστη πριν από την πράξη του. Δεν έχουν, λοιπόν, σχέση με τις περιστάσεις που συνόδευσαν την εκτέλεση της πράξης δηλαδή δεν έχουν σχέση με τη βαρύτητα του εγκλήματος, αλλά με καθευατή την προσωπικότητα του κατηγορουμένου.

Έχω λευκό ποινικό μητρώο και δεν είχα απασχολήσει τις Αρχές, πριν από την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορούμαι, ούτε για παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Ήμουν κοινωνικός και είχα αναπτύξει πολλές φιλίες, τόσο με συμφοιτητές μου, όσο και με πρόσωπα που γνώρισα ως στρατιώτης. Κατά τη διάρκεια της θητείας μου, εξ αιτίας της πρόθυμης συμπεριφοράς μου, όλοι οι ανώτεροι μου με εκτιμούσαν.

Ειδικότερα, όπως κατατέθηκε ενώπιον Σας από ηλικία δώδεκα ετών δούλευα μαζί με τη μητέρα μου στη Σκόπελο και προσπαθούσα να βοηθήσω όσο μπορούσα την οικογένειά μου. Για να καταφέρω να χρηματοδοτήσω τις σπουδές μου στο τμήμα Πληροφορικής του ΤΕΙ Σερρών, εργαζόμουν σε διάφορα μαγαζιά, ως λαντζιέρης και στον μπουφέ, κερδίζοντας με κόπο τα προς το ζην.

Με αυτά τα χρήματα βοηθούσα όσο μπορούσα και την θανούσα, με την οποία ήμουν ερωτευμένος και την αγαπούσα, καλύπτοντας τα κοινά μας έξοδα, αγοράζοντας πράγματα για το σπίτι της (φωτιστικά, μικροέπιπλα, θερμάστρα, λαπτοπ, ράδιο cd, συναγερμό) - όπως κατέθεσαν ακόμα και οι μάρτυρες κατηγορίας ενώπιον Σας - και αποταμιεύοντας χρήματα, για τη μελλοντική μας κοινή ζωή.

Ουδέποτε χειροδίκησα κατά πρώην σχέσης μου, και παρά το γεγονός ότι πράγματι είχα εκρήξεις θυμού και βίας, αυτές πάντα - με μία και μοναδική εξαίρεση την πράξη που τέλεσα - στρέφονταν είτε κατά αντικειμένων, είτε κατά του εαυτού μου. Ας σημειωθεί εδώ πως υπήρξα για μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής μου, και συνεχίζω μέχρι σήμερα να είμαι, ασθενής, καθώς όπως αναλυτικά εξετέθη αντιμετωπίζω σοβαρά προβλήματα υγείας, τόσο οργανικής φύσεως (υπερπρολακτιναιμία και αγγειακή εγκεφαλική διαταραχή) όσο και ψυχολογικής φύσεως, ήτοι σοβαρού βαθμού μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας, όπως προκύπτει από το σύνολο των ιατρικών εγγράφων που έχουν ήδη προσκομισθεί.

Ως εκ τούτου ικανοποιείται η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 και 2 περ. α’ Π Κ σχετικά με την πρότερη έντιμη ζωή.

2. ΚΑΛΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ (ΑΡΘΡΟ 84 ΠΑΡ. 2 στοιχ. ε’ ΠΚ) Η μειωτική της ποινής λειτουργία της υπό κρίσιν ελαφρυντικής περιστάσεως στηρίζεται στη σκέψη ότι η καλή συμπεριφορά μετά την πράξη αποτελεί ασφαλή ένδειξη αρχομένης κοινωνικοποιήσεως (επανεντάξεως) του δράστη ώστε να μην είναι αναγκαία πλέον η επιβολή σε αυτόν πλήρους ποινής.

Το γεγονός ότι ο δράστης βρίσκεται υπό καθεστώς κράτησης, δεν αρκεί για την απόρριψη του εν λόγω ελαφρυντικού, καθώς η θετική (καλή) συμπεριφορά, ακόμα και εντός καταστήματος κράτησης δείχνει σαφώς την πρόθεση του δράστη για βελτίωση του χαρακτήρα του. Στο πνεύμα αυτό κινείται και η πρόσφατη νομολογία των Δικαστηρίων μας από τα οποία αναγνωρίζεται η ελαφρυντική περίσταση της περίπτωσης ε’ της πρώτης παραγράφου του άρθρου 84 ΠΚ, ακόμα και σε πρώτου βαθμού κρίσεις, ενώ ο κατηγορούμενος δικάζεται πριν από την πάροδο του ανώτατου ορίου προσωρινής κράτησης ήτοι πριν από πάροδο δεκαοκτώ μηνών από την τέλεση της πράξης.

Έτσι, στην υπ’ αρ. 1159/2013 Απόφαση του Αρείου Πάγου ορίζεται ότι: " ... για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, .... Όμως δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, στον ευρισκόμενο στη φυλακή( κρατούμενο από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεως του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κράτησης του προδήλως, εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά.

Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και, πέραν των όποιων προνομίων που προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτίωσης του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου.

Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, είναι προδήλως διακριτή της συνήθους νομοταγούς συμπεριφοράς του κρατούμενου και συγκροτεί όλως εξαιρετική συμπεριφορά του".

Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που κρατούμαι, όπως προκύπτει από την από 17-9- 2013 βεβαίωση διαγωγής του Ψυχιατρείου Κρατουμένων Κορυδαλλού και από το από 13-9-2013 Πληροφοριακό Σημείωμα του τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του Ψυχιατρείου των Φυλακών Κορυδαλλού, είμαι άτομο σοβαρό, εσωστρεφές και ήπιων τόνων, που ουδέποτε δημιούργησα πρόβλημα, γι’ αυτό άλλωστε και η διαγωγή μου είναι εξαιρετική και δεν έχω τιμωρηθεί πειθαρχικά.

Η συμπεριφορά μου προς τους κρατουμένους και τους υπαλλήλους χαρακτηρίζεται από πλήρη υπακοή και συμμόρφωση προς τους κανονισμούς. Επιπλέον, εργάζομαι ως βοηθός νοσοκόμου ανελλιπώς, μία θέση εργασίας ιδιαίτερη και απαιτητική, σημειώνοντας υψηλό βαθμό απόδοσης και επιδεικνύοντας εργατικότητα, υποδειγματική προθυμία, εξαιρετικό ζήλο, προθυμία και αφοσίωση, αποτελώντας παράδειγμα προς μίμηση για τους άλλους συγκροτούμενούς μου.

Επίσης, ασχολούμαι με την εύρυθμη λειτουργία του Ιερού Ναού του καταστήματος, σε συστηματική βάση, καθώς πιστεύω στο θεό και είμαι βαθειά θρησκευόμενος. Επιπρόσθετα, αξιοποιώντας τις γνώσεις μου στον τομέα της πληροφορικής, έχω εξ ολοκλήρου καταρτίσει το μηχανογραφικό πρόγραμμα του Ψυχιατρείου των φυλακών Κορυδαλλού, αυτοματοποιώντας και αρχειοθετώντας τόσο το σύστημα συνταγογράφησης και ιατρικής περίθαλψης, όσο και το ταμείο του κυλικείου.

Είναι μάλιστα άξιο λόγου το γεγονός ότι, εάν αυτό το πρόγραμμα ανατίθετο σε ιδιωτική εταιρεία, θα κόστιζε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στο ελληνικό δημόσιο. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδεικνύονται τόσο από τα έγγραφα που έχω προσκομίσει, όσο και από τις μαρτυρικές ενώπιον Σας καταθέσεις αποδεικνύουν πως η ζωή μου εντός του καταστήματος κράτησης είναι προδήλως διακριτή της συνήθους νομοταγούς συμπεριφοράς του κρατουμένου, και δύναται να χαρακτηρισθεί ως πραγματικά εξαιρετική, όπως απαιτείται για ην αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού.

Όλα τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από το γεγονός ότι αμέσως μετά την εκ μέρους μου τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορούμαι, και αφού συνειδητοποίησα τι είχα κάνει, δεν διέφυγα, δεν προσπάθησα να αποκρύψω την πράξη μου (με δεδομένο και το απόμακρο του σημείου όπου έλαβε χώρα το αποτρόπαιο συμβάν), αλλά επέστρεψα στο σημείο όπου βρισκόταν η θανούσα, κάλεσα το ΕΚΑΒ και την Αστυνομία, ομολογώντας την πράξη μου και αποδεχόμενος πλήρως την ευθύνη, χωρίς να προβάλλω την παραμικρή αντίσταση κατά τη σύλληψή μου) είπα μάλιστα χαρακτηριστικά στον πατέρα της να έλθει να με σκοτώσει με την καραμπίνα καθώς δεν ήθελα να ζω, αφού η γυναίκα που υπεραγαπούσα δεν ζούσε πια εξ αιτίας μου.

Ως εκ τούτου ικανοποιείται η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 και 2 περ. ε’ ΠΚ σχετικά με την μη τέλεση άλλων εγκλημάτων, καθώς όπως αποδεικνύεται από τα ανωτέρω, έχω επιδείξει εξαιρετική συμπεριφορά, διακριτή της συνήθους μετά την τέλεση της πράξης, καίτοι βρίσκομαι υπό καθεστώς κράτησης".

Ακολούθως το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτούς, κατά πλειοψηφία (4 προς 1), με την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του Π Κ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνώρισης σ’ αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του αυτή. Ειδικότερα : Για τη θεμελίωση του κατ’ άρθρον 84 παρ. 2α ΠΚ ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου δεν αρκεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, αλλά πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις εκδηλώσεις της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής του ζωής. Για τη θεμελίωση του κατ’ άρθρον 84 2ε ΠΚ ελαφρυντικού απαιτείται η καλή διαγωγή του κατηγορουμένου μετά την πράξη, να αποτελεί ελεύθερη επιλογή αυτού και όχι εξαναγκασμένη συμπεριφορά υπό συνθήκες εγκλεισμού.

Συνεπώς η καλή συμπεριφορά στο ελεύθερο κοινωνικό πεδίο συνίσταται στη μη τέλεση άλλων εγκλημάτων, σε κοινωνική αγαθοποιό δραστηριότητα και σε επίδειξη αβιάστως διακρινόμενου ενδιαφέροντος προς το θύμα. Πρέπει δε να διαρκεί για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και το μήκος του τελευταίου πρέπει να είναι ανάλογο προς τη βαρύτητα της πράξης.

Έτσι ο ισχυρισμός περί καλής συμπεριφοράς στον τόπο κράτησης του δράστη δεν αρκεί, η δε προσκόμιση του πιστοποιητικού του διευθυντή των φυλακών περί καλής διαγωγής και μη πειθαρχικής τιμώρησής του δεν αποδεικνύει καλή συμπεριφορά, καθόσον, όπως προεξετέθη, πρέπει να επιδεικνύεται (η καλή συμπεριφορά) υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, και όσον αφορά τα υπό της υπεράσπισης επικαλούμενα ελαφρυντικά, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Συνέπεια των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του δράστη (όπως παραπάνω στο ιστορικό της παρούσας εξιστορήθηκαν και στην ενότητα περί ενοχής), ήταν και τα ξεσπάσματα βίας, τόσο προς την κοπέλα της προηγούμενης σχέσης του, όσο και προς τη θανούσα, χτυπώντας μια φορά την τελευταία στο κεφάλι, περί το μήνα Νοέμβριο του 2010 και μια φορά, πάλι τη θανούσα, κατά την έξοδό τους για καφέ.

Στο τελευταίο μάλιστα αυτό συμβάν η θανούσα είχε ζητήσει από τον Α. να "μαζέψει" το φίλο του, δηλ, το δράστη, αν και ο Α. είχε νομίσει ότι η θανούσα έκανε πλάκα. Η επίσκεψη όμως αυτού στον τόπο του συμβάντος διέλυσε τις αμφιβολίες του, βρίσκοντας τόσο τη θανούσα όσο και το δράστη να κλαίνε. Τα γεγονότα αυτά βίας στα οποία, σημειωτέον, πρέπει να προστεθεί και αυτό κατά ενός ιδιώτη Γ.

που ο κατηγορούμενος τον κτύπησε έξω από ένα μπαρ στις Σέρρες, Πρωτοχρονιά του 2011 (επειδή, κατά τον κατηγορούμενο, ενήργησε άσεμνη χειρονομία προς τη θανούσα), δείχνουν ακριβώς ότι ο κατηγορούμενος δεν διήγε ήρεμο βίο, από πλευράς κοινωνικής παρουσίας του και συνεπώς πρέπει, με ψήφους τέσσερις έναντι μιας (4- 1), να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, ο υποβληθείς απ’ αυτόν αυτοτελής ισχυρισμός εφαρμογής των ελαφρυντικών περιστάσεων του εδ.

α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Συναφώς, στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι αποτελεί έωλη και επιπόλαιη αξιολόγηση περί καλής συμπεριφοράς του συγκεκριμένου κατηγορουμένου, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, όταν το απαιτούμενο αυτό χρονικό διάστημα αφορά εγκλεισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα, όπως εν προκειμένω, και η διερευνώμενη συμπεριφορά αφορά "εξαναγκασμένη" συμπεριφορά, αφού ο κατηγορούμενος είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει κάποιους αυστηρούς κανόνες που περιλαμβάνουν και όρους για την ωφέλεια του κατηγορουμένου, όχι ως ελευθέρου ανθρώπου, αλλά ως κρατουμένου.

Έτσι, η επιδειχθείσα από τον κατηγορούμενο καλή συμπεριφορά (δημιουργίας απ’ αυτόν προτύπου και πλήρους μηχανογραφικού συστήματος για το Ψυχιατρικό Κατάστημα Κορυδαλλού), δεν είναι προϊόν της ελεύθερης κρίσης του, αλλά μονοδρομική επιλογή για σκοπούμενη προσωπική του ωφέλεια μέσω των κανόνων του σωφρονιστικού εγκλεισμού του.

Κατά συνέπεια με ψήφους τέσσερις έναντι μιας (4-1) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του ο υποβληθείς από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός εφαρμογής των ελαφρυντικών περιστάσεων του εδ. ε της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 Σ. και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, την οποία δεν παραβίασε με ευθύ ή με πλάγιο τρόπο.

Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα ότι ο κατηγορούμενος κατά τα έτη 2010-2011 είχε ασκήσει σωματική βία δύο φορές σε βάρος της φίλης του Μ. Γ. και μία φορά σε βάρος ιδιώτη με το όνομα Γ.ς, καθώς και ότι είχε ασκήσει σωματική βία και σε βάρος της Κ.Κ., με την οποία διατηρούσε προσωπική σχέση πριν συνάψει αισθηματικό δεσμό με τη Μ.

Γ. (και την οποία είχε πιάσει από τον λαιμό και <κολλήσει> στον τοίχο, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης για την ενοχή, σελ. 58). Συνδέοντας δε άμεσα τα συγκεκριμένα βίαια περιστατικά με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τού κατηγορουμένου, όπως αυτά έχουν περιγραφεί στο σκεπτικό για την ενοχή, κατέληξε στην παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος "δεν διήγε ήρεμο βίο, από πλευράς κοινωνικής παρουσίας", υποδηλώνοντας σαφώς ότι αυτός είχε αρνητική (βίαιη) κοινωνική συμπεριφορά μέχρι την τέλεση της πράξης, γεγονός που αποκλείει την ύπαρξη προτέρου εντίμου βίου ως προς αυτόν τον τομέα της βιοτικής δράσης του και θεμελιώνει την κρίση για απόρριψη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού.

Υπό αυτές τις παραδοχές, ορθά και αιτιολογημένα κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, αξιολογείται με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου και πρέπει να καλύπτει, με τρόπο θετικό και σε βαθμό που να καθιστά μη αναμενόμενη την παραβατική εκτροπή, όλες τις βιοτικές εκφάνσεις του προσώπου, δηλαδή και ως προς την κοινωνική παρουσία και συμπεριφορά του.

Εξάλλου, ο αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού δεν περιείχε πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή του και για τη δικαστική διερεύνηση και απόφανση της συνδρομής ή μη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης.

Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αυτός επικαλέστηκε, και ειδικότερα η συμμόρφωση του κατηγορουμένου προς τους σωφρονιστικούς κανονισμούς, η έλλειψη πειθαρχικών παραβάσεων, η εργασία του ως βοηθού νοσοκόμου και η συμβολή του στην κατάρτιση του μηχανογραφικού προγράμματος του Ψυχιατρείου των Φυλακών Κορυδαλλού, δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν εξαιρετική περίπτωση συμπεριφοράς καταδίκου με την προαναφερόμενη έννοια για τη χορήγηση από το δικαστήριο της ουσίας του ζητούμενου ελαφρυντικού υπό καθεστώς κράτησης.

Επομένως και αφού ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος, δεν όφειλε το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του. Συνακολούθως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι τέταρτος και πέμπτος του από 17-9-2015 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης και ο τρίτος λόγος του από 25-9-2015 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ και Δ’ ΚΠΔ, για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ ΠΚ και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αντιστοίχων αυτοτελών ισχυρισμών.

Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει, για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την ενοχή ή την επιβλητέα ποινή, έγγραφο που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, επειδή παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου (από το άρθρο 358 ΚΠΔ) να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας ποινικής συζήτησης δεν είναι αναγκαίο να σημειώνεται σε ποίο αποδεικτέο ζήτημα αφορά το έγγραφο που αναγνώστηκε, ούτε να καταχωρίζεται σ’ αυτά το περιεχόμενο του εγγράφου.

Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν επαρκώς την ταυτότητα του εγγράφου (μνεία χρόνου σύνταξης, αναφορά εκδότριας αρχής κλπ. ώστε να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώστηκε πράγματι το περιεχόμενο του και ότι ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου, είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του από το άρθρο 358 ΚΠΔ, η οποία εξαρτάται από την πραγματοποίηση της ανάγνωσης του εγγράφου, και όχι από τον τρόπο καταχώρισης του στα πρακτικά.

Όταν δε το έγγραφο προσκομίστηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο προσδιορισμός της ταυτότητάς του δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς αυτόν, ο οποίος, αφού γνωρίζει το περιεχόμενο του, μπορεί να προβαίνει σε σχετικές δηλώσεις και εξηγήσεις, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ. Επίσης δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αναγνωστέου εγγράφου, εάν δεν γίνεται επίκληση ή δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώστηκε άλλο έγγραφο με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.

Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου που δεν αναγνώστηκε δεν επιφέρει την προαναφερόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο, που το περιεχόμενο του, κατά την απόφαση, έχει προκύψει από άλλο αποδεικτικό μέσο ή αναφέρεται στην απόφαση μόνο διηγηματικά και όχι για τη θεμελίωση ενοχής και την επιμέτρηση ποινής -ή.

πρόκειται για έγγραφο διαδικαστικό ή για έγγραφο που αποτελεί το σώμα ή τη βάση του εγκλήματος και θεμελιωτικό στοιχείο της κατηγορίας που αποδόθηκε και γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος, αφού γνώριζε την κατηγορία, ήταν σε θέση να αντιτάξει σχετική υπεράσπιση.

Με τον δεύτερο λόγο του από 25-9-2015 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή λήφθηκε υπόψη έγγραφο της στρατολογικής κατάστασης του κατηγορουμένου, που δεν συμπεριλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε αναγνώστηκε. Όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά (σελ. 57), το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, αμέσως μετά την αναφορά (ως προς το είδος τους) των αποδεικτικών μέσων και πριν από την ιστόρηση της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου από την έναρξη της σχέσης του με τη Μ. Γ. μέχρι την τέλεση του εγκλήματος, κάνει λόγο για τη στρατολογική κατάσταση αυτού από την κατάταξή του ως στρατιώτης (ΠΖ) και την εξέλιξή του σε δεκανέα (ΣΝ). Πιο συγκεκριμένα στη σχετική περικοπή περιέχονται τα εξής: "Ο κατηγορούμενος τη 17-08-2010 κατατάχτηκε ως Στρατιώτης (ΠΖ) στο 523 ΤΠ (Τάγμα Πεζικού), ενώ την 31-08-2010 δυνάμει σχετικής διαταγής του ΓΕΣ (Γενικού Επιτελείου Στρατού) μετατάχτηκε από το Πεζικό στη Στρατονομία. Την 29-10-2010 δυνάμει της .../29 Οκτ. 2010 σχετικής διαταγής του ΓΕΣ/ΔΣΝ (Διεύθυνση Στρατονομίας) ονομάστηκε Δεκανέας (ΣΝ) και τη 13-02-2011 μετατέθηκε και ενεγράφη στις τάξεις οπλιτών της 50ηςΜ/Κ ΤΑΞ. Πριν την κατάταξή του στις τάξεις του Στρατού Ξηράς, κατοικούσε με τους γονείς του Κ. και Β. Α. και την αδελφή του Α. Χ., στην περιοχή του Ευόσμου Θεσσαλονίκης...".

Το σχετικό έγγραφο αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μόνο για την περιγραφή της στρατολογικής κατάστασης του κατηγορουμένου, και όχι ως έγγραφο μέσο απόδειξης περιστατικών που να θεμελιώνουν στοιχεία της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης των εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, ενώ, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, η ύπαρξη και το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν συνδέθηκε, ούτε αξιοποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, για τη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου ή για την επιβλητέα ποινή. Επομένως και αφού το επίμαχο έγγραφο δεν αξιοποιήθηκε αποδεικτικά για την ενοχή του κατηγορουμένου ή για την επιβλητέα ποινή, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, η μη ανάγνωσή του δεν επέφερε καμία ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και είναι αβάσιμος ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι συνεκδικαζόμενοι μ’ αυτή πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Σημειώνεται ότι οι πολιτικώς ενάγοντες Α. Γ., Ι. Γ. και Κ. Γ., σε καθέναν από τους οποίους επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματική ικανοποίηση ποσού πενήντα (50) ευρώ για ψυχική οδύνη από τη θανάτωση της Μ. Γ., δεν παραστάθηκαν κατά την αναιρετική δίκη, καίτοι κλήθηκαν νόμιμα γι’ αυτό, όπως προκύπτει από το από 20-4-2015 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Ό. Χ., το από 1-4-2015 αποδεικτικό επίδοσης του υπαρχιφύλακα του AT ... Σ. Σ. και το από 28-4-2015 αποδεικτικό επίδοσης του υπαρχιφύλακα του AT ... Β. Φ., αντίστοιχα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-5-2014 αίτηση - δήλωση του Β. Α. του Κ., που επιδόθηκε στις 10-6-2014 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της απόφασης 24/2014 του: Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Β’ ΤΜΗΜΑ) και τους προσθέτους λόγους αναίρεσης, που ασκήθηκαν με τα κατατεθέντα την 17-9-2015 και την 25-9-2015 δικόγραφα προσθέτων λόγων αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ