Legislator Case Law & Legislation
909/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance judgment for taking into account unproposed material facts under Article 559(8).

Case Number 909/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the second instance judgment, ruling that the lower court improperly considered a material fact not proposed by the parties. The appellant argued that a specific claim regarding the fictitious nature of a settlement deed was overlooked in the appellate proceedings. The court held that the second instance court had taken into account this unproposed fact, which had a significant impact on the case outcome, thereby violating procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure; Art. 240 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the court, contrary to law, takes into account matters not proposed or fails to consider matters proposed that have a significant influence on the outcome of the case.

Keywords

AI generated
appeal admissibility unproposed facts significant influence second instance error procedural violation Code of Civil Procedure material facts

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 240 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 909 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 909/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραγκάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Μ. - Ν. Σ. & Σία Ο.Ε", που εδρεύει στο Καρπενήσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 178/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαΐου 2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 282/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 29 Μαρτίου 2011 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των με αριθμό 2 από το άρθρο 559 αρ. 8 και 12 του Κ.Πολ.Δικ. λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενου με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Εξάλλου κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δικ. "για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση ισχυρισμού, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλους τους ισχυρισμούς που ο διάδικος είχε προβάλλει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του ισχυρισμού, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων στις οποίες γίνεται επίκληση του ισχυρισμού στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, (Ολ.ΑΠ 9/2000, 23/2008).

Εξάλλου κατά το άρθρο 138 παρ.1 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και όταν ακόμη μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλ' αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 36/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, απορρίφθηκε η ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά διαταγής πληρωμής, που είχε εκδοθεί εναντίον του και υπέρ της αναιρεσίβλητης με βάση τραπεζική επιταγή εκδόσεώς του, την οποία προσέβαλε ως πλαστή, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η καθ' ης η ανακοπή (και ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία κατασκευής και πώλησης πολυώροφων οικοδομών, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων υπ' αρ. ...

και .../2003 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Καρπενησίου Κ. Βλάχου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον ανακόπτοντα (ήδη αναιρεσείοντα) τέσσερα διαμερίσματα που βρίσκονται στην πόλη του Καρπενησίου αντί τιμήματος 88.000 € και 41.000 € αντιστοίχως. Έναντι του τιμήματος, ο ανακόπτων εξέδωσε και παρέδωσε στην καθ' ης η ανακοπή τις μεταχρονολογημένες υπ' αριθ. ..., ..., ..., ...

επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος η πρώτη και της Εμπορικής Τράπεζας οι λοιπές, με ημερομηνίες έκδοσης 28-2-2004, 30-3-2004, 30-4-2004 και 30-5-2004 αντιστοίχως, ποσού 5.000 € η κάθε μία, καθώς και τις υπ' αριθ. ..., ..., ... και ... επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνίες εκδόσεως την 20-4-2004, 20-5-2004, 30-9-2004, 20-11-2004 αντιστοίχως και ποσών 10.000 €, 6.000 €, 13.000 € και 12.000 € αντιστοίχως.

Τα ακίνητα αυτά ο ανακόπτων τα πώλησε περαιτέρω σε τρίτους, για να καταστεί δε δυνατή η πώληση αυτών συντάχθηκε μεταξύ των διαδίκων η υπ' αριθ. .../27-2-2004 πράξη εξόφλησης του πιο πάνω συμβολαιογράφου. Ενόψει, όμως, του ότι η οικονομική κατάσταση του ανακόπτοντος δεν ήταν καλή, λόγω της αιφνίδιας καταστροφής του κτιρίου όπου στεγαζόταν η τυπογραφική επιχείρησή του στο Καρπενήσι, από κατολίσθηση, ο τελευταίος δεν είχε τη δυνατότητα να έχει τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των πιο πάνω επιταγών στις πληρώτριες τράπεζες.

Κατόπιν αυτού οι νόμιμοι εκπρόσωποι της καθ' ης απέσυραν τις τέσσερις πρώτες επιταγές των 5.000 € η κάθε μία, που είχαν ήδη μεταβιβάσει προς τρίτους καταβάλλοντας μάλιστα τα ανάλογα ποσά στους κομιστές τους, όπως σαφώς κατέθεσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας Χ. Τ., διαχειριστής του Συνεταιρισμού Υδραυλικών Ευρυτανίας, προς τον οποίο είχε μεταβιβαστεί μία εκ των εν λόγω επιταγών.

Προς εκ νέου ρύθμιση της οφειλής του και εξασφάλιση της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή, ο ανακόπτων εξέδωσε σε διαταγή της την υπ' αριθ. ... επίδικη μεταχρονολογημένη επιταγή, θέτοντας ως τόπο έκδοσης το Καρπενήσι, ημερομηνία την 30-9-2005, την υπογραφή του στην ένδειξη ο "εκδότης", και αφήνοντας κενό μόνο το ποσό προς συμπλήρωσή του με ό,τι ύψους ποσό αντιστοιχούσε εν τέλει στην οφειλή του και στη συνέχεια την παρέδωσε στους νόμιμους εκπροσώπους της καθ' ης.

Όταν, όμως, εξακολούθησε να μην προβαίνει σε κάποια ενέργεια προς εξόφληση της απαίτησης της καθής η ανακοπή, παρά το ότι προέβη σε διαδοχικές πωλήσεις των αγορασθέντων διαμερισμάτων, αλλά και άλλων περιουσιακών του στοιχείων, οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής συμπλήρωσαν το οφειλόμενο ποσό των 61.000 €, όπως άλλωστε συνομολογείται από την καθ' ης η ανακοπή, το οποίο αντιστοιχούσε στα ποσά των πιο πάνω αναφερθεισών επιταγών και την εμφάνισαν νομότυπα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, οπότε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα η ένδικη επιταγή σφραγίστηκε και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Τα παραπάνω εκτιθέμενα ενισχύονται όχι μόνον από την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, αλλά και από τη φωτοτυπία της ένδικης επιταγής πριν τη συμπλήρωση του ποσού από τους νόμιμους εκπροσώπους της καθής η ανακοπή, κατά τη συμφωνία τους, η οποία φέρει όλα τα υπόλοιπα στοιχεία ήδη συμπληρωμένα και τέλος και από την από 27-12-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Ι.

Δ. ...". Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων στο Εφετείο προκύπτει ότι ο μεν αναιρεσείων, προς απόδειξη της ανυπαρξίας οφειλής του από την προσβαλλόμενη από αυτόν ως πλαστή επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής σε βάρος του, επικαλέσθηκε και προσκόμισε παραδεκτώς την .../27.2.2004 συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως του συμβολαιογράφου Καρπενησίου Κ.Βλάχου, αναφορικά με το τίμημα αγοράς των δύο ακινήτων με τα .../2003 και .../2003 συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου, η δε αναιρεσίβλητη-εκκαλούσα, προς αντίκρουση του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, προέβαλε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τον ισχυρισμό, ότι η πράξη εξοφλήσεως, συντάχθηκε (εικονικά) χωρίς στην πραγματικότητα να έχει καταβληθεί το τίμημα, τούτο δε αποκλειστικά και μόνο για να καταστεί δυνατή η πώληση των ακινήτων σε τρίτους χωρίς εμπράγματα βάρη ή αίρεση εξοφλήσεως του τιμήματος.

Τον ισχυρισμό αυτό, όμως, δεν επανέφερε η αναιρεσίβλητη νομότυπα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού περιορίσθηκε να ενσωματώσει στις προτάσεις της, στο Εφετείο αντίγραφο των προτάσεών της στο Μονομελές Πρωτοδικείου, χωρίς να αναφερθεί στο συγκεκριμένο μέρος αυτών των προτάσεων που περιείχε τον επίμαχο ισχυρισμό της.

Με βάση αυτά τα περιστατικά το Εφετείο που έλαβε υπόψη τον ως άνω, ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, περί εικονικότητας της συμβολαιογραφικής δηλώσεως των διαδίκων περί εξοφλήσεως του τιμήματος αγοράς των επίδικων ακινήτων και περαιτέρω έκρινε αυτόν νόμιμο και βάσιμο κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας την ανακοπή του αναιρεσείοντος, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο υπό στοιχείο 2, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 178/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ