Supreme Court dismisses appeal and bar association intervention in labor contract termination case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and the bar association's intervention regarding a labor contract termination. The court found that the employer retained the right to terminate the contract without following the specific disciplinary procedure outlined in the company's regulations. Consequently, the court rejected the claim that the termination lacked a 'serious reason' or was abusive.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 81, 82, 556, 558, 495, 569 of the Code of Civil Procedure; Article 90 of Law 4194/2013: The right to intervene in labor disputes does not require a specific disciplinary procedure if the employer retains the power to terminate the contract without it, and the absence of such procedure does not render the termination abusive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 908 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 908/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." η οποία έχει μετονομαστεί σε "... Α.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ" ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο, που δεν κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/8/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5890/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/11/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 6/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρώτου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του, και τετάρτου, την απόρριψη δε αυτής κατά τα λοιπά.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 80, 81, 82, 556§1, 558 εδ. α’ , 495 και 569 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επιτρέπεται ενώπιον του Αρείου Πάγου η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ’ του ν. 4194/2013 "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: (...) ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.
Επίσης, για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Επομένως, η από 1-11-2016 και με αριθ. κατ.... πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών υπέρ του αναιρεσείοντος δικηγόρου και μέλους αυτού, με την επίκληση εννόμου συμφέροντος, συνισταμένου στο ότι το ζήτημα της εφαρμογής της διάταξης του Κώδικα των Δικηγόρων που απαιτεί την συνδρομή σπουδαίου λόγου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, όταν για το προσωπικό του εντολέως ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία αυτού, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της αίτησης αναίρεσης, ενδιαφέρει το δικηγορικό σώμα γενικότερα, νόμιμα ασκηθείσα, με αυτοτελές δικόγραφο που επιδόθηκε σε αμφότερους τους διαδίκους της κύριας δίκης (με αριθ..../2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι.
Κ.), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζομένη με την αίτηση αναίρεσης (πρβλ .ΑΠ 1147/2015).
ΙΙ. (Α) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410, 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι’ αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου (τέτοιος δε στις ανώνυμες εταιρείες είναι ο διευθύνων σύμβουλος, άρθ.18 και 22 ν.2190/1920), ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθ. 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.
Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 397/2016, 1080/2015, 2194/2014, 715/2013), το αυτό δε ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για την ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατ’ άρθ.671§1 ΚΠολΔ (ΑΠ 715/2013).
Σημειώνεται ότι η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά τον χρόνο της κατάθεσης ή ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης κατάθεσης ή μαρτυρίας ως ανυπόστατης (ΑΠ 715/2013).
Βέβαια κατά την διάταξη του άρθ. 671§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και των διαφορών για τις αμοιβές κλπ. δικηγόρων (άρθ.674§2, 677 αριθ.1, 681 εδ. α’ ΚΠολΔ, διατάξεις που ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο), λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, όπως τα παραπάνω αναφερόμενα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 397/2016, 1080/2015, 2194/2014, 715/2013, 1401/2006), όχι, όμως, και η λήψη υπόψη καταθέσεων ή ενόρκων βεβαιώσεων (ΑΠ 1867/2011) εξαιρετέων κατ’ άρθ.400 αριθ.3 ΚΠολΔ μαρτύρων, δηλ.
προσώπων που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης αφού αυτές, ως αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη στην διαδικασία αυτήν (ΑΠ 455/2014, με την επισήμανση, ότι η περίπτωση αυτή των εξαιρετέων μαρτύρων καταργήθηκε από 1-1-2016 με το άρθρο δεύτερο του άρθ.1 ν.4335/2015).
Ως "συμφέρον" θεωρείται αυτό που εξαρτάται από την έκβαση της δίκης και αποτελεί αναγκαία συνέπεια αυτής (ΑΠ 992/2012). Εξάλλου, από το άρθ.671§1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά την δικάσιμο (...). Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες", προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά τις ως άνω ειδικές διαδικασίες οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά την δικάσιμο κλπ., είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και ύστερ’ από κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες και ως εκ τούτου μαρτυρία που δόθηκε κατ’ άλλο τρόπο δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δηλ.
ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αυτό δε ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι ως άνω δικονομικές διατάξεις (ΑΠ 887/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ανώνυμης εταιρείας "... ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", στην θέση της οποίας υπεισήλθε με συγχώνευση δι’ απορροφήσεως η τώρα αναιρεσίβλητη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ...", με αντικείμενο αξιώσεις του από άκυρη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής ως δικηγόρου, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 5890/2012 απόφασή του, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθ.677 επ.
ΚΠολΔ (διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας), έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του και (α) (1) το από 25-4-2006 σημείωμα του Σ. Μ. (2) το από 26-4-2006 σημείωμα της Ε. Σ. (3) το από 27-4-2006 σημείωμα της Ε. Σ. (4) το από 27-4-2006 σημείωμα του Σ. Μ. (5) το από 28-4-2006 σημείωμα του Π. Κ. (6) το από 2-5-2006 σημείωμα του Κ. Τ. (7) το από 10-5-2006 σημείωμα του Π.
Α. (8) την από 15-5-2006 επιστολή του Π. Μ., που συνετάγησαν από τους επίσης, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ως άνω εμμίσθους δικηγόρους της εναγομένης, πρόσωπα δηλ. που κατά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις εξαρτούσαν ατομικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης, κατ’ εντολή του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής Σ.
Π., ύστερ’ από την κοινοποίηση στην εναγομένη εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, και αφορούσαν υποθέσεις που είχαν χειρισθεί οι παραπάνω δικηγόροι (9) το από 23-5-2006 υπόμνημα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης Σ. Π., που συντάχθηκε με βάση τα ως άνω έγγραφα (σημειώματα κλπ.) (β) τις με αριθ..../2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Σ.
Μ., Κ. Τ., Π. Μ. και Σ. Π., αντίστοιχα (δηλ. των με στοιχ. ... από τα ως άνω πρόσωπα). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (i) το Εφετείο επιτρεπτώς έλαβε υπόψη τα ως άνω υπό στοιχ. α’ σημειώματα και υπόμνημα, θεωρούμενα ως έγγραφες μαρτυρίες αυτών, προεχόντως διότι αυτά συνετάγησαν πριν την έναρξη της δίκης, αφού η ένδικη αγωγή κατατέθηκε την 25-8-2006 και επιδόθηκε την ίδια ημέρα στην αναιρεσίβλητη εναγομένη, σύμφωνα με την σχετική επισημείωση στο επιδοθέν αντίγραφό της, και επομένως δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως μαρτυρίες ληφθείσες χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία για εκκρεμή δίκη, και δη επίτηδες προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε ορισμένη δίκη μεταξύ των ήδη διαδίκων, καθόσον κατά την σύνταξή τους δεν υπήρχε τέτοια δίκη (ii) παραδεκτά λήφθηκαν υπόψη οι δοθείσες στα πλαίσια της αρξαμένης δίκης οι με αριθ. ...2006 ένορκες βεβαιώσεις των Ε.
Σ., Κ. Τ. και Π. Μ., αντίστοιχα, έστω και αν οι ως άνω εξαρτούν (μη καθοριζόμενο, πάντως) ατομικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης και είναι, επομένως, με την συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής εξαιρετέοι μάρτυρες, αφού αυτές, και αν αυτό συμβαίνει, δύνανται να ληφθούν υπόψη στην προκειμένη διαδικασία ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (iii) παραδεκτά, επίσης, το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του την 19840/2006 ένορκη βεβαίωση του Σ.
Π., κυρίως διότι δεν υπάρχει στην αναιρεσιβαλλομένη παραδοχή ότι ο ανωτέρω κατά τον κρίσιμο χρόνο της λήψης αυτής ήταν (ακόμη) Διευθύνων Σύμβουλος, δηλ. εκπρόσωπος της εναγομένης Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.11 περ. α’ ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.(Α) Από τις διατάξεις του εφαρμοζομένου στην κρινομένη περίπτωση, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, άρθ.63§§4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων, όπως η περ. 4 της §5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 723/1977, προκύπτει ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που θεωρείται και είναι σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου και λύνεται, εκτός άλλων, και με καταγγελία του εντολέα που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.
Όταν, όμως, για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, δηλ. μονιμότητα στην υπηρεσία (πρβλ. όμοια κατά βάση ρύθμιση με το άρθ.46§2 εδ. β’ ν.4194/2013, Κώδικας Δικηγόρων), και ανεξάρτητα από το εάν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται στον κανονισμό αυτόν, η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα καθίσταται αιτιώδης, δεν μπορεί δηλ.
να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος. "Σπουδαίο λόγο" (κατά την έννοια του άρθ.672 ΑΚ, εφαρμοζομένου και στην περίπτωση αυτήν, ΑΠ 1636/2012) αποτελούν εκείνα τα γεγονότα, ή και ένα ακόμη μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ’ αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από ένα των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλόμενου.
Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του εντολοδόχου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στην συνεργασία τους, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης να παρίσταται για τον εντολέα, κατ’ αντικειμενική κρίση, αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής.
Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μπορεί να επέλθει και ως αποτέλεσμα αντιδικίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, όταν εξαιτίας των δικαστικών αγώνων και της εχθρότητας από την σφοδρή αντιδικία έχει καταστεί αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη η ομαλή συνεργασία μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 21/2004, ΑΠ 935/2013, 1360/2009, 203/1999, 1079/1998) (Β) Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, με την προϋπόθεση, όμως, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθ.335 ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 97/2017, 10/2017).
Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ’ αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ’ ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά (ΑΠ 10/2017, 49/2015, 137/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθ.559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.
σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.
σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ).
Το έγγραφο πρέπει ν’ αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 447/2015, 1113/2013, 394/2012) (Γ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, όπως προαναφέρθηκε, επί της ως άνω αγωγής του αναιρεσείοντος, με την προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι την 1-4-1994 καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος ως δικηγόρου και της ανώνυμης εταιρείας "...
ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" έγγραφη σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με την οποία ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία και με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σ’ αυτήν, ότι την 1-4-1998 επήλθε μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την ως άνω σύμβαση η εναγομένη, η οποία αρχικά είχε την επωνυμία "...", στην συνέχεια δε μετονομάσθηκε σε "...
Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Πετρελαιοειδών" (... ΑΒΕΕ), ότι ακολούθως η εναγομένη προέβη στην οργάνωση των υπηρεσιών της και στην δημιουργία διαφόρων διευθύνσεων, μία από τις οποίες είναι και αυτή των νομικών υπηρεσιών, ότι στην Διεύθυνση αυτήν υπάγονταν τέσσερις επιμέρους τομείς, ένας από τους οποίους ήταν και ο Τομέας Θεμάτων της "...", στον οποίο τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος ο ενάγων, ενώ ως Διευθυντής της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών τοποθετήθηκε ο δικηγόρος Π.
Μ., ότι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την τοποθέτησή του αυτή και ζήτησε από την εναγομένη να τον ορίσει Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών της, ισχυριζόμενος ότι η ανάθεση των καθηκόντων του Τομεάρχη συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης έμμισθης εντολής που είχε συνάψει με την προαναφερομένη εταιρεία, άσκησε δε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 301202003 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη όφειλε να τον τοποθετήσει ως Διευθυντή της Διεύθυνσης των Νομικών Υπηρεσιών της και να τον εντάξει στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο και επιπλέον να υποχρεωθεί να του καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, ότι την παραμονή της συζήτησης της αγωγής αυτής έδωσε ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Αθηνών ο τότε Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης Σ.
Π., για την ένορκη δε αυτή βεβαίωση ο ενάγων απέστειλε εξώδικη διαμαρτυρία στον ως άνω Διευθύνοντα Σύμβουλο, την οποία κοινοποίησε και στα άλλα μέλη του ΔΣ της εναγομένης, ότι με την από 25-5-2006 εξώδικη δήλωση του διευθύνοντος συμβούλου Σ. Π. η εναγομένη κατήγγειλε την από 1-4-1994 σύμβαση έμμισθης εντολής του ενάγοντος και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, ότι κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθ.21§3 του ισχύοντος από 1-1-2003 Εσωτερικού Κανονισμού της εναγομένης που ορίζει ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει το σύνολο ή ορισμένες από τις αρμοδιότητες και εξουσίες του καθώς και την εκπροσώπηση της Εταιρείας και την δέσμευσή της με υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, από κοινού ή χωριστά, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή μη, καθορίζοντας και την έκταση της ανάθεσης, καθώς και το τίτλο, την αρμοδιότητα και την εξουσία των προσώπων" το ΔΣ της εναγομένης με την απόφασή του ...-7-2005 (που καταχωρήθηκε στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, ΦΕΚ 10496/2005, τ.
ΑΕ και ΕΠΕ) είχε παράσχει στον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Σ. Π. την εξουσία να εκπροσωπεί την εταιρεία, ειδικότερα δε στην απόφαση αυτήν οριζόταν ότι ο διευθύνων σύμβουλος εκπροσωπεί την εταιρεία για την πρόσληψη δικηγόρων με πάγια περιοδική αντιμισθία, την υπογραφή και καταγγελία των σχετικών συμβάσεων κλπ., ενεργώντας γενικά κάθε διαδικαστική ή άλλη πράξη που αφορά την σύναψη και την λύση των ανωτέρω συμβάσεων, και επομένως ο τότε διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης έγκυρα και νόμιμα κατήγγειλε την σύμβαση του ενάγοντος με βάση την σχετική αρμοδιότητα που του είχε αναθέσει το ΔΣ σε εφαρμογή της ως άνω διάταξης του εσωτερικού κανονισμού της εναγομένης, ότι στον κανονισμό εργασίας της εναγομένης προβλέπεται "Άρθ.40 : 1.
Η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου των εκτάκτων υπαλλήλων λήγει με την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται σε αυτήν. 2. Η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου των τακτικών υπαλλήλων λήγει λόγω συνταξιοδότησης, οικειοθελούς αποχώρησης των εργαζομένων ή καταγγελίας της σύμβασης από την Εταιρεία. Άρθ.41. 1.Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της Εταιρείας ή του εργαζομένου γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
Επιπρόσθετα όμως τηρείται η διαδικασία του παρόντος Κανονισμού στις ακόλουθες περιπτώσεις. 2. Παράβαση της σύμβασης εργασίας. Σε περίπτωση παραβάσεων της σύμβασης εργασίας από τον εργαζόμενο, η εταιρεία ακολουθεί τις πιο κάτω διαδικασίες : α. Σε περίπτωση παράβασης που η εταιρεία κρίνει σαν λόγο άμεσης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, πριν αποφασισθεί η καταγγελία θα προηγηθεί συζήτηση-σύμφωνα με την διαδικασία της κατωτέρω παραγράφου 4-στην οποία θα παρευρεθούν ο εργαζόμενος, ο Προϊστάμενός του, ο Διευθυντής του και εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Προσωπικού.
Ο εργαζόμενος θα ειδοποιηθεί εγκαίρως για την συνάντηση, κατά την οποία θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει, εάν επιθυμεί, την παρουσία δύο συναδέλφων του ή δύο αντιπροσώπων του σωματείου. β. Σε περίπτωση επαναλαμβανομένων μετά από σχετικές συστάσεις παραβάσεων της σύμβασης εργασίας, που δεν εμπίπτουν μεμονωμένα στην ως άνω κατηγορία (α) ακολουθείται η εξής διαδικασία :
Πρώτη Προειδοποιητική Επιστολή. Εάν οι προφορικές συστάσεις δεν έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα και οι παραβάσεις εκ μέρους του εργαζομένου συνεχίζονται, ο Προϊστάμενος/Διευθυντής, αφού ενημερώσει σχετικά την Διεύθυνση Προσωπικού, θα πληροφορήσει τον εργαζόμενο γραπτώς για τις συνεχιζόμενες παραβάσεις και για την ανάγκη συμμόρφωσής του.
Αντίγραφο της επιστολής καταχωρείται στο αρχείο της Διεύθυνσης Προσωπικού και στον προσωπικό φάκελο του εργαζομένου. Δεύτερη Προειδοποιητική Επιστολή. Σε περίπτωση που οι παραβάσεις εξακολουθούν, τότε καλείται ο εργαζόμενος σε συζήτηση-σύμφωνα με την διαδικασία της κατωτέρω παραγράφου 4-με τον Προϊστάμενό του και τον Διευθυντή του, παρουσία και εκπροσώπου της Διεύθυνσης Προσωπικού.
Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει, εάν επιθυμεί, να είναι παρόντες δύο συνάδελφοί του ή δύο αντιπρόσωποι του Σωματείου στο οποίο ανήκει. Εάν η κρίση της Διεύθυνσης περί παραβάσεως/παραβάσεων δεν αναθεωρηθεί βάσει τυχόν στοιχείων που θα παρουσιαστούν κατά την συζήτηση επιδίδεται στον εργαζόμενο επιστολή που εκθέτει τα δεδομένα που θεμελιώνουν την κρίση σχετικά με την παράβαση και που προειδοποιεί περί ενδεχόμενης απόλυσής του, εάν δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του.
Αντίγραφο της επιστολής θα καταχωρηθεί στον προσωπικό φάκελο του εργαζομένου. Καταγγελία Σύμβασης. Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος εξακολουθεί να υποπίπτει σε παραβάσεις παρά τις προηγούμενες προφορικές και γραπτές προειδοποιήσεις, καταγγέλλεται η Σύμβαση Εργασίας. Πριν ληφθεί η τελική απόφαση περί καταγγελίας, θα πραγματοποιηθεί συζήτηση, στην οποία θα παρευρεθούν ο εργαζόμενος, ο Προϊστάμενός του, ο Διευθυντής του και εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Προσωπικού.
Ο εργαζόμενος θα ειδοποιηθεί εγκαίρως για την συνάντηση και θα έχει και πάλι το δικαίωμα να ζητήσει, εάν επιθυμεί, την παρουσία δύο συναδέλφων του ή δύο αντιπροσώπων του Σωματείου, στο οποίο ανήκει. 3. Ανεπαρκής Απόδοση. Στις περιπτώσεις εκείνες που ασκείται από την Εταιρεία το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω ανεπαρκούς απόδοσης του εργαζομένου, η Εταιρεία ακολουθεί την εξής διαδικασία :
Προφορικές Συστάσεις. Στις περιπτώσεις οριακής ή ανεπαρκούς απόδοσης σε σχέση με τις αντικειμενικές απαιτήσεις της θέσης, γίνονται κατ’ αρχήν προφορικές συστάσεις από τον Προϊστάμενο/Διευθυντή. Πρώτη Προειδοποιητική Επιστολή. Εάν οι προφορικές συστάσεις δεν επιτύχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα και η απόδοση του εργαζομένου εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, ο Προϊστάμενος/Διευθυντής, αφού ενημερώσει σχετικά την Διεύθυνση Προσωπικού, θα πληροφορήσει τον εργαζόμενο γραπτώς για την συνεχιζόμενη ανεπάρκεια της απόδοσής του και την ανάγκη βελτίωσής του μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που καθορίζεται σε συνάρτηση με την φύση της εργασίας.
Αντίγραφο της επιστολής καταχωρείται στο αρχείο της Διεύθυνσης Προσωπικού και στον προσωπικό φάκελο του εργαζομένου. Δεύτερη Προειδοποιητική Επιστολή. Σε περίπτωση που η απόδοση του εργαζομένου δεν βελτιωθεί μέσα στα χρονικά περιθώρια που δόθηκαν από την προηγούμενη ειδοποίηση, τότε καλείται ο εργαζόμενος σε συζήτηση-σύμφωνα με την διαδικασία της κατωτέρω παραγράφου 4-με τον Προϊστάμενό του και το Διευθυντή του παρουσία και εκπροσώπου της Διεύθυνσης Προσωπικού.
Ο εργαζόμενος θα ειδοποιηθεί εγκαίρως για τη συνάντηση και θα έχει και πάλι το δικαίωμα να ζητήσει εάν επιθυμεί την παρουσία δύο συναδέλφων του ή δύο αντιπροσώπων του Σωματείου. Εάν η κρίση της Διεύθυνσης σχετικά με την απόδοσή του δεν αναθεωρηθεί βάσει τυχόν στοιχείων που θα παρουσιαστούν κατά την συζήτηση, επιδίδεται στον εργαζόμενο επιστολή που εκθέτει τα δεδομένα που θεμελιώνουν την κρίση σχετικά με την ανεπάρκεια της απόδοσης και περιέχει ειδοποίηση για ενδεχόμενη απόλυση εάν η απόδοσή του δεν βελτιωθεί μέσα σε σαφή χρονικά περιθώρια που εξαρτώνται από τη φύση της εργασίας.
Και πάλι, εφ’ όσον αυτό είναι εφικτό, θα προσδιορίζει και τα στοιχεία ενός προγράμματος συγκεκριμένων ενεργειών, που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην βελτίωση της απόδοσης. Αντίγραφο της επιστολής θα καταχωρηθεί στον προσωπικό φάκελο του εργαζομένου, Σε περίπτωση που η απόδοση του εργαζομένου βελτιωθεί αισθητά μέσα στην χρονική προθεσμία που δόθηκε από την πρώτη και την δεύτερη προειδοποιητική επιστολή, νέα επιστολή που επισημαίνει το γεγονός θα δοθεί στον εργαζόμενο και αντίγραφό της θα καταχωρηθεί στον προσωπικό του φάκελο.
Καταγγελία Σύμβασης. Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος εξακολουθεί να δείχνει ανεπάρκεια στην απόδοσή του χωρίς αισθητή βελτίωση, παρά τις προηγούμενες προφορικές και γραπτές προειδοποιήσεις, καταγγέλλεται η Σύμβαση Εργασίας. Πριν ληφθεί η τελική απόφαση περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, θα πραγματοποιηθεί συζήτηση στην οποία θα παρευρεθούν ο εργαζόμενος, ο Προϊστάμενός του, ο Διευθυντής του και εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Προσωπικού.
Ο εργαζόμενος θα ειδοποιηθεί εγκαίρως για την συνάντηση και θα έχει και πάλι το δικαίωμα να ζητήσει, εάν επιθυμεί, την παρουσία δύο συναδέλφων του ή δύο αντιπροσώπων του Σωματείου. Συζήτηση που συνδέεται με την δεύτερη προειδοποιητική επιστολή ή με επικείμενη απόλυση, ορίζεται κατά τρόπο που να δίνεται στους ενδιαφερομένους εύλογος χρόνος για την συγκέντρωση στοιχείων.
Ο εύλογος αυτός χρόνος δεν μπορεί να υπερβεί τις 10 εργάσιμες ημέρες. Ο ρόλος των δύο συναδέλφων ή αντιπροσώπων του Σωματείου, που υποδεικνύει ο εργαζόμενος για να παραστούν στη συζήτηση, μπορεί να είναι ρόλος παρατηρητών ή ουσιαστικών συνομιλητών, ανάλογα με την επιθυμία του. Η συζήτηση παρέχει την ευκαιρία για την όσο το δυνατόν πληρέστερη εξιστόρηση των γεγονότων και την παρουσίαση, εκ μέρους του εργαζομένου, νέων πληροφοριών και στοιχείων.
Όταν όλα τα στοιχεία και οι πληροφορίες για την υπόθεση που συζητείται έχουν εκτεθεί η συζήτηση τερματίζεται. 5. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις του άρθρου 41 για την επιστολή ή απόλυση, ανάλογα με την περίπτωση, θα κοινοποιηθεί στο Σωματείο και στον εργαζόμενο ιεραρχικά 6. Δεν επιτρέπεται καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω κατάργησης οργανικής θέσης", ότι οι ρυθμίσεις αυτές, πέραν του ότι δεν έχουν τεθεί με ποινή ακυρότητας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιερώνουν μονιμότητα, αφού δεν προβλέπουν περιοριστικά συγκεκριμένους λόγους καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της εναγομένης και επομένως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθ.22 ν.723/1977, το οποίο προϋποθέτει κανονισμό που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία για το προσωπικό του εντολέα, γι’ αυτό και δεν απαιτείται σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης, ούτε πάσχει η καταγγελία αυτή επειδή δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθ.41§2 του εσωτερικού κανονισμού της εναγομένης, επειδή η διαδικασία αυτή δεν αφορά δικηγόρους που έχουν προσληφθεί με έμμισθη εντολή, όπως εν προκειμένω, και σε κάθε περίπτωση αφορά εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις από αυτήν της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος, ότι, όπως προαναφέρθηκε, με αφορμή την ...20-3-2006 ένορκη βεβαίωση του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Κ., ο ενάγων απέστειλε την από 18-4-2006 διαμαρτυρία στον ως άνω διευθύνοντα σύμβουλο, την οποία κοινοποίησε και στα άλλα μέλη του ΔΣ της εναγομένης, στην εξώδικη δε αυτή διαμαρτυρία του ο ενάγων στρεφόταν με αιχμές εναντίον των διοικήσεων και ανωτάτων διοικητικών στελεχών της εναγομένης και κατά συναδέλφων του δικηγόρων της εναγομένης, ότι στο εξώδικο αυτό του ενάγοντος απάντησε με το από 3-5-2006 έγγραφό του ο Σ.
Π., το οποίο κοινοποίησε σ’ αυτόν την 4-5-2006, αρνούμενος τις σε βάρος αυτού και της εναγομένης αιτιάσεις και καλώντας τον να ανακαλέσει την ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία του, στην ενέργειά του δε αυτήν ο Σ. Π. προέβη αφού προηγουμένως έθεσε αυτό υπόψη των άλλων δικηγόρων της εναγομένης, οι οποίοι και συνέταξαν σημειώματα, με τα οποία ανασκεύαζαν τις αιχμές-κατηγορίες που απηύθυνε ο ενάγων στην εξώδικη διαμαρτυρία του, ότι στα σημειώματα αυτά αποτυπώνεται η πλήρης αδυναμία συνεργασίας στην οποία είχαν αυτοί περιέλθει εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς του ενάγοντος, ότι εντωμεταξύ το ΔΣ είχε ενημερωθεί πλήρως για το περιεχόμενο της εξώδικης διαμαρτυρίας του ενάγοντος και τους βαρύτατους σ’ αυτήν χαρακτηρισμούς του "όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτού...της 11/05/2006", ότι στην συνεδρίαση αυτήν παρέστησαν αυτοπροσώπως όλα τα μέλη του ΔΣ, εκτός από τον Κ.
που παρέστη με εξουσιοδότηση και δεν εξέφρασαν άποψη υπέρ του ενάγοντος, αλλά συμφώνησαν με τις θέσεις του Σ. Π., (αποδεικνύεται έτσι) ότι το ΔΣ της εναγομένης ήταν ενήμερο για την εξώδικη διαμαρτυρία του ενάγοντος και για το ότι η συμπεριφορά του αυτή είχε προκαλέσει την αδυναμία συνεργασίας μαζί του και της διοίκησης της εναγομένης και των άλλων δικηγόρων, ότι επομένως δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία της σύμβασής του υπήρξε προσωπική απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου Σ.
Π. και ότι αυτή λήφθηκε εν αγνοία ή χωρίς την θέληση των μελών του ΔΣ της εναγομένης, αλλ’ αντίθετα ήταν συνέπεια της συμπεριφοράς του ενάγοντος που με την εξώδικη διαμαρτυρία του έθιξε την φήμη της εναγομένης εταιρείας, τα στελέχη της διοίκησής της και τους συναδέλφους του στην εναγομένη και εξ αυτού του λόγου κατέστησε αδύνατη την ομαλή συνεργασία μαζί τους, κλονίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη τους προς αυτόν και καθιστώντας την καταγγελία αυτή κατ’ αντικειμενική κρίση επιβεβλημένη για την καλή και εύρυθμη λειτουργία των διοικητικών και νομικών της υπηρεσιών, ως εκ τούτου δε η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος δεν είναι καταχρηστική και άκυρη εξ αυτού του λόγου.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο απέρριψε συναφείς λόγους έφεσης του ενάγοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
ΙΙΙ. Σε σχέση με την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προβάλλεται περαιτέρω : (Α) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ’ του άρθ.559 ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντα ενώπιον αυτού από τον αναιρεσείοντα και εκεί αναλυτικά αναφερόμενα έγγραφα προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι η καταγγελία της σύμβασής του ήταν άκυρη ως καταχρηστική, γενομένη από τον Σ.
Π. για λόγους εκδίκησης και όχι επειδή κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του από το περιεχόμενο της από 18-4-2006 εξωδίκου του προς τον Σ. Π.. Από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ των άλλων αναφερομένων εκεί αποδεικτικών μέσων, και "όλα τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν έγγραφα, τα οποία, άλλωστε, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενό τους, αφορούν στο σύνολό τους ενέργειες του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά τον χειρισμό απ’ αυτόν διαφόρων υποθέσεων που του είχαν ανατεθεί με την ιδιότητά του ως δικηγόρου της αναιρεσίβλητης εναγομένης, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος έγινε (όχι λόγω κακού χειρισμού αυτών, δηλ.
λόγω ανεπάρκειας, αλλά) λόγω της ως άνω εξώδικης δήλωσής του και των εντεύθεν συνεπειών που προαναφέρθηκαν. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος (Β) Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατά το σχετικό σκέλος του) από τον αριθ.20 του άρθ.559 ΚΠολΔ ότι (α) το Εφετείο δεχθέν "..Εν τω μεταξύ το ΔΣ είχε ενημερωθεί πλήρως για το περιεχόμενο της εξώδικης διαμαρτυρίας του ενάγοντος και τους βαρύτατους σ’ αυτή χαρακτηρισμούς του, όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτού...της 11/05/2006 (12ο θέμα της ημερήσιας διάταξης).
Στη συνεδρίαση αυτή παρέστησαν αυτοπροσώπως όλα τα μέλη του ΔΣ, εκτός από τον Κ. που παρέστη με εξουσιοδότηση και δεν εξέφρασαν άποψη υπέρ του ενάγοντος αλλά συμφώνησαν με τις θέσεις του Σ. Π.. Αποδεικνύεται έτσι ότι το ΔΣ της εναγομένης ήταν ενήμερο για την εξώδικη διαμαρτυρία του ενάγοντος και για το ότι η συμπεριφορά του αυτή είχε προκαλέσει την αδυναμία συνεργασίας μαζί του και της διοίκησης της εναγομένης και των άλλων δικηγόρων.
Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία της σύμβασής του υπήρξε προσωπική απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου Σ. Π. και ότι αυτή λήφθηκε εν αγνοία ή χωρίς τη θέληση των μελών του ΔΣ της εναγομένης. Αντίθετα, ήταν συνέπεια της συμπεριφοράς του ενάγοντος που με την εξώδικη διαμαρτυρία του έθιξε τη φήμη της εναγομένης εταιρείας, τα στελέχη της διοίκησης, αλλά και τους συναδέλφους του στην εναγομένη και εξ αυτού του λόγου κατέστησε αδύνατη την ομαλή συνεργασία μαζί τους, κλονίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη τους προς αυτόν και καθιστώντας την καταγγελία αυτή κατά αντικειμενική κρίση επιβεβλημένη για την καλή και εύρυθμη λειτουργία των διοικητικών και νομικών της υπηρεσιών.
Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος δεν είναι καταχρηστική και άκυρη εξ αυτού του λόγου" στήριξε στο έγγραφο αυτό το συμπέρασμα ότι τα μέλη του ΔΣ συμφώνησαν με την προσωπική απόφαση του Σ. Π. να καταγγείλει την σύμβαση του ενάγοντος και κατέληξε στο επιζήμιο γι’ αυτόν πόρισμα ότι η επίδικη καταγγελία δεν ήταν άκυρη και καταχρηστική (β) από το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, όπως παρατίθεται στο αναιρετήριο (προσκομιζομένου, άλλωστε), σύμφωνα με το οποίο "Ο Διευθύνων Σύμβουλος κ.
Σ. Π. ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο για τα ακόλουθα θέματα :...δ) δίδει σε όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου φακέλους οι οποίοι περιέχουν αντίγραφο του εξωδίκου εγγράφου του δικηγόρου κ. Σ. Κ. προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, της εξώδικης απάντησης του Διευθύνοντος Συμβούλου για την υπόθεση της εταιρείας κατά του άνω δικηγόρου, κατόπιν της σχετικής αγωγής του και της από 4-5-2006 επιστολής του κ.
Κ. προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου...Στο σημείο αυτό ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου κ. Δ. Δ. αναφέρει ότι τη Δευτέρα 8.5.2006 ο κ. Σ. Κ. του ενεχείρισε την με ημερομηνία 4.5.2006 επιστολή του μαζί με δέκα αντίγραφα του ως άνω εξωδίκου εγγράφου του. Με την ως άνω επιστολή του, ο κ. Κ. παρακαλούσε τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου να μεριμνήσει για την διανομή των αντιγράφων στα υπόλοιπα Μέλη...Η άνω επιστολή και τα άνω αντίγραφα του εξωδίκου παραδόθηκαν στον Διευθύνοντα Σύμβουλο κ.
Σ. Π., προκειμένου να μοιραστούν στα Μέλη του ΔΣ (...). Ο Διευθύνων Σύμβουλος....αναφέρει ότι στο πιο πάνω εξώδικο έγγραφο του κ. Κ. περιέχονται ισχυρισμοί του, οι οποίοι δεν είναι αληθείς και θίγουν τον ίδιο τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, λοιπά στελέχη της Εταιρίας και την Εταιρία. Για το λόγο αυτό, ο Διευθύνων Σύμβουλος επιφυλάσσεται για την άσκηση παντός νομίμου δικαιώματός του, προσωπικώς και υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος συμβούλου της Εταιρίας προς προάσπιση των νομίμων συμφερόντων της Εταιρίας και της προσωπικότητάς του.
Περαιτέρω αναφέρει ότι για το θέμα θα γίνει αναλυτική ενημέρωση του Διοικητικού Συμβουλίου σε επόμενη συνεδρίασή του", προκύπτει ότι καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος "ή έστω πρόταση για καταγγελία δεν συζητήθηκε σε εκείνη την συνεδρίαση, ούτε καν ετέθη ως θέμα συζητήσεως, ώστε να τοποθετηθούν θετικά ή αρνητικά τα υπόλοιπα μέλη του ΣΔ, όπως εσφαλμένως δέχεται η προσβαλλομένη" (γ) το Εφετείο, επάγεται στην συνέχεια ο αναιρεσείων, "κατά προφανή παραμόρφωση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου προσέδωσε σε αυτό οντολογικό περιεχόμενο εντελώς αντίθετο του πράγματι εξαγομένου, καθ’ όσον λόγω αναγνωστικού σφάλματος δέχθηκε, ότι κατά την συνεδρίαση της 11-5-2006 τα μέλη του ΔΣ εκλήθησαν να τοποθετηθούν επί της" υποθέσεώς του, δεν εξέφρασαν άποψη υπέρ αυτού και συμφώνησαν με τις θέσεις του Σ.
Π., ενώ αυτός "ούτε καν ζήτησε να τοποθετηθούν τα μέλη του ΔΣ επί του περιεχομένου της από 18-4-2006 εξωδίκου". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί (α) ως προς την παραδοχή ότι "δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία της σύμβασής του υπήρξε προσωπική απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου Σ.
Π. και ότι αυτή λήφθηκε εν αγνοία ή χωρίς την θέληση των μελών του ΔΣ της εναγομένης", διότι η κρίση αυτή του Εφετείου (ότι τα άλλα μέλη του ΔΣ της αναιρεσίβλητης είχαν ενημερωθεί από τον Σ. Π. και ήσαν σύμφωνα με την καταγγελία της σύμβασης του αναιρεσείοντος) διατυπώθηκε πλεοναστικά (ως εκ περισσού) και επομένως δεν αναφέρεται σε απόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον, όπως επίσης δέχθηκε το Εφετείο και η κρίση του αυτή δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, ο ως άνω διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης είχε νομίμως την εξουσία καταγγελίας της σύμβασης του ενάγοντος, αυτοτελώς, χωρίς να απαιτείται η συμφωνία ή έγκριση των λοιπών μελών του ΔΣ (β) ως προς την μη καταχρηστικότητα και εξ αυτής ακυρότητα της καταγγελίας, διότι το Εφετείο την σχετική κρίση του δεν στήριξε ούτε αποκλειστικά, ούτε κυρίως στο έγγραφο αυτό, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων.
Ο αυτός λόγος, καθόσον μέρος του αποδίδονται με αυτόν αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ για έλλειψη αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης και δη ότι (α) εφόσον με βάση το αληθές περιεχόμενο του ως άνω από 11-5-2006 πρακτικού δεν προκύπτει ότι το ΔΣ συμφώνησε με τον Σ. Π. για καταγγελία της σύμβασης του αναιρεσείοντος ενάγοντος είναι αναιτιολόγητη και η παραδοχή ότι δεν είναι καταχρηστική η επίδικη καταγγελία, με την σκέψη ότι και το ΔΣ έκρινε ότι με το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσής του προκάλεσε κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπό του, χωρίς μάλιστα η αναιρεσιβαλλομένη "να περιλαμβάνει στις παραδοχές της ότι από την εξώδικο προκλήθηκε οποιαδήποτε βλάβη στην εταιρεία" (β) αναιτιολόγητη είναι επίσης η απόφαση, συνεχίζει ο αναιρεσείων, και διότι, ενώ δέχεται ότι με την εξώδικό του δυσφήμησε την εταιρεία, την διοίκηση και τα στελέχη της, δεν αναφέρει ούτε το είδος, ούτε το εύρος, ούτε εάν υπήρξε εξωτερίκευση αυτής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος το μεν ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται οι φερόμενες ως παραβιασθείσες εκ πλαγίου διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (άρθ.118 αριθ.4, 566§και 577§3 ΚΠολΔ, ΑΠ 621/2017), το δε διότι στην πραγματικότητα υπό την επίφαση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττει την ουσία της υπόθεσης και δη την αιτιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου ως άνω αποδεικτικού πορίσματος (άρθ.561§ΚΠολΔ) (Γ) Με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ (προβάλλεται, κάπως ασαφώς και συγκεγχυμένα) και κατ’ εκτίμηση αυτού, ότι το Εφετείο δεχθέν τα παραπάνω, και δη ότι η μη εφαρμογή από την εναγομένη της προβλεπομένης από το Κανονισμό Εργασίας διαδικασίας καταγγελίας της σύμβασής του δεν έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος και δεν την καθιστά άκυρη, παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη του άρθ.22 ν.723/1977 (δηλ.
του άρθ.63§5 του κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων), καθόσον η καταγγελία της σύμβασής του έγινε χωρίς να τηρηθεί η ως άνω και με την ποινή της ακυρότητας προβλεπομένη διαδικασία του άρθ.41 του Κανονισμού Εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης εναγομένης, στον οποίο υπάγεται και ο αναιρεσείων και ο οποίος (κανονισμός) προβλέπει μονιμότητα του προσωπικού της στην υπηρεσία, απαιτουμένης εντεύθεν, για την εγκυρότητα της καταγγελίας, συνδρομής "σπουδαίου λόγου".
Σε σχέση με τον λόγο αυτόν πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής : (α) Ο αναιρεσείων ενάγων δεν υπαγόταν στον ως άνω Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης εναγομένης, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις αυτού των άρθ.40, στο οποίο γίνεται λόγος για "σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου των εκτάκτων υπαλλήλων" και για "σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου των τακτικών υπαλλήλων" και κυρίως του άρθ.41, στο οποίο προβλέπεται ανάμειξη και συμμετοχή στην διαδικασία καταγγελίας εκπροσώπων του συλλόγου των εργαζομένων της εναγομένης και ως εκ τούτου στην επίδικη καταγγελία δεν ήταν εφαρμοστέα η διαδικασία αυτή, προϋποθέτουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ενώ ο ενάγων συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση έμμισθης εντολής, σε κάθε δε περίπτωση η πρόβλεψη από κανονισμό πειθαρχικής διαδικασίας δεν αφαιρεί από τον εργοδότη (εντολέα) το δικαίωμα καταγγελίας χωρίς την τήρησή της (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 1115/2013, 904/2012, 1616/2011, 308/2011) (β) Ο ως άνω Κανονισμός δεν καθιερώνει μονιμότητα στην υπηρεσία του προσωπικού της εναγομένης και ως εκ τούτου για την καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος, ανεξάρτητα από την υπαγωγή του σ’ αυτόν, δεν ήταν απαραίτητη η συνδρομή "σπουδαίου λόγου" (η καταγγελία δηλ.
παρέμεινε αναιτιώδης), παρά ταύτα, όμως, το Εφετείο δεχθέν ότι η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος "ήταν συνέπεια της συμπεριφοράς του (...) που με την εξώδικη διαμαρτυρία του έθιξε τη φήμη της εναγομένης εταιρείας, τα στελέχη της διοίκησής της, αλλά και τους συναδέλφους του στην εναγομένη και εξ αυτού του λόγου κατέστησε αδύνατη την ομαλή συνεργασία μαζί τους, κλονίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη τους προς αυτόν και καθιστώντας την καταγγελία αυτή κατά αντικειμενική κρίση επιβεβλημένη για τη καλή και εύρυθμη λειτουργία των διοικητικών και νομικών της υπηρεσιών.
Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος δεν είναι καταχρηστική και άκυρη εξ αυτού του λόγου" δέχθηκε ουσιαστικά την ύπαρξη σπουδαίου λόγου (αφού απέρριψε την καταχρηστικότητα της καταγγελίας). Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν’ απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και η πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ.176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, μη επιβληθεί, όμως, δικαστική δαπάνη σε βάρος του προσθέτως παρεμβάντος ν.π.δ.δ. (Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών) και υπέρ της καθής η πρόσθετη παρέμβαση, αφού σ’ αυτήν δεν προκλήθηκε πρόσθετη δαπάνη από την παρέμβαση (ΑΠ 1147/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2015 και με αριθ....2015 αίτηση του Σ. Π. Κ. για αναίρεση της 5890/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και την υπέρ αυτού ασκηθείσα από 1-11-2016 και με αριθ.... πρόσθετη παρέμβαση του ν.π.δ.δ. "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών".
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ