Legislator Case Law & Legislation
908/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal, dismisses lawsuit, and remands case to Court of Appeals for retrial.

Case Number 908/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Court of Athens' decision, finding the lower court's ruling on the lawsuit's admissibility legally flawed. The appellant argued that the Court of Athens erred in dismissing the claim, while the respondent contended the procedural bar was valid. The court ruled that the appeal was admissible and remanded the case to the Court of Appeals to retry the lawsuit on its merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100(4) of the Constitution; Article 21(1) and 51(1), 2, 4 of Law 345/1976: A decision of the Supreme Court declaring a statutory provision unconstitutional has retroactive effect only if explicitly stated; otherwise, it applies prospectively, and the case must be remanded for retrial if the appeal is allowed on other grounds.

Keywords

AI generated
constitutional review retroactive effect remand for retrial admissibility of appeal court of appeals

Cited Legislation

AI generated
Article 100(4) of the Constitution
Article 21(1) of Law 345/1976
Article 51(1), 2, 4 of Law 345/1976
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 9/2014
Case 1554/2002
Case 84/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 908 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 908/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ασφαλιστικού οργανισμού (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Στρίμπερη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2035/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3031/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.4 του Συντάγματος, 21 παρ.1 και 51 παρ.1, 2 και 4 του ν. 345/1976 "περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου" (στο εξής: ΑΕΔ), οι αποφάσεις του ΑΕΔ είναι αμετάκλητες, αποκλείουν την άσκηση τριτανακοπής κατ' αυτών και ισχύουν έναντι πάντων από τη δημοσίευσή τους στο ακροατήριο, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά.

Ειδικότερα, απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, ισχύει έναντι πάντων από τη δημοσίευσή της, εκτός αν το ΑΕΔ, με ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, κηρύξει το ανίσχυρο της διάταξης, που κρίνεται αντισυνταγματική, από χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσης.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία κάποια διάταξη τυπικού νόμου κηρύσσεται αντισυνταγματική, ισοδυναμεί με νομοθετική μεταβολή (ΑΠ 9/2014, ΑΠ 1554/2002), που επάγεται τη μη εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης όχι μόνο έναντι των διαδίκων, αλλά έναντι πάντων, μόνο, όμως, για το μέλλον, εφ' όσον δεν έχει προσδοθεί, ρητώς, αναδρομική εφαρμογή στην απόφαση.

Αυτό σημαίνει ότι έννομες σχέσεις, οι οποίες είχαν ρυθμισθεί στο παρελθόν, σε χρόνο κατά τον οποίο η επίμαχη διάταξη δεν είχε, ακόμη, κριθεί αντισυνταγματική, με τρόπο τελειωτικό, ήτοι χωρίς να βρίσκεται σε εκκρεμότητα διοικητική ή δικαστική διένεξη σε οποιοδήποτε επίπεδο, θεωρούνται ως συννόμως ρυθμισμένες και δεν αναβιώνουν, προκειμένου να ρυθμισθούν εκ νέου, με εφαρμογή της μεταβολής που επέφερε η απόφαση του ΑΕΔ για το μέλλον.

2. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ.3 και 4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση Κοινωνικής Ασφάλισης κλπ", το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι ασφαλιστικοί φορείς πρόνοιας για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Επί πλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος, προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των ασφαλιστικών φορέων, χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά.

Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειώνεται ή αυξάνεται, αναλόγως των ετών ασφάλισης. Με απόφαση του αρμόδιου υπουργού το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος αναπροσαρμόζεται κάθε φορά σύμφωνα με την εισοδηματική πολιτικής της Κυβέρνησης, όπως αυτή καθορίζεται με απόφαση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας για τα εφάπαξ βοηθήματα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 138 παρ.8 του ν. 3655/2008, οι αυτοτελείς κλάδοι πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των αρμόδιων υπουργών.

Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία υποβάλλεται προς έγκριση στους ίδιους υπουργούς, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου.

Τέλος, σε εκτέλεση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η υπουργική απόφαση Φ.80000/30226/1366/2004 (ΦΕΚ Β' 27/2004), με την οποία μετετράπη σε ΝΠΙΔ το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ και εγκρίθηκε το νέο καταστατικό αυτού. Στο άρθρο 14 παρ.4 του εν λόγω καταστατικού ορίζεται ότι οι ασφαλισμένοι του ταμείου, οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1-1-1993 και εισέπραξαν τη δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ.20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002.

Επακολούθησε η δημοσίευση των 3, 4 και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, με τις οποίες κρίθηκε αντισυνταγματική η ως άνω διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 περί ανωτάτου ορίου στην εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, οσάκις αυτή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, πράγμα που συμβαίνει όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο χορηγείται η παροχή, σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές του εργαζόμενου και του εργοδότη.

Με τις εν λόγω αποφάσεις, το ΑΕΔ δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ στην κρίση του ως προς την αντισυνταγματικότητα της διάταξης για την επιβολή ανωτάτου ορίου (πλαφόν) κατά τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος από τα ως άνω ασφαλιστικά ταμεία.

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος υπήρξε υπάλληλος της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΕΤΕ) και αποχώρησε από την υπηρεσία εκείνης την 31-12-1996, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, έχοντας συντάξιμο χρόνο 32 ετών, 6 μηνών και 2 ημερών.

Ότι τότε, με την 5/28-1-1997 απόφασή του, το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ, ως ΝΠΔΔ, του οποίου καθολικός διάδοχος, κατά νόμο, είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, ομώνυμο ασφαλιστικό ταμείο, που είναι ΝΠΙΔ, κατέβαλε προς αυτόν ως εφάπαξ βοήθημα το ποσό των 59.257,33 ευρώ, εφαρμόζοντας κατά τον υπολογισμό όχι τις διατάξεις του τότε ισχύοντος κανονισμού του, αλλά του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, που είχε επιβάλει ανώτατο όριο (πλαφόν) επί των εφάπαξ παροχών που χορηγούνται στους ασφαλισμένους της κατηγορίας αυτής.

Ότι, εάν είχαν εφαρμοσθεί οι διατάξεις του τότε ισχύοντος κανονισμού, ο ενάγων θα έπρεπε να έχει λάβει εφάπαξ βοήθημα ανερχόμενο στο ποσό των 103.629,46 ευρώ. Ότι μετά την προαναφερθείσα καθολική διαδοχή ως προς τη νομική προσωπικότητα του ασφαλιστικού φορέα και την έναρξη ισχύος του νέου καταστατικού του εναγομένου, χορηγήθηκε στον ενάγοντα, κατ' αίτηση και χωρίς επιφύλαξη αυτού, συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα ποσού 32.180,43 ευρώ.

Ότι, και μετά τη συμπλήρωση, απέμεινε υπόλοιπο ποσού 12.191,70 ευρώ, το οποίο ο ενάγων θα είχε λάβει κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία, εάν, τότε, δεν είχε ληφθεί υπ' όψη το ανώτατο όριο του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992. Ότι επακολούθησε η έκδοση των 3, 4 και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, με τις οποίες κρίθηκε αντισυνταγματική η επιβολή ανωτάτου ορίου στην εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, οσάκις αυτή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα.

Ότι η εξέλιξη αυτή πρέπει να έχει εφαρμογή και στην περίπτωση του ενάγοντος, διότι το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο χορηγείται η εφάπαξ παροχή, σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές των εργαζομένων και [παλαιότερα και] της τράπεζας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε αβάσιμο τον ισχυρισμό του εναγομένου ταμείου, σύμφωνα με τον οποίο η περίπτωση του ενάγοντος δεν ενέπιπτε στη ρύθμιση του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, που κρίθηκε αντισυνταγματική, αλλά των άρθρων 6 παρ.20 του ν. 3029/2002 και 14 παρ.4 του νέου καταστατικού του και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτού, επικυρώνοντας την τότε εκκαλουμένη 2035/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της από 30-1-2009 αγωγής, είχε επιδικασθεί στον ενάγοντα η αιτούμενη διαφορά των 12.191,70 ευρώ.

4. Επειδή, με την κρίση αυτή (βλ. παραπάνω, αρ.3), το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις (βλ. παραπάνω, αρ.1 και 2). Ειδικότερα, στην περίπτωση του αναιρεσίβλητου και με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, η εφάπαξ παροχή δεν υπολογίσθηκε σύμφωνα με την εκ των υστέρων κηρυχθείσα αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, αλλά σύμφωνα με το καθεστώς των άρθρων 6 παρ.20 του ν. 3029/2002 και 14 παρ.4 του νέου καταστατικού του αναιρεσείοντος ταμείου.

Κατά τον τελικό προσδιορισμό της εφάπαξ παροχής, δηλαδή, το αναιρεσείον απέστη από το προϊσχύσαν πλαφόν και υπολόγισε, εκ νέου, το ύψος αυτής με τον τρόπο, ο οποίος καθορίζεται, πλέον, στο άρθρο 7 του νέου καταστατικού του και επιβάλλεται από την κατά νόμον αναλογιστική μελέτη, για τη βιωσιμότητα του Ταμείου.

Ως εκ τούτου, η προβολή της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 είχε γίνει αλυσιτελώς και δεν θα έπρεπε να αξιολογηθεί από το Εφετείο (άλλως, ΑΠ 789/2014). Πέραν τούτου, η συνταξιοδότηση του αναιρεσίβλητου (31-12-1996) και ο υπολογισμός της εφάπαξ παροχής, που είχε λάβει, αρχικώς, από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ (27-1-1997), είχαν συντελεσθεί πριν από την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, ήτοι υπό νομοθετικό καθεστώς που, τότε, ήταν εφαρμοστέο.

Το ΑΕΔ, στις ως άνω αποφάσεις του, που δημοσιεύθηκαν την 16-4-2007, δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ. Κατά συνέπεια, η έκδοση των αποφάσεων αυτών δεν μπορούσε να έχει συνέπειες στις έννομες σχέσεις, οι οποίες είχαν ρυθμισθεί τελειωτικά, πριν από τη δημοσίευσή τους και δεν μπορούσαν να αναβιώσουν. Στην περίπτωση του αναιρεσίβλητου, το αναιρεσείον συμπλήρωσε το ποσό της, αρχικώς καταβληθείσας, μειωμένης λόγω εφαρμογής του πλαφόν, εφάπαξ παροχής, με την, εκ των υστέρων, καταβολή πρόσθετου ποσού 32.180,43 ευρώ, το οποίο ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη.

Με τον τρόπο αυτό, όμως, το ζήτημα του προσδιορισμού και της καταβολής της εφάπαξ παροχής στον αναιρεσίβλητο είχε περαιωθεί τελειωτικά, χωρίς να παραμένει σε εκκρεμότητα κάποια διοικητική ή δικαστική διένεξη. Επομένως, αυτός ουδέν επί πλέον δικαιούται, πέραν των όσων έλαβε, αρχικώς και συμπληρωματικώς και οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, κατά το μέρος που με αυτούς επισημαίνονται οι ως άνω παραβάσεις και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

5. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ασφαλιστικού οργανισμού, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο εκκαλών επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, που ευδοκίμησαν, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3031/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως και

ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 2035/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 30-1-2009 αγωγή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στο αναιρεσείον τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Μαΐου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ