Legislator Case Law & Legislation
908/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest regarding a non-existent possession claim against public property.

Case Number 908/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Crete's decision, ruling that the appellant lacked legal interest to challenge the judgment. The appellant argued the court erred by failing to examine a separate claim for possession alongside the claim for ownership, but the court found this claim inadmissible because the property belonged to the State. Consequently, the appellant could not be considered a possessor and had no standing to request judicial protection for a possession claim that was legally impossible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 73 of the Code of Civil Procedure; The court must examine legal interest sua sponte, and an appeal is inadmissible if the appellant lacks standing to claim possession of property owned by the State, rendering the specific possession claim legally impossible.

Keywords

AI generated
legal interest requirement standing to sue possession claim inadmissibility state property ownership Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 9 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 2, paragraph 1 of Law 1539/1938

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 908 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 908/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και 2) Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτισμού, Τουρισμού και Ανάπτυξης Ηρακλείου (ΔΕΠΤΑΗ), νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζυγούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 4/4/2007 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης και την από 7/11/2007 κύρια παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/201/34/6124/ 835/1888/282/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 448/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/4/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 24/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 30/4/2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 448/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Κρητικός Αστικός Κώδικας (Κρητ.Α.Κ.) καθιερώσας τη χρησικτησία (τακτική και έκτακτο) ως τρόπο κτήσεως κυριότητας επί ακινήτου διέλαβε εις μεν το άρθρο 293 ότι "ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητον δυνάμει τίτλου κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής", εις δε το άρθρο 295 ότι "ο επί είκοσι συνεχή έτη νεμόμενος ακίνητο κτάται την κυριότητα αυτού".

Μετά τις διατάξεις αυτές, που και οι δύο αφορούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κωδικός τούτου χρησικτησία που άρχισε και συμπληρώθηκε υπό το κράτος της ισχύος αυτού (Κρητ.Α.Κ.), προς τον σκοπόν όπως χρησιμοποιηθεί για την χρησικτησίαν και ο προ της ισχύος του διαρρεύσας χρόνος νομής δια του άρθρου 1356 όρισε ότι "...

ο χρόνος (της χρησικτησίας) άρχεται αφ' ης υπήρξαν πάντα τα προς την χρησικτησίαν απαιτούμενα υπ' αυτού προσόντα, εάν όμως κατά την έναρξη της ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο προς χρησικτησίαν χρόνος ή υπολείπεται προς συμπλήρωσιν αυτού χρονικόν διάστημα έλασσον της πενταετίας, η κυριότης δεν αποκτάται πριν παρέλθωσι πέντε έτη από της ισχύος του νόμου", εν συνεχεία δε δια του επομένου άρθρου 1357 όρισε ότι "η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής συνεχής νομή προς απόκτησιν κυριότητος λογίζεται αφ' ης ημέρας ήρξατο, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου" θέσας ούτως, προκειμένου περί της εκτάκτου κατά το άρθρο 295 χρησικτησίας, ως όρον-προϋπόθεση δια την, κατά την προηγουμένη διάταξη του άρθρου 1356, χρησιμοποίηση του διαδραμόντος χρόνου της προαρξαμένης νομής την ύπαρξη και εξακολούθηση αυτής (νομής) κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτού (Κρητ.Α.Κ.) Εξάλλου, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού κωδικός (Κρητ.Ασ.Κώδ.) προκύπτει ότι επί εκτάκτου χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, επί τακτικής δε ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση της χρησικτησίας, τον χρόνο νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλο, μεταγραφή του και καλή πίστη), του δικαιοπαρόχου του, από δε τη διάταξη του άρθρου 302 του ίδιου Κωδικός προκύπτει ότι υπόκεινται εις την χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα.

Το τελευταίο άρθρο κατηργήθη σιωπηρώς από το άρθρο 21 του Ν.Δ/τος 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", με το οποίο εξηρέθησαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα δια το μέλλον, εφ' όσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν εις την Κρήτη από 11-5-1915.

Εν όψει της με τις ως άνω διατάξεις του τεθέντος εις ισχύν την 23-7-1904 Κρητ.Α.Κ. και τις λοιπές ως άνω διατάξεις καθιερούμενης ρυθμίσεως και παρότι εις το Οθωμανικό δίκαιο, που ίσχυσε εις την Κρήτη μέχρι τον, κατά τα άνω χρόνο, που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Α. Κ. (23-7-1904), ήτο άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας, επί δημοσίου κτήματος εις την Κρήτη ήτο δυνατή η κτήση κυριότητος με τακτική ή έκτακτο χρησικτησία συμπληρουμένη μόνο μέχρι 11-5-1915, δια συνυπολογισμού, προκειμένου περί εκτάκτου χρησικτησίας, μέχρι 15 ετών το πολύ χρόνου νομής προ του χρόνου ενάρξεως ισχύος το Κρητ.Α.Κ. (23-7-1904), προκειμένου δε περί τακτικής δια συνυπολογισμού και μέχρι πέντε ετών το πολύ με τα λοιπά προσόντα αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή του, καλή πίστη) νομής προ του κατά τα άνω χρόνου ενάρξεως ισχύος του Κρητ.Α.Κ. (ΑΠ 572/2001).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 197 του Κρητ.Α.Κ. "τα κτήματα ανήκουσιν εις την επικράτειαν, εις νομούς, επαρχίας, δήμους, ή εις άλλα νομικά πρόσωπα, ή εις ιδιώτας", κατά δε το άρθρο 198 του Κρητ.Α.Κ. "τα κτήματα της επικράτειας, ή είναι δημόσια ή ανήκουν εις την περιουσίαν του κράτους", σύμφωνα εξάλλου με το άρθρο 199 του αυτού κώδικα "δημόσια κτήματα της επικράτειας είναι ...

τα τείχη, αϊ τάφροι και αϊ επάλξεις, και εν γένει τα οχυρώματα φρουρίων ..." και τέλος κατά το άρθρο 202 του ιδίου κώδικα "τα δημόσια κτήματα είναι αναπαλλοτρίωτα..."(ΑΠ 972/2001).

Περαιτέρω άσκηση νομής επί μη δημοσίου κτήματος, η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (1045ΑΚ) όταν πρόκειται για ακίνητο είναι οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση, η φύλαξη του ακινήτου, οι καταμετρήσεις και η σύνταξη διαγραμμάτων.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ 19 του ΚΠολΔ ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλειπείς ή ανεπαρκείς ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 608/1976, ΑΠ 1616/2001).

Συνεπώς, για την ύπαρξη νόμιμης βάσης σε απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο πρέπει να αναφέρονται αν η κυριότητα αποκτήθηκε με βάση έκτακτη χρησικτησία τα στοιχεία αυτής, δηλαδή τη νομή στο επίδικο ακίνητο επί μία εικοσαετία, για τη συμπλήρωση της οποίας μπορεί να συνυπολογιστεί στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου (άρθρα 1045 και 1051ΑΚ).

Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης, εκτός από τα άλλα στοιχεία της χρησικτησίας, και οι πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του, που συνιστούν την επί του πράγματος άσκηση της νομής αυτού. Αντίθετα στην περίπτωση που δεν γίνεται δεκτή η σχετική διεκδικητική-αναγνωριστική αγωγή πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά που αποδέχθηκε ότι δεν είναι ευνοϊκά για τον ενάγοντα για την απόκτηση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Το επίδικο ακίνητο είναι εκτάσεως 7.324,45 τ.μ. και βρίσκεται εντός της πόλεως του Ηρακλείου Κρήτης, επί της … αρ.

…και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Κ. και ήδη ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "….", ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ζ. τέως Κ. Λ. Τ., νοτίως με Λεωφόρο Δημοκρατίας, ανατολικώς με την οδό Α. και δη τοίχο αντιστήριξης αυτής και δυτικώς με Λεωφόρο Ικάρου και με πλατεία Ελευθερίας και δη με το τείχος που συνεχίζει σε ευθεία γραμμή προς νότο, εμφαίνεται δε στο από Νοεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ι.

Π. με τα στοιχεία 17-15-14-13-12-11-Ψ13-7-6-5-4-3-2-1-Α36-Α35-Α34-Α33-Α32-Α31-Α30-Α29-Α28-Α27-Α26-Α25-Α24-Α20-Α19-Α18-Α17-Α16-Α23-Α6-Α3-51-40-Α8-Α15-Α14-Α13-Α12-Α11-Α10-23-17. Εμφαίνεται επίσης, με τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-30-31-32-33-34-35-36-37-38-39-40-41-42-43-44-45-46-27-28-29-1 στο από 08.05.2006 τοπογραφικό διάγραμμα των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηρακλείου, Ε. Χ., τοπογράφου μηχανικού και Ν.

Χ., πολιτικού μηχανικού, που θεωρήθηκε στις 08.05.2006 από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας αυτής Ν. Λ.. Ισχυρίζεται ο ενάγων ότι το ακίνητο αυτό, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως, περιήλθε αρχικά στο Ν. Κ. και εν τέλει στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "….." και ότι ως ιδιωτικό και επιδεκτικό χρησικτησίας απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1983.

Δυνάμει του υπ' αριθμ. 5/1894 "τίτλου εξαιρουμένου βακουφίου", περιήλθε, αιτία πωλήσεως, από τον κύριο αυτού Α. Μ. του Α., στον Ν. Κ. "κήπος οκτώ (8) μιζουρών", υπαγόμενος στο Βακούφιον της κρήνης Χ. Ι. Ν. Β., κείμενος έξωθεν της πύλης Λαζαρέτου συνορευόμενος "εκ μιας πλευράς υπό δημοσίας οδού, εξ ετέρας με τον άγοντα προς Α.

Τ. δρόμον, εκ τρίτης με το τείχος της προαναφερομένης Τ. και εκ τετάρτης με χάνδακα", περιβαλόμενος από τοίχο και περιέχων διάφορα δένδρα, μία οικία, μια μεγάλη δεξαμενή και εννέα "μασούρας" ποσίμου ύδατος και ο παραπλεύρως του κήπου αυτού κείμενος "αγρός εκτάσεως περίπου μιας (1) μεζούρας, συνορευόμενος εκ μιας πλευράς με τον δρόμον τον άγοντα εις Ακ Τ., εκ δύο πλευρών με το τείχος της Ακ Τ.

και εκ μιας πλευράς με τον προαναφερόμενο κήπο", όπως στον τίτλο αυτό περιγράφονται. Μετά το θάνατο του ανωτέρω Ν. Κ. έτος 1926, το ως άνω ακίνητο, περιήλθε στους κληρονόμους αυτού Α. χήρα N. Κ., σύζυγο του και Μ., Α., Γ., Ε., Δ. και Ε. Κ., τέκνα του και κατόπιν εκουσίου πλειστηριασμού λόγω ανέφικτου αυτούσιας διανομής αυτού περιήλθε στους Γ.

και Α. Κ. συνταχθείσης της, νομίμως μεταγραφείσης, υπ' αριθ. .../1928 περιλήψεως κατακυρώσεως του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ευστρατίου Βουρδουμπάκη, στην οποία αυτό περιγράφεται ως ευρισκόμενο στη θέση "Λαζαρέτου Πόρτα" της πόλεως του Ηρακλείου και αποτελούμενο από "εν εργοστάσιον αλευρομύλου και μηχανικού αρτοποιείου, αποτελούμενον εκ του οικοδομήματος του ατμόμυλου μετά των εν αυτώ μηχανών και πάντων των παραρτημάτων και παρακολουθημάτων αυτού, μήκους τριάκοντα περίπου μέτρων και πλάτους δέκα τεσσάρων ήτοι εμβαδού τετρακοσίων είκοσι περίπου τετραγωνικών μέτρων, εντός του οποίου οικοδομήματος είναι τοποθετημένα τα μηχανήματα αλευρομύλου παλαιά μεταχειρισμένα, εξ αυλής μεθ' ενός δωματίου εν αυτή και ιδιοκτήτου ύδατος πηγαίου και συνεχόμενου εξ ανατολών περιβολείου (αγρού) εκτάσεως τριών έως τεσσάρων Μουζουριών ή δυο χιλιάδων έως τριών χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων ή στρεμμάτων δύο και ημίσεως, συνορευομένου το όλον τούτο κτήμα κτήμασι δημοσίου εκ δύο μερών, Κ.

Λ. και υπ' αμαξιτού δρόμου". Οι ανωτέρω συνιδιοκτήτες Γ. και Α. Κ., το έτος 1934, εισέφεραν αυτό κατά κυριότητα στην υπ' αυτών ιδρυθείσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "…", δυνάμει της, νομίμως μεταγραφείσης, υπ' αριθμ. .../16.11.1934 συμβολαιογραφικής πράξεως καταστατικού ανωνύμου εταιρίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, στο οποίο περιγράφεται ως εργοστάσιο αλευροβιομηχανίας κείμενον έξωθεν της πόλεως του Ηρακλείου και κάτωθεν της πλατείας Ελευθερίας επί της οδού Ηρακλείου - Νεαπόλεως μετά των συνεχόμενων οικοπέδων ...

ολικής εκτάσεως έξι χιλιάδων περίπου τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνορεύει προς δυσμάς με δημόσια οδό Ηρακλείου - Νεαπόλεως, προς Νότο με παλαιό δρόμο Α. Τ., προς Ανατολάς με τείχος Α Τ. και προς Βορρά με ακίνητο Ξ. Λ. και Τ. Η διαφορά στην έκταση του πιο πάνω περιγραφομένου στους ανωτέρω τίτλους ακινήτου, όπως αυτή αναφέρεται σε καθένα τούτων, κατά την πορεία του χρόνου, οφείλεται στο ότι το "μουζούρι" αποτελούσε μονάδα μέτρησης όγκου κυρίως δημητριακών, αλλά και άλλων καρπών, αποκαλούμενο ωσαύτως και το σχετικό σκεύος (δοχείο) και εμμέσως αποτελούσε μονάδα μέτρησης επιφάνειας, η δε έκταση εδάφους στην οποία αντιστοιχούσε είναι εκείνη η οποία δέχεται προς σπορά καρπούς ενός πλήρους μουζουρίου (δοχείου) που λέγεται έκταση ενός μουζουρίου και δεν είναι σταθερή, αλλά εξαρτάται από την ποιότητα του εδάφους και το είδος του σπόρου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ αρ. 193/08.03.1958 απόφαση της Επιτροπής Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας που αφορά υποθέσεις παραλιακών κτημάτων της πόλεως Ηρακλείου (ΦΕΚ 46 Δ/1980) "... σε πετρώδες έδαφος το μουζούριο υπερβαίνει το στρέμμα, σε έδαφος άγονο και πτωχό περίπου συμπίπτει, σε επίπεδο όμως και καθαρό έδαφος το μουζούρι καλύπτει το πολύ ήμισυ στρέμμα, στο περιβόλι δε, δηλαδή το ποτιστικό έδαφος το οποίο έχει τη δύναμη να θρέψει πυκνή βλάστηση, το μουζούριο καλύπτει μόλις το ένα τρίτο του στρέμματος ..." Εν προκειμένω, το ακίνητο που περιγράφεται στον πιο πάνω "τίτλο εξαιρουμένου βακουφίου", "ως κήπος οκτώ (8) μιζουρών και αγρός μιας (1) μεζούρας", εκτιμάται ότι καλύπτει έκταση περίπου τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων (4.300) τετραγωνικών μέτρων.

Ολόκληρη την παραπάνω έκταση μετά των υπαρχόντων κτισμάτων (εργοστάσιο με αποθήκες) και του οικοπέδου, που ταυτίζεται με το ανήκον στην τελούσα, ήδη από το έτος 1976, σε πτώχευση ανωτέρω ανώνυμη εταιρία, μίσθωσε ο ενάγων και οι Γ. Φ. και Γ. Σ. από την τελευταία δυνάμει του από 23.05.1986 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουν ως επιχείρηση καφενείου, ταβέρνας νυκτερινού κέντρου, γραφείου και πάρκινγκ αυτοκινήτων, για χρονική διάρκεια ενός έτους, η οποία συνεχίστηκε και μετά τη λήξη αυτού και εν συνεχεία, δυνάμει του από 18.07.1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, μίσθωσε αυτή μόνος του ο ενάγων για την ίδια χρήση και για χρονικό διάστημα επίσης ενός έτους.

Ήδη, όμως, από την έναρξη της μίσθωσης, το 1986, ο τελευταίος κατέλαβε και παρακείμενη έκταση (νοτίως και ανατολικώς του μισθίου ακινήτου) εκ 3.200 τ.μ. περίπου, η οποία αποτελεί μέρος του επιδίκου και δη το βόρειο τμήμα αυτού, το εμφαινόμενο υπό στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-1 στο προαναφερόμενο από 08.05.2006 τοπογραφικό διάγραμμα των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηρακλείου, Ε.

Χ., τοπογράφου μηχανικού και Ν. Χ., πολιτικού μηχανικού και προσδιορίζεται σε 3.348,50 τ. μ. Την έκταση αυτή, ο ενάγων, την ενοποίησε με το μίσθιο, την επέστρωσε αρχικά με υλικό 3Α και κατόπιν με άσφαλτο και χρησιμοποίησε το σύνολο αυτής ως υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Με την πάροδο του χρόνου και μάλιστα λίγα χρόνια πριν την άσκηση της ενδίκου αγωγής, ο ενάγων, κατέλαβε και την υπόλοιπη επίδικη έκταση μέχρι των 7.324,45 τ.

μ. συνολικά, ήτοι περί τα 4.124,45 τ. μ., η οποία εμφαίνεται στο προαναφερόμενο από 08.05.2006 τοπογραφικό διάγραμμα των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηρακλείου, Ε. Χ., τοπογράφου μηχανικού και Ν. Χ., πολιτικού μηχανικού υπό στοιχεία 30-31-32-33-34-35-36-37-38-39-40-41-42-43-44-45-46-27-26-25-24-23-22-21-20-19-18-17-16-15-14-13-12-30 και προσδιορίζεται σε 4.015,50 τ.μ., χαρακτηριζόμενη ως πρανές, την οποία διαμόρφωσε και περιέφραξε καλλιεργώντας σε τμήμα αυτής κηπευτικά και στο υπόλοιπο εκτρέφοντας ζώα (αίγες).

Εκ των ανωτέρω εκτάσεων, την μεν μισθωμένη έκταση απέδωσε ο αιτών στην εκμισθώτρια εταιρία το έτος 2005, από δε την από την προαναφερόμενη καταληφθείσα και ασφαλτοστρωθείσα έκταση των 3.348,50 τ.μ., σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, απεβλήθη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, την 21.3.2007, σε εκτέλεση του υπ' αριθμ.

σχετικού 6/30.05.2006 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηρακλείου, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. …/21.03.2007 εκθέσεως αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου …, ενώ για την υπόλοιπη έκταση των 4.015,50 τ.μ., σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, εξεδόθη το υπ' αριθμ. 6/20.06.2006 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του ως άνω Προϊσταμένου.

Με βάση τα προαναφερόμενα, η επίδικη έκταση των 7.324,45 τ.μ., δεν εμπεριέχεται στα όρια του περιγραφομένου στους τίτλους κυριότητας της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας και δη στον παραπάνω "τίτλο εξαιρουμένου βακουφίου" ακινήτου, την έκταση του οποίου άλλωστε, προκειμένου να συμπεριλάβει και την επίδικη αναβιβάζει ο ενάγων σε 11.624,45 τ.μ.

περίπου (7.324,45 τ.μ. επίδικη έκταση + 4.300 τ.μ. μίσθιο - ιδιοκτησία εταιρίας), αλλά βρίσκεται νοτίως και ανατολικώς αυτού...

...Επίσης και από τον άλλο τίτλο κτήσεως κυριότητας, ήτοι την προαναφερόμενη περίληψη κατακυρώσεως προκύπτει ότι το επίδικο εκ δύο πλευρών, ήτοι νότια και ανατολικά, συνορεύει με κτήματα του Δημοσίου, αφού ο αναφερόμενος στον εν λόγω τίτλο αμαξητός δρόμος ταυτίζεται με την κείμενη προς δυσμάς του επιδίκου και αναφερόμενη στους άλλους τίτλους, ως δημόσια οδό, ήδη ονομαζόμενη Λεωφόρο Ικάρου, ο δε μνημονευόμενος Κ.

Λ., αναφέρεται ρητώς στο προαναφερόμενο καταστατικό (τίτλο), ως όμορος προς βορράν ιδιοκτήτης. Η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου της πόλεως του Ηρακλείου και συγκεκριμένα τμήμα της Ανατολικής Τάφρου των Ενετικών Τειχών αυτής και ως τέτοια, περιβάλλουσα τον κύριο οχυρωματικό περίβολο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όλης οχυρώσεως (βλ.

και Χ. Τ. "ΧΑΝΔΑΚΑΣ Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΙΧΗ", έκδοση Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, 1996, σελ. 164 και 526). Ειδικότερα, στην ευρύτερη περιοχή του επιδίκου, η περιοχή που εντάσσεται στον ενετικό οχυρωματικό περίβολο οριοθετείται: 1. από το ευθύγραμμο τμήμα Ιησού-Vitturi (Βίγλα), 2. το ευθύγραμμο τμήμα Vitturi-Sabbionara, 3. τους προμαχώνες Vitturi-Sabbionara, 4.

την τάφρο των τειχών σε όλη την παραπάνω περιοχή, 5. τον εξωτερικό προμαχώνα-φρούριο του Αγίου Δημητρίου (Ανάληψη) και 6. την ανατολική τάφρο των ενετικών τειχών μεταξύ του προμαχώνα Vitturi, του φρουρίου Αγίου Δημητρίου και του προμαχώνα Sabbionara, εμφαίνεται δε στο από Νοέμβριο 2006 αρ. ΑΙ σχέδιο που συνέταξε ο αρχιτέκτων μηχανικός Μ.

Κ. και θεώρησε ο Διευθυντής Τ.Υ. της ΔΕΠΤΑΗ πολιτικός μηχανικός Κ. Λ. με κίτρινο χρώμα [βλ. το υπ' αρ. πρωτ. 4748/09.11.2006 έγγραφο της 13ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Ε.Β.Α.)]. Το πλάτος της ως άνω ανατολικής τάφρου ορίζεται, συγκεκριμένα, μεταξύ του λίθινου πρανούς του ενετικού τείχους που βρίσκεται σήμερα στην οδό Α. (φρούριο Αγ.

Δημητρίου) και το λίθινο επίσης πρανές του ευθύγραμμου τμήματος (cortina) μεταξύ των προμαχώνων Vitturi (Βίγλα) και Sabbionara, η δε επίδικη έκταση (όπως προαναφέρθηκε, καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου τμήμα της ανατολικής τάφρου των ενετικών τειχών της πόλεως του Ηρακλείου, τα οποία χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα μ.Χ. (βλ.

και το υπ' αριθ. πρωτ. 5032/21.11.2006 έγγραφο της 13ης Ε.Β.Α.). Τα Ενετικά αυτά Τείχη με την τάφρο τους, τμήμα της οποίας είναι και το επίδικο, υπό την ισχύ του Κρητικού Αστικού Κώδικα (από 23.07.1904) ανήκαν στα δημόσια κτήματα της επικράτειας, κατά ρητή πρόβλεψη του προπαρατιθέμενου άρθρου 199 ΚρητΑΚ και ακολούθως, μετά την προσάρτηση της Κρητικής Πολιτείας στο Βασίλειο της Ελλάδος, την 01.12.1913, περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο και τούτο ανεξαρτήτως της ιδιότητος αυτών ως "αρχαίου" ή μη.

Όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη έκταση, όπως οριοθετήθηκε στο προαναφερόμενο από 08.05.2006 τοπογραφικό διάγραμμα των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηρακλείου, Ε. Χ., τοπογράφου μηχανικού και Ν. Χ., πολιτικού μηχανικού, καταγράφηκε, ενόψει της αμφισβήτησης του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος, στις 12.05.2006, ως δημόσιο κτήμα στο Βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων με Α.Β.Κ, (

Αριθμός Βιβλίου Καταγραφής) 299. Χαρακτηρίστηκε δε στο οικείο φύλλο του γενικού βιβλίου καταγραφής ως αστικό οικόπεδο και πρανές. Ο χαρακτηρισμός "αστικό οικόπεδο", που αναφέρεται στο ασφαλτοστρωμένο τμήμα αυτού υποδηλώνει τη φύση (ασφαλτοστρωμένη έκταση) και τη θέση αυτού (εντός της πόλεως του Ηρακλείου) και δεν αποτελεί κριτήριο της ιδιότητος αυτού ως τμήμα ή μη του οχυρωματικού περιβόλου της πόλεως του Ηρακλείου και δη της τάφρου αυτού.

Επομένως, ο ενάγων, που επικαλείται ότι ασκούσε επί του επιδίκου ακινήτου διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου από το έτος 1983, δεν μπορούσε κατά νόμο να αποκτήσει την κυριότητα του με χρησικτησία, λόγω του χαρακτήρα του: ως ακινήτου του Δημοσίου, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του εναγομένου και της προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινούσης.

Ούτε άλλωστε μπορούσε να προσμετρήσει νομή που τυχόν ασκείτο επ' αυτού (κατά τα χρονικά διαστήματα που αυτή επιτρεπόταν κατά νόμο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη) από τρίτους, όπως είναι η εταιρία με την επωνυμία "…." και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι της, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται περαιτέρω ότι είναι ειδικός ή καθολικός διάδοχος αυτών, πέραν του ότι οι ανωτέρω τρίτοι δεν άσκησαν ποτέ νομή στο επίδικο το οποίο εκείτο εκτός των ορίων της ιδιοκτησίας τους, η έκταση της οποίας κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας της πιο πάνω εταιρίας είναι 4.294 τ.μ. (βλ.

και κυρία παρέμβαση αυτής). Απόρροια της ως άνω κυριότητας και νομής του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, είναι ότι η διαχείριση και η διοίκηση των Ενετικών Τειχών Ηρακλείου, της τάφρου αυτών και ως τμήμα της τελευταίας της επίδικης έκτασης ενεργείται από το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο ήδη από το έτος 1985 με διαδοχικές αποφάσεις παραχώρησε τη χρήση αυτών στο Δήμο Ηρακλείου (βλ.

τις υπ' αριθμ. ΥΠΠΕ/Φ.04-34/25947/1985, ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/ Β1/Φ38/ ΜΝΗΜ/17648/644/10.4.1998 και ΥΠΠΟ/ΓΔΑ & ΠΚ/ΑΡΧ/ Β1/Φ.38/ 54417/4237/09.10.2003 υπουργικές αποφάσεις). Ενώ, με την υπουργική απόφαση ΥΠΠΟ/ΓΔΑ&ΠΚ/ΑΡΧ/Β1 /Φ.38/423 5/09.10.2003 εγκρίθηκε μελέτη κατασκευής κτηρίου στάθμευσης οχημάτων από το Δήμο Ηρακλείου σε χώρο εντός της ανατολικής τάφρου που περιλαμβάνει και την επίδικη έκταση και στις 14.01.2004, υπογράφτηκε ανάμεσα στο Ελληνικό Δημόσιο (Περιφέρεια Κρήτης), το Δήμο Ηρακλείου και την προσθέτως παρεμβαίνουσα Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Τουρισμού και Ανάπτυξης Ηρακλείου προγραμματική σύμβαση για την κατασκευή και λειτουργία του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων επ' αυτού.

Ο χαρακτήρας του επιδίκου ως δημόσιο κτήμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι με το σχέδιο της πόλεως Ηρακλείου του 1958, είχε κηρυχθεί κοινόχρηστος χώρος πρασίνου, αφού είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί κοινόχρηστος χώρος πρασίνου με το ρυμοτομικό σχέδιο και χώρος που ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο (Χορομίδη, Αναγκαστικές Απαλλοτριώσεις, 2004 σελ. 1306), χωρίς τούτο να συνεπάγεται ότι το ρυμοτομικό σχέδιο απαλλοτρίωνε αυτόν θεωρώντας τον ιδιωτική περιουσία, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων.

Ούτε, άλλωστε, αναιρείται ο χαρακτήρας του επιδίκου ως δημόσιο κτήμα από το γεγονός ότι με την υπ αρ. 2961/01.09.1992 απόφαση της 13ης εφορείας βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων Κρήτης χορηγήθηκε στον ενάγοντα άδεια κατασκευής ξύλινης κλιμακωτής διάβασης επί των τειχών για την επικοινωνία με τον υπαίθριο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων (πάρκινγκ) που εκμεταλλευόταν ο ενάγων επί του βορείου τμήματος του επιδίκου, ενόψει του ότι αυτή χορηγήθηκε από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου με την πεποίθηση ότι πρόκειται για το οικόπεδο της εταιρίας με την επωνυμία "….", του οποίου ο ενάγων είναι μισθωτής, αφού αυτό ανέφερε ο ίδιος ο ενάγων στην από 21.10.1991 σχετική αίτηση προς την ανωτέρω υπηρεσία για τη χορήγηση της άδειας αυτής.

Το αυτό συνέβη και με όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες που έδωσαν σχετική έγκριση για την κατασκευή της ξύλινης κλιμακωτής διάβασης, ενώ το Δημοτικό Συμβούλιο Ηρακλείου, με την υπ' αριθμ. 212/17.05.1993 απόφαση του ενέκρινε την κατασκευή της ως άνω διάβασης, θεωρώντας ότι αυτή θα κατασκευαστεί προς εξυπηρέτηση των πελατών του ενάγοντος, ως μισθωτή του μισθίου χώρου των τέως αλευρομύλων Κ., ο δε ενάγων, ο οποίος ήταν παρών στη σχετική συνεδρίαση, ενημερώθηκε ότι θα πρέπει να απομακρύνει αυτή (διάβαση) μόλις του ζητηθεί προκειμένου να αρχίσουν οι εργασίες κατασκευής του προαναφερόμενου σταθμού αυτοκινήτων.

Τέλος, ο χαρακτήρας του επιδίκου ως δημόσιο κτήμα δεν αναιρείται ούτε από την υπ' αριθμ. 542/04.03.1998 απόφαση της ανωτέρω 13ης εφορείας βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων Κρήτης, με την οποία αποφασίστηκε η συνέχιση λειτουργίας του υπαίθριου χώρου στάθμευσης που εκμεταλλευόταν ο ενάγων στο βόρειο τμήμα του επιδίκου, με την αιτιολογία ότι δεν είχε προχωρήσει το πρόγραμμα απαλλοτρίωσης του χώρου της ανατολικής τάφρου, ως και από άλλα παρόμοια έγγραφα άλλων υπηρεσιών (όπως 7644/14.11.1997 και 8463/12.12.1997 της Δ/σης πολεοδομικών Λειτουργιών του Δήμου Ηρακλείου), ενόψει του ότι η αναφερόμενη στα έγγραφα αυτά απαλλοτρίωση αφορά στα απαλλοτριωτέα ακίνητα της ανατολικής τάφρου και όχι στο επίδικο, το οποίο δεν ήταν απαλλοτριωτέο, ως μη εμπίπτον σε κανένα τίτλο ιδιοκτησίας.

Εξάλλου, και ο ίδιος ο ενάγων ήταν γνώστης της ιδιότητος του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, όπως προκύπτει από τις, σε ανύποπτο χρόνο, από 25.10.1993 και από 01.09.1994 αιτήσεις του που απηύθυνε προς το Δήμο Ηρακλείου (και έλαβαν αριθμ. πρωτ. στο Δήμο 15.728/27.10.1993 και 13.702/01.09.1994 αντιστοίχως) με τις οποίες, αφού ανέφερε ότι είχε μισθώσει το χώρο του παλαιού εργοστασίου Κ.

επί της Λ. Ικάρου, ζητούσε από το Δήμο (στον οποίο όπως προαναφέρθηκε είχε παραχωρηθεί η χρήση της τάφρου από το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Πολιτισμού που ασκούσε τη διαχείριση και διοίκηση αυτού) να του μισθώσει, ως κύριος αυτού, τον υπόλοιπο όμορο χώρο, αναφερόμενος σαφώς στο επίδικο. Επίσης, και η ίδια η πιο πάνω εταιρία με την επωνυμία "....", όπως προαναφέρθηκε, θεωρεί ως ιδιοκτησία της έκταση 4.294 τ.μ., που συμπίπτει περίπου με την έκταση (4.228 τ.μ.), για την οποία κατά τη σύνταξη της υπ αρ. 10/1972 πράξεως ρυμοτομήσεως και αναλογισμού αποζημίωσης αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι με συμβολαιογραφικές πράξεις έγιναν μεταβιβάσεις ακίνητων επί της ανατολικής τάφρου των Ενετικών Τειχών του Ηρακλείου και χορηγήθηκε άδεια οικοδομής αυτών, το ότι απαλλοτριώθηκαν ακίνητα με σχετικές αποφάσεις δημοσίων υπηρεσιών και ορίστηκε η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως με δικαστικές αποφάσεις επί ακινήτων επίσης ευρισκόμενων στην ανατολική τάφρο και για μερικά εξ αυτών το Ελληνικό Δημόσιο δήλωνε ότι δεν αξιώνει εμπράγματα δικαιώματα ή αναφέρονταν ως τρόπος κτήσεως κυριότητος η χρησικτησία, δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση περί του χαρακτήρα του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, ούτε ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού διαφέρουν κατά περίπτωση οι περιστάσεις διαμόρφωσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος εκάστου ακινήτου..." Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την από 19.8.2008 έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε, εκτός ως προς τη σε βάρος αυτού διάταξη περί δικαστικών εξόδων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ωε κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του με την παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε εξαρχής ως δημόσιο κτήμα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς να την απωλέσει ποτέ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, και καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα με πληρότητα και σαφήνεια: α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, αφού με βάση τις παραπάνω παραδοχές του ότι ο αναιρεσείων μη έχοντας ασκήσει επί του επιδίκου ακινήτου νομή με διάνοια κυρίου επί είκοσι έτη συνέχισε και κατά το χρονικό διάστημα που εδύνατο κάποιος να χρησιδεσπόσει με διάνοια κυρίου επί δημοσίου κτήματος, δεν έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου και β) δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν, κατά τα προεκτεθέντα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την κρίση επί του πιο πάνω ζητήματος που αναφέρεται στη μη απόκτηση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και ιδίως των άρθρων 974 επ. και 1045 ΑΚ.

Συνεπώς οι από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης που προσάπτονται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της ίδιας αίτησης (για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και συνακόλουθα οι σχετικοί λόγοι της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Για την ύπαρξη του λόγου αυτού (για την περίπτωση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμ. 11 περ γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσχώρησε σ' αυτό για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του.

Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του: 1) την ένορκη κατάθεση της Β. Σταρίδα, 2) την υπ' αριθμ 44/63 πράξη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, 3) το από 16.9.1964 διάγραμμα των μηχανικών της Νομαρχίας Ηρακλείου Κ. και Ν., 4) την υπ' αρ 22204/9157/23-1-1968 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προεδρίας της Κυβερνήσεως, 5) την από 26-7-1968 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου προς το Υποθηκοφυλακείο Ηρακλείου, 6) την υπ' αρ. 775/1968 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 7) την από 4-12-1978 αίτηση του Δημοσίου προς το Υποθηκοφυλακείο Ηρακλείου, 8) την υπ' αρ. 1223/1966 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 9) τα υπ' αριθμ. 776/1968 πρακτικά του Προέδρου Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 10) τις υπ' αρ. 594/1967, 550/1968 και 551/1968 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 11) το απόσπασμα της οριστικής διανομής έτους 1939 της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, 12) τα συμβόλαια ιδιοκτητών με αριθμ. .../1943, .../1946, .../1954, .../1954, .../1939, .../1939, .../1952, .../1967 και .../1968 των συμβολαιογράφων Ηρακλείου Ι.

Παπαχαριλάου, Ελ. Βαρβεράκη, Ι. Καριωτάκη, Μιχ. Καλυβιανάκη και Αριστείδη Δοκουματζίδη αντιστοίχως, 13) την υπ' αρ. 314/2005 άδεια του Δήμου Ηρακλείου, 14) το υπ' αρ. πρωτ 8463/12-12-1997 έγγραφο του Δήμου Ηρακλείου προς την Αρχαιολογική Υπηρεσία, 15) σαράντα (40) έγχρωμες φωτογραφίες της ανατολικής τάφρου της πόλης του Ηρακλείου και 16) τη δικαστική ομολογία του Δημοσίου και τις εξώδικες ομολογίες του στις από 26-7-1968 και 4-12-1968 αιτήσεις του προς το Υποθηκοφυλακείο Ηρακλείου και τα υπ' αρ. 1 έως 8 αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου έγγραφα (ΦΕΚ .

Κώδικας των Θυσιών του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών και Κρητολογία, δικαστικές αποφάσεις) από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αποδεικνύεται είτε εμμέσως είτε αμέσως η διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου και συνακόλουθα η επ' αυτού κτήση της κυριότητας του αναιρεσείοντος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Όπως όμως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο Κρήτης σχημάτισε την κρίση του για την ουσία της υπόθεσης (το κατ' ουσίαν αβάσιμο της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής) από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν" και τις σ' αυτό μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό δε με την όλη αιτιολογία της απόφασης (ως προς τη θέση και φύση του επίδικου ακινήτου και ως προς τα ποία πρόσωπα ενεργούσαν πράξεις νομής επ' αυτού) δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που αναφέρει στην αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων, συναξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται να εξάρει την αποδεικτική δύναμη κάποιον απ' αυτά.

Επομένως είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους προσάπτεται η ανωτέρω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 469/1984 και ΑΠ 134/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο-κύριο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο έκρινε ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) που πρότεινε με λόγο έφεσης ότι το ανατολικό όριο του ακινήτου Κ.

ήταν το Τείχος ΑΚ Τ. και ήδη Α., νότιο δε όριο η σημερινή Λ. Δημοκρατίας και ειδικότερα ότι "ο δρόμος ο άγων εις ΑΚ Τ." ήταν εκεί που είναι η Λ. Δημοκρατίας "ούτε βορειότερο ούτε νοτιότερο" υπονοώντας ότι έτσι έσφαλε το Εφετείο ως προς την ακριβή θέση του επίδικου ακινήτου, προσθέτοντας με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ότι το Εφετείο υπέπεσε και στην από τον αριθμ. 11 περ.

γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια μη λαμβάνοντας υπόψη για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα τις μαρτυρικές καταθέσεις της Β. Σ. και του μηχανικού Μ.. Ο ως άνω λόγος της κρινόμενης αίτησης: α) ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προεκτιθέμενος ισχυρισμός σε σχέση με τη θέση του επιδίκου ακινήτου αποτελεί πραγματικό επιχείρημα αντλούμενο από τις αποδείξεις, δηλαδή δεν είναι αυτοτελής και δεν συνιστά πράγμα με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ που προπαρατέθηκε και β) ως προς το δεύτερο σκέλος του (της πλημμέλειας από τον αριθμ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559ΚΠολΔ) είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως έχει προαναφερθεί το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα του συνεκτιμώντας και συναξιολογώντας όλα ανεξαιρέτως και αδιακρίτως τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό όλοι οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και οι δύο προμνημονευόμενες μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να απαιτείται να κάνει ιδιαίτερη μνεία αυτών ως μη έχουσες ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη.

Ακόμα, το άρθρο 218 ΚΠολΔ που προβλέπει τις προϋποθέσεις, με τις οποίες μπορεί περισσότερες από μία αιτήσεις του ιδίου ενάγοντος εναντίον του ιδίου εναγομένου να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής, ορίζει εκτός των άλλων ότι οι αιτήσεις αυτές δεν πρέπει να βρίσκονται σε αντίφαση μεταξύ τους, αν δε γίνει ένωση αγωγών κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων, το δικαστήριο μετά από αίτηση του διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως διατάσσει τον χωρισμό.

Έτσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική ή αντίστοιχη αναγνωριστική αγωγή και η αγωγή (καταψηφιστική ή αναγνωριστική) για τη νομή (ΑΠ 1707/2008 και ΑΠ 977/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 12.1.2007 αγωγή του αναιρεσείοντος που παραδεκτά περιλάμβανε αιτήματα: α) της κυριότητας και β) της νομής του επί του επιδίκου ακινήτου, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος του σ' αυτήν αναφερόμενου και περιγραφόμενου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα του αυτό και ότι έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας και της νομής αυτού επί του επιδίκου.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο και προσδιορισμό των αιτημάτων της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει την σωρευμένη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή περί νομής, καίτοι ο ενάγων παραπονείτο με ιδιαίτερο λόγο (υπ' αριθμ 6 του Εφετηρίου) για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραλείποντας το τελευταίο να εξετάσει τη δεύτερη αυτή αγωγή.

Με βάση την προαναφερόμενη δικαστική εξέλιξη της αναγνωριστικής περί νομής αγωγής που σωρεύθηκε στο ίδιο δικόγραφο με την αναγνωριστική αγωγή περί κυριότητας του ιδίου ακινήτου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμ 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον του άφησε παρά το νόμο αίτηση του αδέκαστη, δηλονότι δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την παραδεκτά σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αναγνωριστική της νομής του αγωγής επί το επιδίκου ακινήτου, περιορισθέν μόνο στην εξέταση και απόρριψη κατ' ουσίαν της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγή του.

Ο προαναφερόμενος όμως λόγος (από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα χωρίς να έχει προς τούτο άμεσο έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ) που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), καθόσον με την παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ελληνικού Δημοσίου) θεωρείται νομέας αυτού έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτού πράξη νομής επ' αυτού (άρθρο 2 παρ 1 του αν ν. 1539/1938), με συνακόλουθη συνέπεια η ένδικη αναγνωριστική της νομής αγωγής να είναι απορριπτέα σε κάθε περίπτωση αφού ο αναιρεσείων δεν μπορούσε και δεν μπορεί να είναι νομέας του επιδίκου ακινήτου και να δικαιούται δικαστικής προστασίας, αφού ανήκει στην κυριότητα και νομή του Ελληνικού Δημοσίου και εντεύθεν ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να εξετασθεί η ένδικη αγωγή κατά το προαναφερόμενο μέρος της για να απορριφθεί με αντίστοιχη διάταξη περιλαμβανόμενη σε απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερόμενων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-4-2012 αίτηση του Η. Ζ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ 448/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν το πρώτο αυτών σε τριακόσια (300) ευρώ για δε τη δεύτερη σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ