Legislator Case Law & Legislation
908/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against employer withholding tax from voluntary resignation compensation agreement.

Case Number 908/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to uphold a lower court judgment. The company argued that a 2003 agreement exempting the employee from income tax on his voluntary resignation compensation was violated when the employer withheld tax. The court ruled that the agreement only binds the parties and does not alter the employer's statutory obligation to pay tax to the state. Consequently, the appeal was rejected, and the company was ordered to pay the withheld amount plus court costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 361 A.C.; Art. 14 para. 1 of Law 2238/1994; A private agreement between employer and employee regarding full compensation without tax deduction does not alter the employer's statutory obligation to pay tax to the state.

Keywords

AI generated
voluntary resignation compensation income tax withholding private contract validity statutory tax obligation employer liability tax exemption agreement Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 361 A.C.
ac
Art. 14 para. 1 of Law 2238/1994
Art. 3 para. 8 and 9 of Law 3091/2002
Art. 1 of the Decree of 16/18 July 1920, Law 2112/1920
Art. 94 of Law 3026/1954

Cited Case Law

AI generated
AP 528-531/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 908 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 908/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", μετονομασθείσας πλέον σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουρκουβάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1912/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5464/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/3/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρ. 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάσθηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000 σε "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." και με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3270/2004, σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ".

Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ".

Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλ. από 3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σε αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", ενώ στην παράγραφο 4 περ.

β' του αυτού άρθρου, ορίσθηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από το ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 (ΦΕΚ Α' 100/30-4-2003), η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην"Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ιδίου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "Ε.Τ.Α.

ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζομένους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...".

Με την παράγραφο 7 περ. β' δε του ιδίου άρθρου, ορίσθηκε ότι το παραπάνω προσωπικό, μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχωρήσεως από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε αποδεκτή.

Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ορίσθηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." , κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας"....

αποσπάται από την εταιρεία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρεία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το προσωπικό που ανήκε στην αναιρεσείουσα και υπηρετούσε με απόσπαση στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003, δηλαδή από 30-4-2003, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", εκτός από τους εργαζομένους που έχουν δηλώσει εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "Ε.Τ.Α.

Α.Ε." ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν. Παρέπεται δε, ότι οι εργαζόμενοι που υπέβαλαν εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι τις 31-5-2003, τη δήλωση αυτή προς την "Ε.Τ.Α. ΑΕ", και έτσι δεν μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στην "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", αλλά παρέμειναν στο προσωπικό της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", δικαιούνται οποιαδήποτε παροχή που θεμελιώνεται στην εργασιακή σχέση από την τελευταία αυτή εταιρεία και όχι από την "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ" (ΑΠ 528 - 531/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 24-9-1984 με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου από τον ΕΟΤ για να εργασθεί ως τεχνικός παιγνίων στο Καζίνο της Πάρνηθας. Από την πρόσληψή του πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε αυτό μέχρι την 1-5-2004, που αποχώρησε οικειοθελώς.

Κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεις το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επιχείρησης Καζίνο Πάρνηθας μετεβλήθη, χωρίς η κάθε μεταβολή να επηρεάσει τη σύμβασή του, αφού στον εκάστοτε καθολικό διάδοχο- εργοδότη, που αναλάμβανε τη διοίκηση και εκμετάλλευση του Καζίνο, μεταβιβάζονταν αυτοδικαίως και οι εργασιακές σχέσεις των υπαλλήλων της επιχείρησης.

Πριν από την ψήφιση του Ν. 3139/2003 και ενόψει της ανάληψης της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος του Καζίνο από την τελευταία εταιρία, που θα ιδρυόταν, υπεγράφη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων αφενός της αναιρεσείουσας και των συνδικαλιστών οργανώσεων με τις επωνυμίες "Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο - Ξενοδοχείο και τελεφερίκ Πάρνηθος" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και αφετέρου της εταιρίας "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", η από 23-3-2003 συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονται τα θέματα της κατοχυρώσεως και διασφαλίσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα Καζίνο, Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας της αναιρεσείουσας.

Με τη συμφωνία αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, συνομολόγησαν και αποδέχθηκαν, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην εταιρεία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη του Ν. 3139/2003), αλλά την εθελούσια αποχώρησή τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωσή τους προς την "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", που υποβάλλεται εντός προθεσμίας ενός (1) μήνα από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", αφού δηλώσουν ότι επιθυμούν την παραμονή τους στην εταιρία αυτή και προσδιορίσουν το χρονικό σημείο αποχωρήσεώς τους από την εργασία τους, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των δύο (2) ετών από την υποβολή της αιτήσεώς τους (δη άρθρ. 3ος όρος περιπτ.

α'). Με τον ίδιο όρο περιπτ. γ' ορίσθηκε ότι ο εργαζόμενος, που αποχωρεί, δικαιούται αποζημιώσεως, διπλάσιας της οφειλομένης λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3195/1955 και ως βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12 μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως.

Η αποζημίωση αυτή μειώνεται κατά 5% μετά το πρώτο εξάμηνο, για κάθε εξάμηνο παραμονής του εργαζομένου στην εργασία του, μετά την υποβολή της αιτήσεώς του και καταβάλλεται κατά την αποχώρησή του. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσόν της αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής.

Κατ' εφαρμογή της ως άνω συμφωνίας ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, όπως ήδη έχει εκτεθεί, εργαζόταν στο Καζίνο Πάρνηθας από 24-9-1984, με την από 26-5-2003 αίτησή του προς την αναιρεσείουσα ζήτησε τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την αυτοδίκαιη μεταφορά του στη νέα εταιρία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ" και ότι μέχρι την υλοποίηση της οικειοθελούς αποχωρήσεως του θα παρείχε τις υπηρεσίες του προς αυτή (ΕΚΠ ΑΕ).

Η αίτηση έγινε δεκτή από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. πρωτ. 3279/10-6-2003 έγγραφό της, με το οποίο του δήλωσε ότι μέχρι την αποχώρησή του από την εργασία του θα παρέχει τις υπηρεσίες του στη νέα εταιρία και ότι η καταβολή της προβλεπόμενης αποζημιώσεως θα βαρύνει αυτή (αναιρεσείουσα). Με τα δεδομένα αυτά, εργοδότης του από το 2000 (βάσει Ν. 2837/2000), έως την ημέρα της αποχωρήσεώς του (1-5-2004) και, επομένως, υπόχρεη προς καταβολή της αξιούμενης αποζημιώσεως ήταν η αναιρεσείουσα και όχι η ιδρυθείσα και λειτουργούσα από την 30-4-2003 (άρθρ. 5 παρ. 3 ζ και 11 Ν. 3199/2003) νέα εταιρία (Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ), όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, αφού από το ανωτέρω υπ' αριθμ.

πρωτ…/10-6-2003 έγγραφό της προς τον αναιρεσίβλητο προκύπτει ότι είχε δανείσει τις υπηρεσίες του στην τελευταία εταιρία και, ως εκ τούτου, εργοδότης του παρέμεινε η ίδια, διατηρώντας το δικαίωμα λύσεως της συμβάσεως. Έτσι το Εφετείο κατάληξε στην κρίση ότι αφού υπόχρεη σε καταβολή της αποζημίωσης στον αναιρεσίβλητο λόγω της εθελουσίας αποχώρησης αυτού ήταν η αναιρεσείουσα και η οποία την κατέβαλε κατά την αποχώρησή του την 1-5-2004 μειωμένη κατά το ποσό του φόρου που αναλογούσε σε αυτήν, η ίδια και όχι η εταιρεία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ" ήταν υπόχρεη και για τη συμπλήρωση αυτής κατά το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου, το οποίο σύμφωνα με την αγωγή, παρακρατήθηκε κατά παράβαση της από 28-3-2003 συμφωνίας.

Με την κρίση του αυτό το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγος έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 3139/2003, διότι, σύμφωνα με αυτές, εφόσον ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (30-4-2003) αίτηση εντάξεως του στο ως άνω πρόγραμμα της αναιρεσείουσας περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασίας, η οποία (αίτηση) περιείχε και δήλωση παραμονής του σε αυτήν, παρέμεινε πράγματι στο προσωπικό της τελευταίας και δεν μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ".

Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος, συνεπικουρούμενος και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, κατά το μέρος που η επικαλούμενη παραβίαση αναφέρεται στις διατάξεις του ΠΔ 572/88, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 178/2002 "περί προστασίας εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις", στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, διότι κατά τις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, ο αναιρεσίβλητος δεν μεταφέρθηκε στο προσωπικό της επιχείρησης "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ".

Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 14 παρ. 1 του Ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 και 9 του ν. 3091/2002, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση α) το άρθρο 1 του β.δ. 16/18 Ιουλίου 1920, β) το ν. 2112/1920, γ) το άρθρο 94 του ν.δ. 3026/1954.

Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), στο καθαρό ποσό της αποζημιώσεως μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στον δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, οι διατάξεις αυτής της περιπτώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιοδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως, η οποία συνδέει τον φορέα με τον δικαιούχο της αποζημιώσεως.

Αν το ποσό που καταβάλλεται στον δικαιούχο της αποζημιώσεως υπερβαίνει εκείνο που θα έπρεπε να του καταβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως που του καταβάλλεται φορολογείται με τον πιο πάνω συντελεστή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει μεν ότι υπόχρεος έναντι του δημοσίου προς καταβολή του αναλογούντος φόρου εισοδήματος είναι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, ο δε εργοδότης υποχρεούται απλώς να παρακρατήσει τον φόρο αυτό κατά την πληρωμή της αποζημιώσεως στον δικαιούχο, πλην όμως, δεν αντίκειται στις εν λόγω διατάξεις, η ενοχικού χαρακτήρα συμφωνία, που καταρτίζεται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου-δικαιούχου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), με την οποία συμφωνείται η καταβολή στον δικαιούχο ολόκληρης της αποζημιώσεως, χωρίς την παρακράτηση του αναλογούντος φόρου, τον οποίο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στο δημόσιο ο εργοδότης.

Και αυτό, διότι η εν λόγω συμφωνία ισχύει μόνο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και δεν μεταβάλλεται με αυτήν ο εκ του νόμου έναντι του δημοσίου υπόχρεος σε καταβολή του αναλογούντος στην αποζημίωση φόρου (ΑΠ 528-531/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά:

Η οφειλόμενη στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση λόγω της οικειοθελούς αποχώρησής του από την εργασία του στην αναιρεσείουσα, σύμφωνα με όσα ελέχθησαν στην προηγούμενη σκέψη, ανέρχεται σε 114.305,85 ευρώ. Η τελευταία όμως εσφαλμένα, παρά τα συμφωνηθέντα με την από 28-3-2003 συμφωνία, παρακράτησε το ποσό των 18.861,17 ευρώ, ως φόρο που παρακρατείται κατά το άρθρ. 14 παρ. 1 του Ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 παρ.

παρ. 8 και 9 του Ν. 3091/2002, από το ποσό αποζημιώσεως που καταβάλλεται βάση του άρθρ. 1 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, Ν. 2112/1920 και άρθρ. 94 του Ν.Δ. 3026/1954 και αντιστοιχεί με τις "νόμιμες επιβαρύνσεις" του όρου 3 περ. γ' της συμφωνίας, οι οποίες ρητώς κατά τον όρο αυτό δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της καταβλητέας αποζημίωσις.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε τους περί αντιθέτου λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε υποχρεώσει την τελευταία να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το παρακρατηθέν ποσό των 18.861,17 ευρώ εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ως έγκυρη την ως άνω από 28-3-2003 συμφωνία, στο περιεχόμενο της οποίας εκτίμησε ανελέγκτως ότι περιέχεται και ο όρος ότι το καταβλητέο ποσό αποζημιώσεως δεν θα επιβαρύνεται με τον αναλογούντα σε αυτήν φόρο εισοδήματος, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Κατά το μέρος δε που επιχειρείται η θεμελίωση του ίδιου λόγου στην παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρ. 173 και 210 του ΑΚ) είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενών και ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην από 28-3-2003 συμφωνία, αλλ' αντιθέτως δέχθηκε ότι οι δηλώσεις αυτών ήταν σαφείς ως προς το ότι στην έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις" περιλαμβάνεται ο φόρος που αναλογεί στην καταβληθείσα αποζημίωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ" για αναίρεση της 5464/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ