Legislator Case Law & Legislation
907/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against family court decision due to failure to consider new evidence on child custody and alimony.

Case Number 907/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance family court ruling regarding child custody and alimony. The appellant presented new evidence proving the mother's employment and the father's financial capacity, which the lower court had allegedly overlooked despite the appellant's prior submission. The court found the lower court's decision legally flawed because it failed to properly evaluate these critical documents, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must set aside a lower court decision if the appellate court finds that the lower court failed to consider or properly evaluate evidence lawfully submitted by the parties, thereby violating the duty of exhaustive examination.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure child custody dispute alimony determination failure to consider evidence remand for retrial appellate review standard family law procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 579 paragraph 1 section b of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 907 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 907/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευφροσύνη Τσαμολιά.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. θυγ. Ν. Β., εν διαστάσει συζύγου Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαργαρίτα Πετράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-7-2000 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την από 22-7-2000 ομοία του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2218/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1086/2001 μη οριστική και 545/2002 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 12 Απριλίου 2005 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 96/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που δέχθηκε και αναίρεσε την προσβληθείσα απόφαση, παρέπεμψε δε την υπόθεση στο Εφετείο Πειραιώς κατά το αναιρούμενο μέρος της το οποίο δικάζοντας επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 75/2007 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 5 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου (κατά το ένα μέρος τους) λόγων της από 25.1.2010 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των ιδίων λόγων κατά τα λοιπά και την παραδοχή της αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 75/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 εδαφ.β' του ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 (Α.Π. 1220/2007).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία ομιλεί το άρθρο τούτο, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναιρέσεως, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά, με τους κατ' ιδίαν λόγους αναιρέσεως που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ, και του δικονομικού δικαίου (Α.Π. 1129/1997).

Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, (που επισκοπούνται κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Α) Η ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη Α. Β. με την από 26.7.2000 αγωγή της, ενεργώντας αφενός για τον εαυτό της και αφετέρου για λογαριασμό της ανήλικης (6 ετών τότε) θυγατέρας της Α., την οποία έχει αποκτήσει από το γάμο της με τον εναγόμενο και τώρα αναιρεσείοντα Π. Μ., που τελέστηκε το 1992, ισχυρίστηκε ότι κατά τα μέσα Ιουνίου 2000 διέκοψε την έγγαμη συμβίωση της με τον εναγόμενο από εύλογη αιτία και συγκεκριμένα διότι αυτός λόγω της περιγραφόμενης ασθενείας του δημιουργούσε σε βάρος της βίαια επεισόδια μπροστά στο τέκνο τους (όπως εκτενώς εκτίθεται στην αγωγή), ότι από τον παραπάνω χρόνο και δυνάμει της αναφερόμενης δικαστικής απόφασης ο εναγόμενος μετώκησε προσωρινά από τη συζυγική οικία και η επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους ανατέθηκε σ' αυτήν, ο δε εναγόμενος υποχρεώθηκε να της καταβάλλει ως προσωρινή διατροφή για την ίδια και το τέκνο τους 100.000 και 130.000 δραχμές αντίστοιχα, ότι η ίδια και η θυγατέρα τους στερούνται εισοδημάτων από περιουσία ή πόρων από εργασία και οι διατροφικές τους ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους, ανέρχονται κατά μήνα στις 150.000 και 180.000 δραχμές αντίστοιχα και τέλος ότι τα μηνιαία εισοδήματα του εναγομένου, ο οποίος δεν βαρύνεται με διατροφή άλλου προσώπου, ανέρχονται σε 600.000 δραχμές.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, η ενάγουσα ζήτησε: 1) να ανατεθεί σ' αυτήν οριστικά η επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της και 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει ως μηνιαία σε χρήμα διατροφή, για μια διετία από την επίδοση της αγωγής και με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσεως, το συνολικό ποσό των 300.000 δραχμών, δηλαδή 150.000 δραχμές για την ίδια ατομικά και 150.000 δραχμές για το ανήλικο τέκνο τους.

Β) Εξάλλου, ο εναγόμενος στην παραπάνω αγωγή και τώρα αναιρεσείων Π. Μ. με την από 22.7.2000 αγωγή του, αφού ισχυρίστηκε ότι για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα σ' αυτήν το συμφέρον του προαναφερόμενου τέκνου τους επιβάλλει να έχει αυτός την επιμέλεια του, διότι διαθέτει όλα τα απαιτούμενα προς τούτο προσόντα, ενώ η εναγομένη είναι ακατάλληλη να ασκεί τα σχετικά καθήκοντα, ζήτησε να ανατεθεί σ' αυτόν οριστικά η επιμέλεια του ενλόγω τέκνου τους.

Γ) Η υπ' αριθ. 2218/2001 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού συνεκδίκασε τις δυο αγωγές, απέρριψε τη δεύτερη και δέχθηκε εν μέρει την πρώτη, αναθέτοντας την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα μητέρα της και υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα ως διατροφή το ποσό των 100.000 δραχμών για την ίδια των 120.000 δραχμών για την ανήλικη θυγατέρα τους.

Με την ίδια εκείνη απόφαση έγινε δεκτό ότι δεν συνυπολογίζεται στην πιο πάνω διατροφή της ανήλικης, η οποιαδήποτε προσφορά υπηρεσιών της μητέρας της προς αυτήν γιατί τέτοιας ένσταση δεν προβλήθηκε εκ μέρους του εναγομένου πατέρα της. Δ) Την απόφαση εκείνη προσέβαλε ο ενάγων - εναγόμενος Π.Μ. με την έφεσή του παραπονούμενος κατ' αυτής για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνιση άλλως τη μεταρρύθμισή της, έτσι ώστε να γίνει δεκτή η δική του αγωγή και να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου του.

Ε) Επί της εφέσεως εκδόθηκε αρχικά η 1086/2001 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι και να γίνει προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 545/2002 οριστική του απόφαση, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία.

ΣΤ) Η τελευταία όμως εκείνη απόφαση αναιρέθηκε, ύστερα από αίτηση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με την 96/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς όλα τα αγωγικά αιτήματα των αντιδίκων συζύγων, για τους λόγους ότι, όπως στην αναιρετική εκείνη απόφαση εκτίθεται: 1) καταλείπονται αμφιβολίες αν λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα μνημονευόμενα ειδικότερα σ' αυτήν αποδεικτικά στοιχεία (άρθρο 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ) και 2) διότι το Εφετείο με την προαναφερόμενη απόφασή του (καίτοι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφασή του καθόρισε τη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων στις 120.000 δρχ.

μηνιαίως, χωρίς ως προς τούτο να ασκηθεί έφεση ή αντέφεση ή αναίρεση από την αναιρεσίβλητη μητέρα της) καθόρισε αυτό (το Εφετείο) τη διατροφή στο ίδιο ποσό των 120.000 δρχ μηνιαίως, καίτοι όμως δέχθηκε και την προβληθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντα πατέρα ένστασή του (που δεν είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και συνυπολόγισε με μη προβληθείσα εκμέρους της αναιρεσίβλητης διάταξη, τη συνεισφορά της αναιρεσίβλητης που αποτιμήθηκε στις 30.000 δρχ.

το μήνα και την αφαίρεσε από το ποσό των 150.000 δρχ. (150.000-30.000=120.000), αντί να .....αφαιρεθεί η ίδια συνεισφορά από το ποσό των 120.000 δρχ., ώστε τελικά να μη επιδικασθεί το ποσό των 90.000 δρχ. (120.000-30.000) αλλά εκείνο των 120.000 δρχ. (150.000-30.000). Το Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια, ως δικαστήριο παραπομπής, δεσμευόμενο κατ' άρθρο 580 αριθ. 4 του ΚΠολΔ ως προς τα λυθέντα ζητήματα, ότι: 1) η διατροφή της ανήλικης είχε για την ίδια τελεσίδικα, ήδη από τον πρώτο βαθμό, καθορισθεί στο ποσό των 120.000 δρχ.

το μήνα κατ' ανώτατο όριο και 2) ότι από τη διατροφή αυτή έπρεπε να αφαιρεθεί η συνεισφορά της μητέρας της αναιρεσίβλητης κατ' ελάχιστο όριο το ποσό των 30.000 δρχ. το μήνα, καίτοι η ίδια ένσταση συνεισφοράς επαναφέρθηκε σ'αυτό από τον αναιρεσείοντα ......προσηκόντως μετ' αναίρεση με τις κατατεθείσες κατ' άρθρο 581 παρ.1 και 2 και 237 του ΚΠολΔ προτάσεις του, αφού εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητα αντίστοιχου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, προσδιόρισε τη διατροφή της ανήλικης στο ποσό των 100.000 δρχ.

το μήνα, αντί κατ' ανώτατο όριο σ' εκείνο των 90.000 δρχ. το μήνα, κρίνοντας επί πλέον ότι η ένσταση συνεισφοράς του αναιρεσείοντος δεν υποβλήθηκε παραδεκτά με την έφεσή του. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.

ΙΙ. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και άρθρο 1390 Α.Κ., οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, το μέτρο δε της συνεισφοράς αυτής προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωση της γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων.

Περαιτέρω, από το άρθρο 1391 παρ.1 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η υποχρέωση διατροφής, που υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους, όπως και η τελευταία, κανόνες των παραπάνω άρθρων 1389 και 1390 του Α.Κ., πλην όμως για τη θεμελίωση της για διατροφή αξιώσεως αυτής απαιτείται είτε ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, όπως ρητά ορίζεται στην πιο πάνω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1391 Α.Κ., είτε κατ' επέκταση, η διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως να προήλθε από την πλευρά του υπόχρεου για διατροφή συζύγου (ΑΠ 676/2000).

Ενόψει δε του ότι σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 1389 Α.Κ., η συνεισφορά γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων, χωρίς καμμία διάκριση ανάμεσα στις δυνάμεις τους αυτές, ως στοιχείο για τον υπολογισμό της αναλογίας συμβολής του κάθε συζύγου για τη διατροφή, πρέπει να ληφθεί υπόψη μαζί με τα άλλα στοιχεία και η περιουσία (Ολ.ΑΠ 9/1991).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512,1514 ΚΑΙ 1518 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία περιλαμβάνει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησης της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αοριστίας αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβασθεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.

Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεώτερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Στην δικαστική συνεπώς κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του.

Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (Α.Π. 952/2007). Από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 του Α.Κ. συνάγεται ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.

Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας -επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς Α.Π. 1218/2006).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 του Α.Κ. συνάγεται και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμηση του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητας του.

Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως.

Πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων.

Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, κι αυτό, προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (Α.Π. 1910/2005).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης: α) ότι είναι κατάλληλη να της ανατεθεί η επιμέλεια της ανήλικης τότε θυγατέρας των διαδίκων, εκτός άλλων, γιατί δεν εργάζεται και ότι ο αναιρεσείων πατέρας είναι ακατάλληλος, β) ότι από εύλογη αιτία απέστη της έγγαμης συμβίωσης και δικαιούται διατροφής ανάλογης γιατί στερείται άλλων περιουσιακών

στοιχείων και δεν εργάζεται και γ) ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων δικαιούται ανάλογης διατροφής από τον πατέρα της αναιρεσείοντα: ...1) τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του Εφετείου που περιλαμβάνει στα υπ' αριθ. 542/2002 πρακτικά, ότι εργάζεται σε παιδικό σταθμό, 2) το από 12.12.1992 πιστοποιητικό του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας για το χαρακτήρα της συμπεριφοράς του, 3) τα έγγραφα αναγγελίας προσλήψεως προσωπικού και τους πίνακες προσωπικού με αριθμό 14224 ότι απασχολεί βοηθό φαρμακείου από 2.5.2001 και εξοφλητικές αποδείξεις αποδοχών, 4) την από 17.9.2001 βεβαίωση της Τράπεζας Πίστεως ως προς τη διατήρηση από την αναιρεσίβλητη της 564 θυρίδος στην εν λόγω Τράπεζα, 5) τις αποδείξεις καταβολής των μηνιαίων δαπανών διαβιώσεώς του ανερχομένων σε 320.000 δρχ., τις οποίες παρέλειψε να αφαιρέσει από τα εισοδήματά του, σύμφωνα με το αναφερόμενο αποδεικτικό περιεχόμενό τους ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι είναι κατάλληλος να του ανατεθεί η επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων και ότι η διατροφή της αναιρεσίβλητης και της ανήλικης πρέπει να είναι ανάλογη και προς τις δαπάνες διαβιώσεώς του, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί αφού και από την κατ' άρθ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε αυτός ειδικά και προσκόμισε νομίμως όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 75/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ