Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds requiring joint review of two banknotes appeal requests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's requests for cassation against two appellate court decisions. The appellant argued that the lower court erred in applying liability rules regarding unpaid banknotes issued by a bankrupt company, claiming the bankruptcy status should negate personal liability. However, the court ruled that the two appeal requests must be tried together under Civil Procedure Law to expedite proceedings and reduce costs, rendering the individual arguments inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedΚ.Πολ.Δ. 246; Α.Κ. 914: When two cassation requests are filed against judgments based on identical grounds, they must be tried jointly to expedite litigation and reduce expenses, regardless of substantive arguments regarding corporate liability or bankruptcy status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 907 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 907/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αλέξανδρος Παπατσώρης , χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων : 1)........ και 2) της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε", που εδρεύει στη ....... Φωκίδος και εκπροσωπείται νόμιμα, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Διώνη Σκάντζου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.05.2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1354/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5541/2004 του Εφετείου Αθηνών καθώς και η 7841/2004 του ίδιου δικαστηρίου διορθωτική της προηγούμενης. Την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου ζητεί ο αναιρεσείων με τις από 11.10.2004 και 21.04.2005 αιτήσεις του, αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο της 18.12.2006, έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντος σε αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 11-10-2004 και 21-4-2005 αιτήσεις για αναίρεση των 5541/2004 και 7841/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, με τη δεύτερη των οποίων διορθώθηκε η πρώτη, πρέπει να συνεκδικασθούν, εφόσον με αυτές (δύο αιτήσεις) προβάλλονται οι ίδιοι λόγοι και οι συνεπεία αυτών ανοιγείσες δίκες είναι ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (Κ.Πολ.Δ. 246).
Κατά το άρθρο 44 παρ.1 του Ν. 1892/1990,όπως τροποποιήθηκε από τα άρθρα 7 παρ.1 Ν. 2359/1995,2 παρ.6 Ν. 2302/1995 και 4 παρ.1 Ν.2556/1997, συμφωνίες πιστωτών και επιχείρησης, περιλαμβανομένης σε μία από τις περιπτώσεις α, β, γ ή δ της παρ.1 του άρθρου 5 Ν.1386/1983,που ρυθμίζουν ή περιορίζουν χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές.............εφόσον 1)οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται και το 40 % των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων........
β)συναινούν γραπτά εταίροι ή μέτοχοι, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης και 3) επικυρωθούν από το Εφετείο της έδρας της επιχείρησης με απόφαση εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης ή ενός τουλάχιστον από τους συμβεβλημένους πιστωτές.
Ως μοναδικός όρος για τη δέσμευση των μη συμβληθέντων από τη συναπτόμενη, με τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων, συμφωνία, τάσσεται από το νόμο η επικύρωση αυτής με απόφαση του Εφετείου. Μεταξύ των μη συμβληθέντων αλλά δεσμευομένων από τη συναφθείσα κατά τα προεκτεθέντα συμφωνία είναι και οι πιστωτές που έχουν αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία κατά της επιχειρήσεως.
Εξάλλου, η συμφωνία αυτή, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 44 Ν. 1892/1990, αποτελεί ενοχική σύμβαση, ενόψει του ότι δημιουργούνται με αυτή ενοχικές υποχρεώσεις και μάλιστα μορφή συμβιβασμού, κατά την έννοια του άρθρου 871 Α.Κ., από τον οποίο διαφέρει ως προς τον κύκλο των δεσμευομένων προσώπων, αφού δεσμεύει, μετά τη δικαστική επικύρωση της, σε αντίθεση με τον συμβιβασμό του άρθρου 871 Α.Κ.
και τους μη συμβληθέντες πιστωτές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 483 παρ.1 Α.Κ., η καταβολή που έγινε από ένα συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς, ενώ, κατά το άρθρο 484 εδ.α του Α.Κ. η άφεση χρέους προς ένα από τους οφειλέτες ισχύει και για τους λοιπούς μόνο εφόσον συμφωνήθηκε με τέτοιο σκοπό. Εξάλλου, στο άρθρο 871 Α.Κ.
ορίζεται ότι με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο συμβιβασμός που συνάπτει ένας από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες με το δανειστή ,εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από αυτόν, ήτοι η αντικειμενική του ενέργεια, ενεργεί υπέρ και σε βάρος του συνοφειλέτη με τον οποίο συμφωνήθηκε ο συμβιβασμός ,ενεργεί δηλαδή υποκειμενικά.
Αν όμως ο από τις αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών συμβιβασμός περιέχει καταβολή από τον άνω συνοφειλέτη, αυτή ενεργεί αντικειμενικά, αν δε περιέχει άφεση χρέους προς το συνοφειλέτη από το δανειστή, τότε απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, δηλαδή ενεργεί αντικειμενικά, εφόσον συνομολογήθηκε με τέτοιο σκοπό.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, εκδοθείσης επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εταιρίας ΒΕΝΤ ΑΤΕ, μετονομασθείσης σε CΥΒΑRCΟ ΑΤΕ και του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία οι πρώτοι εζήτησαν να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, σε ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους ενάγοντες, ως αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, λόγω εκδόσεως των αναφερόμενων ακάλυπτων επιταγών, τα αναφερόμενα ποσά, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Ο δεύτερος των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσείων), ενεργώντας με την ιδιότητα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εξ αυτών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΕΝΤ Εργοληπτική ΑΤΕ",η οποία μετονομάσθηκε σε "CΥΒΑRCΟ ΑΤΕ",εξέδωσε στην Αθήνα την 12-1-1999 τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες υπέγραψε, θέτοντας παράλληλα τη σφραγίδα της εταιρίας και ειδικότερα 1) την ......
επιταγή, σε διαταγή του πρώτου εφεσιβλήτου(αναιρεσιβλήτου),ποσού 16.979.093 δραχμών,2) την ....... επιταγή, σε διαταγή του ....., ποσού 6.725.459 και 3) την ...... επιταγή, σε διαταγή της δεύτερης των εφεσίβλητων (αναιρεσιβλήτων), ποσού 9.189.505. Ότι, η δεύτερη των άνω επιταγών μεταβιβάσθηκε στον πρώτο των εφεσίβλητων με οπισθογράφηση και έτσι αυτός κατέστη νόμιμος κομιστής αυτής.
Ότι, οι παραπάνω επιταγές, αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες και συγκεκριμένα στις 17-3-1999 δεν πληρώθηκαν, οι μεν δύο πρώτες επειδή ο λογαριασμός επί του οποίου εσύροντο ήταν κλειστός, η δε τρίτη επειδή δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Ότι, τα γεγονότα αυτά βεβαιώθηκαν αυθημερόν από τους αρμόδιους υπαλλήλους των τραπεζών στα σώματα των επιταγών.
Ότι, αποδείχθηκε ακόμη ότι ο δεύτερος των εκκαλούντων γνώριζε κατά το χρόνο εκδόσεως των άνω επιταγών ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους λογαριασμούς επί των οποίων εσύροντο αυτές (επιταγές), ο πρώτος των οποίων μάλιστα είχε κλείσει, πράγμα το οποίο αποκλείεται να αγνοούσε, ενόψει και της ιδιότητας αυτού ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και διευθύνοντος συμβούλου αυτής.
Ότι, το γεγονός, εξ άλλου, ότι οι επιταγές αυτές ήταν μεταχρονολογημένες δεν αναιρεί το δόλο του, δεδομένου ότι η επιταγή που έχει μεταχρονολογηθεί μπορεί να εμφανισθεί για πληρωμή οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη της ημέρας κατά την οποία πράγματι εξεδόθη (άρθρο 56 Ν. 5960/1933) και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επομένη της ημέρας που σημειώνεται επ αυτής ως χρονολογία εκδόσεως της.
Ότι, η πρώτη των εκκαλούντων εταιρία, η οποία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 923/19-5-1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την 6-10-1999 συμβλήθηκε με πιστωτές της, οι οποίοι εκπροσωπούσαν πλέον του 60% του συνόλου των κατ αυτής απαιτήσεων και πλέον του 40% των κατ αυτής εμπραγμάτως ασφαλιζόμενων απαιτήσεων και συμφωνήθηκε ότι όλες οι απαιτήσεις των πιστωτών της θα εξοφληθούν σε ποσοστό 10% του κεφαλαίου αυτών και μόνο σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας έξη μήνες μετά την επικύρωση της συμφωνίας από το Εφετείο Αθηνών.
Ότι, η άνω συμφωνία,, μετά από αίτηση του προσωρινού συνδίκου της ευρισκόμενης σε κατάσταση πτωχεύσεως εταιρίας αυτής, επικυρώθηκε με την 9815/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ότι, με τα δεδομένα αυτά, οι απαιτήσεις των εφεσίβλητων (αναιρεσιβλήτων) κατά της πρώτης των εκκαλούντων εταιρίας, εκδότριας των επιταγών, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου εξ αυτών ,ο οποίος ενεργούσε με την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ.
και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής και εντός των ορίων και καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (Α.Κ. 71),έχουν περιορισθεί σε ποσοστό 10% του κεφαλαίου, στα πλαίσια της παραπάνω συμφωνίας, η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεσμεύει και τους ίδιους (μη συμβληθέντες πιστωτές). Ότι, η πρώτη των εκκαλούντων προσέφερε στον μεν πρώτο εφεσίβλητο 1.698.000 και 673.000 δραχμές, στη δε δεύτερη εφεσίβλητη 919.000 δραχμές, ήτοι το 10% του ποσού των άνω επιταγών.
Ότι, οι τελευταίοι (εφεσίβλητοι) αρνήθηκαν να παραλάβουν τα προσφερθέντα χρηματικά ποσά, που ήταν και τα πράγματι οφειλόμενα από την πρώτη των εκκαλούντων εταιρία και έτσι περιήλθαν σε υπερημερία (Α.Κ. 349),η δε πρώτη των εκκαλούντων, όπως είχε δικαίωμα, κατέθεσε δημοσίως τα πιο πάνω χρηματικά ποσά και συστάθηκαν τα αναφερόμενα γραμμάτια παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και έτσι αποσβέσθηκε η προς τους εφεσίβλητους οφειλή της πρώτης των εκκαλούντων από τις άνω επιταγές σαν να είχε γίνει κατά την ημέρα της καταθέσεως καταβολή από αυτή (Α.Κ. 431).
Ότι, οι όροι της μεταξύ της πρώτης των εκκαλούντων εταιρίας και των πιστωτών της από .... συμφωνίας ,για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, δεν ενεργούν και υπέρ του συνοφειλέτη της δευτέρου εξ αυτών (εκκαλούντων) και κατά συνέπεια ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες -εφεσιβλήτους - αναιρεσιβλήτους τα ποσά των επιταγών, κατά τα οποία και ζημιώθηκαν, από τα οποία, όμως, πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά των 1.698.000,673.000 και 919.000 δραχμών, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, κατατέθηκαν δημοσίως από την πρώτη των εκκαλούντων, ενέργεια ισοδυναμούσα, κατ άρθρο 431 Α.Κ., με καταβολή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 483 παρ.1 Α.Κ., όπως εξετέθη, ενεργεί αντικειμενικά και συνεπιφέρει την απαλλαγή και του δευτέρου (κατά τα καταβληθέντα ως άνω και αντιστοιχούντα στο 10% των επιταγών ποσά).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς τον δεύτερο εναγόμενο (αναιρεσείοντα) και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των δύο πρώτων επιταγών, των οποίων ήταν νόμιμος κομιστής, μετ'αφαίρεση των γι αυτές κατατεθέντων δημοσίως ως άνω ποσών και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό της τρίτης επιταγής, της οποίας ήταν νόμιμη κομίστρια, μετ' αφαίρεση του γι αυτή κατατεθέντος δημοσίως ως άνω ποσού.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914,297 και 298 του Α.Κ. και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Η αιτιολογία του Εφετείου, ότι η άνω μεταξύ της πρώτης των εκκαλούντων και των πιστωτών της συμφωνία, που αποτελεί μορφή συμβιβασμού, εφόσον δεν προέκυψε η αντικειμενική της ενέργεια, ενεργεί υποκειμενικά, ήτοι δεν ενεργεί και υπέρ του συνοφειλέτη δευτέρου εναγομένου (αναιρεσείοντος),είναι επαρκής και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
αντίθετος δεύτερος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος τους, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι όμως εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ,διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρά ταύτα δεν τους εφάρμοσε ,ήτοι δεν προσέφυγε σ αυτούς (Ολομ.Α.Π 26/2004, ΑΠ 355/2004).
Εν προκειμένω, που, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, αυτό δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβληθέντων στην άνω συμφωνία, δεν απαιτείτο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. ,τους οποίους δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους και ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος τους είναι αβάσιμος.
Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του Α.Κ., το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Σε περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο.
Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου (Α.Π. 1285/1980). Ειδικώτερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων αυτή την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία , βάσει των γενικών αρχών (Α.Κ. 914),οπότε υφίσταται ευθύνη τους.
Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο (όπως η ανώνυμη εταιρία),υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή της είναι (πλέον του νομικού προσώπου) και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της μη πληρωμής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο των αιτήσεων αναιρέσεως προβάλλει ότι οι άνω τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόθηκαν πραγματικά στις 12-1-1999,ενώ η εκδότρια των επιταγών αυτών ως άνω εταιρία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 19-5-1999, εντεύθεν δε η μη πληρωμή των επιταγών μετά την πτώχευση της εκδότριας εταιρίας (οπότε δεσμεύονται τα κεφάλαια της υπέρ της ομάδας των πιστωτών και δεν είναι δυνατή η πληρωμή των επιταγών) είναι ανυπαίτια και δεν ιδρύει υποχρέωση αποζημιώσεως κατά το άρθρο 914 Α.Κ.
και η προσβαλλόμενη απόφαση, που εφάρμοσε το άρθρο αυτό, παρά την έλλειψη του στοιχείου της υπαιτιότητας, το παραβίασε, όπως επίσης παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 28,29,56 και 79 του ν. 5960/1933 και του άρθρου 2 του Α.Ν. 635/1937. Ενόψει του ότι εν προκειμένω ενήχθη ο δεύτερος εναγόμενος για τη δική του αδικοπρακτική, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως καταστατικού οργάνου της άνω εταιρίας, συμπεριφορά, για την οποία ευθύνεται σε αποζημίωση ο ίδιος (προσθέτως και σε ολόκληρο με την εταιρία),η προβαλλόμενη ως άνω πτώχευση της τελευταίας δεν ασκεί επιρροή και δεν έχει ως συνέπεια να θεωρείται η μη πληρωμή των επιταγών ανυπαίτια ως προς τον εναγόμενο αυτό (δεύτερο), ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκδώσας με την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ.
και του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας και εντός των ορίων των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί ,τις άνω επιταγές, εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων κατά τους χρόνους εκδόσεως και πληρωμής τους, ενήργησε υπαιτίως (δολίως) και ετέλεσε ατομικά αδικοπραξία, ευθυνόμενος, όπως εξετέθη, σε αποζημίωση ο ίδιος, προσθέτως και σε ολόκληρο με την πτωχεύσασα εταιρία.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα προαναφερθέντα, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αυτός των αιτήσεων αναιρέσεως (τρίτος) είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 11-10-2004 και 21-4-2005 αιτήσεις για αναίρεση των 5541/2004 και 7841/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις από 11-10-2004 και 21-4-2005 αιτήσεις για αναίρεση των 5541/2004 και 7841/2004 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ