Legislator Case Law & Legislation
906/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision due to lack of grounds and factual evaluation errors.

Case Number 906/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two employees against a First Instance Court judgment in a labor dispute. The employees argued that the lower court's decision contained procedural flaws and contradictory reasoning regarding their dismissal. The court rejected these claims, stating that the lower court's factual assessment and evaluation of evidence were not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals only for specific legal grounds and does not re-evaluate the factual findings or the assessment of evidence made by the court of first instance.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal factual assessment review contradictory reasoning evidence evaluation dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 906 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 906/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., και 2) Μ. Σ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μελισσάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1784/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4261/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/6/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 26.6.2020 και με αριθμό κατ. 3784/442/29.6.2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 4261/3.9.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 8.6.2015 και με αριθ. κατ. 3540/8.6.2015 έφεσης από την εναγομένη, κατά της εκδοθείσας με αριθ. 1784/2.6.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αντιμωλία των διαδίκων και α) αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 6.4.2011 έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εναγουσών, β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα 1.985,64 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και γ) υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγουσών με την απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης στην υποχρέωση αυτή.

Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και στην ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 1.6.2011 αγωγής, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.- Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Η καταγγελία όμως της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012).

Ειδικότερα η απώλεια της εμπιστοσύνης και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, όχι βέβαια κατά την υποκειμενική αντίληψη και κρίση του καταγγέλλοντος εργοδότη, αλλά με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που τις δικαιολογούν και που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης, θεμελιώνοντας μία αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, καθιστούν μη καταχρηστική τη για τους λόγους αυτούς καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζόμενου (ΑΠ 630/2020, σχετ.

ΑΠ 1486/2007, ΑΠ 643/1988, ΑΠ 1067/1983). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 114/2019).

Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013, ΑΠ 904/2012). 3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού η ουσία της υπόθεσης, όπως κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

4.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στο ..., διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο τις τουριστικές δραστηριότητες, στα πλαίσια των οποίων εκμεταλλεύεται το ... - ..." στην ....

Στις 18-12-2003 η εναγόμενη εταιρεία προσέλαβε τη μεν πρώτη ενάγουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τη δε δεύτερη ενάγουσα στις 21-2-2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τρίμηνης διάρκειας, μετά τη λήξη της οποίας καταρτίσθηκε η από 21-5-2007 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, επίσης τρίμηνης διάρκειας, και μετά τη λήξη της τελευταίας η από 21-8-2007 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα της νοσοκόμας, στο ιατρείο που διατηρεί η εναγόμενη στην ως άνω επιχείρησή της.

Οι ενάγουσες σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεών τους παρείχαν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στο ιατρείο της εναγομένης, χωρίς ποτέ καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης μέχρι το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 να έχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά και να τους έχουν επιβληθεί πειθαρχικές ποινές. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία επί πολλά έτη εφαρμόζει σύστημα ελέγχου της προσέλευσης και αποχώρησης των υπαλλήλων της, που προϋποθέτει σήμανση του ακριβούς χρόνου αυτών με ειδική ατομική κάρτα από τον ίδιο τον εργαζόμενο.

Αυτό ισχύει για την πλειοψηφία των εργαζομένων, ενώ για όσους εργαζόμενους η εταιρεία κρίνει ότι είτε λόγω της θέσης τους (προϊστάμενοι), είτε λόγω της φύσης των καθηκόντων τους, δεν απαιτείται η προσήμανση της προσέλευσης και αποχώρησής τους, παγίως δεν χορηγεί κάρτες προσέλευσης και αποχώρησης στη συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων.

Μεταξύ των εργαζομένων της εναγόμενης που διέθεταν ατομική κάρτα προσέλευσης και αποχώρησης ήταν και οι ενάγουσες, καθώς και ο ιατρός Κ. Σ., που εκτελούσε χρέη προϊσταμένου στο ιατρείο, που παρείχαν, όπως προαναφέρθηκε, υπηρεσία οι ενάγουσες. Περί το έτος 2010 ο Κ. Σ. ζήτησε από τις ενάγουσες και αυτές δέχθηκαν να χτυπήσουν την κάρτα προσέλευσης - αποχώρησής του δύο με τρεις φορές, με συνέπεια να εμφανίζεται αυτός ψευδώς ως εργαζόμενος, ενώ έλειπε από την εργασία του, γεγονός όμως που δεν έγινε αντιληπτό από την εναγόμενη.

Ακολούθους, το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 ο ίδιος ως άνω γιατρός ζήτησε από τις ενάγουσες να χτυπήσουν και πάλι την κάρτα του. Αυτές, δεχόμενες πίεση από τον εν λόγω .ιατρό, τον οποίο θεωρούσαν προϊστάμενό τους, έστω κι αν συμβατικά αυτός δεν κατείχε την ανωτέρω θέση, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, πλην όμως αυτός στην πραγματικότητα είχε αρμοδιότητες προϊσταμένου, όπως προκύπτει και από τα έγγραφα, που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι ενάγουσες και στα οποία υπογράφει ο ανωτέρω ιατρός με την ιδιότητα του Προϊσταμένου του ιατρείου της εναγόμενης, καθώς και από τις διαβεβαιώσεις του προς τις ενάγουσες ότι η τυχόν απουσία του ήταν σε γνώση της διοίκησης της εναγομένης, προέβησαν η μεν πρώτη στο χτύπημα της κάρτας του γιατρού στις 16-3-2011 και για τη σήμανση της προσέλευσης του και για τη σήμανση της αποχώρησής του, εμφανίζοντας αυτόν ότι εργάσθηκε κανονικά τη συγκεκριμένη ημέρα, χωρίς όμως ο εν λόγω γιατρός να έχει εμφανισθεί στην εργασία του, η δε δεύτερη ενάγουσα χτύπησε την κάρτα του ίδιου γιατρού στις 19-3-2011 και στις 27-3-2011, εμφανίζοντας αυτόν ότι εργάσθηκε επιπλέον τρεις ώρες σε σχέση με τις πραγματικές ώρες που εργάσθηκε.

Οι παραπάνω ενέργειες των εναγουσών, που έλαβαν χώρα το Μάρτιο του έτους 2011, έγιναν αντιληπτές από την εναγόμενη, η οποία είχε εγκαταστήσει στο χώρο σήμανσης των καρτών και κάμερα, περιοδικά δε κάνει κάποιους ενδεικτικούς δειγματοληπτικούς ελέγχους καταγραφών, οι οποίες διατηρούνται για 20 ημέρες. Περαιτέρω, οι εν λόγω πράξεις των εναγουσών συνιστούν σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, όπως ορίζεται στον από 28-6-2004 Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης, ο οποίος έχει καταρτισθεί κατόπιν συμφωνίας μεταξύ αυτής και του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων.

Ειδικότερα, στο άρθρο 10 παρ. 5 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης ορίζεται ότι "προκειμένου να εξασφαλισθεί η ακριβής καταγραφή του χρόνου εργασίας, θα τοποθετηθούν ειδικές συσκευές στο Συγκρότημα. Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να κτυπούν τις κάρτες εργασίας τους την αναγραφόμενη ώρα έναρξης εργασίας στα προγράμματα εργασίας ή το νωρίτερο δέκα (10) λεπτά πριν από την ανάληψη της εργασίας, καθώς και κατά την αποχώρηση από την εργασία τους στο τέλος του προγραμματισμένου χρόνου.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να φροντίζουν ώστε να τηρείται η κανονική διαδικασία "κτυπήματος καρτών", προκειμένου να καταγράφεται ο ακριβής χρόνος εργασίας τους για κάθε περίοδο πληρωμής. Κανείς δεν επιτρέπεται να κτυπά κάρτα για λογαριασμό άλλου. Οι εργαζόμενοι που δε συμμορφώνονται με τα παραπάνω υποπίπτουν σε πειθαρχικό παράπτωμα...".

Κατόπιν της διαπίστωσης των προαναφερθεισών ενεργειών των εναγουσών, στα πλαίσια δειγματοληπτικής εξέτασης του υλικού καταγραφής των καμερών, η εναγόμενη προέβη σε έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τόσο του ιατρού Κ. Σ., όσο και των εναγουσών, στις 6-4-2011, πλην όμως επειδή οι ενάγουσες αρνήθηκαν να την παραλάβουν, η εναγόμενη τους την επέδωσε στις 14-4-2011, με την ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι αυτές δεν αποσιώπησαν τις παραπάνω πράξεις τους, αλλά αντίθετα απευθύνθηκαν πριν την απόλυσή τους στο γιατρό εργασίας της εναγόμενης Π., καθώς και στον επίσης ιατρό Β. Ζ., στους οποίους και ανέφεραν για το "κτύπημα" από αυτές κάποιες φορές της κάρτας του Κ. Σ., καθώς και τους λόγους που τις οδήγησαν στις πράξεις τους αυτές, ο δε ιατρός εργασίας Π.

ενημέρωσε με τη σειρά του προς τούτο τη διοίκηση της εναγομένης, οπότε τελικά μετά από δική τους αναφορά και όχι δειγματοληπτικά έγινε ο έλεγχος από την εναγόμενη και διαπιστώθηκε το προαναφερθέν παράπτωμά τους, δεν κρίνεται πειστικός. Και τούτο διότι οι ενάγουσες δεν αιτιολογούν για ποιο λόγο επί μεγάλο χρονικό διάστημα κτυπούσαν την κάρτα του προϊσταμένου τους ιατρού, χωρίς να αναφέρουν τίποτα σε κανένα, και στη συνέχεια να υποστηρίζουν ότι οι ίδιες ανέφεραν το περιστατικό αυτό στην εναγόμενη και μάλιστα λίγο πριν την απόλυσή τους και μέσω τρίτου προσώπου.

Ενόψει των ανωτέρω, λόγω της κατά παράβαση του άρθρου 10 παρ. 5 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, προαναφερθείσας αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγουσών διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ αυτών και της εναγομένης και το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις του εργαζόμενου και του εργοδότη.

Προκειμένου δε η εναγόμενη να αποτρέψει κάθε περίπτωση ζημίας της και για να αποκαταστήσει την εύρυθμη λειτουργία του τμήματος στο οποίο εργάζονταν οι ενάγουσες αναγκάσθηκε να καταφύγει, κάνοντας νόμιμη χρήση του διευθυντικού της δικαιώματος, στο έσχατο και επαχθέστερο για τις ενάγουσες, πλην όμως αναγκαίο για την προάσπιση των συμφερόντων της, μέσον της απόλυσης αυτών.

Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη συνεκτίμηση του συνόλου των παραπάνω αποδεικτικών μέσων των διαδίκων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης των εφεσιβλήτων από την εκκαλούσα δεν υπήρξε καταχρηστική, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε καθ' υπέρβαση προφανώς των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγόμενης - εκκαλούσας προς καταγγελία της σύμβασης, αλλά έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης και ήταν το μόνο πρόσφορο μέτρο, το οποίο δεν υπερέβη, αφού ήταν αναγκαίο λόγω της ρήξης της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε επέλθει μεταξύ αυτής και των εναγουσών.

Εξάλλου η εναγόμενη, όπως εκτέθηκε και στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει προηγουμένως την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας ή να λάβει ηπιότερα μέτρα ως προς τις ενάγουσες αντί της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας τους, εφόσον το ληφθέν από αυτή μέτρο της απόλυσης ήταν αναγκαίο με βάση την προαναφερθείσα συμπεριφορά των εναγουσών και δεν αποδείχθηκε ότι τελούσε σε προφανή δυσαναλογία με την περιγραφείσα συμπεριφορά αυτών, που αντίκειτο ουσιωδώς στην εκπλήρωση των απορρεουσών από τον Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης υποχρεώσεων.

Ούτε όμως τα εκτιθέμενα από τις ενάγουσες ότι η εναγόμενη δεν επιφύλαξε την ίδια αντιμετώπιση σ' άλλον υπάλληλο για ανάλογη παράβαση, μπορεί να θεωρηθούν ότι καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τους, καθόσον η υποχρέωση πρόνοιας της εναγομένης δεν εκτείνεται μέχρι το σημείο να κωλύεται ή να αναιρείται το δικαίωμα καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης σε περίπτωση υπαίτιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εργαζομένου, η οποία κρίνεται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τυχόν πειθαρχικά ή άλλα μέτρα που έλαβε η εναγόμενη για άλλους εργαζόμενους.

Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η αγωγή είναι αβάσιμη στην ουσία της ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, είναι απορριπτέα και τα αιτήματα περί καταβολής μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τη φερόμενη ως άκυρη απόλυση των εναγουσών καθώς και το αίτημα αυτής περί αποδοχής των προσφερόμενοι υπηρεσιών των εναγουσών από την εναγόμενη.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε αντίθετα, δεχόμενο ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγουσών ήταν άκυρη ως καταχρηστική και ακολούθως υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγουσών, ενώ επιπλέον επιδίκασε νομιμοτόκως μόνο στη δεύτερη ενάγουσα μισθούς υπερημερίας, καθόσον, όσον αφορά στην πρώτη ενάγουσα, έκρινε ότι η εν λόγω αξίωσή της καλύπτεται από την αποζημίωση απόλυσης, που έχει ήδη εισπράξει αυτή από την εναγόμενη, κατ' αποδοχή της σχετικής ενστάσεως συμψηφισμού που πρότεινε η τελευταία, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο σχετικό προβαλλόμενο δεύτερο λόγο της έφεσης της εκκαλούσας, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κατά παραδοχή ως κατ` ουσία βάσιμης της από 8.6.2015 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα με αριθ. 1784/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε ως κατ` ουσία αβάσιμη αυτή.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ. 2 του ΑΚ, ούτε παραβίασε την κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την εγκυρότητα της από 6.4.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσειουσών από την αναιρεσίβλητη.

Ειδικότερα με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης έγινε δεκτό ότι, λόγω της, κατά παράβαση του άρθρου 10 παρ. 5 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, περιγραφόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς των αναιρεσειουσών, διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ αυτών και της εναγομένης, καθώς έπαυσε να υπάρχει το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις του εργαζομένου και του εργοδότη.

Ως συνέπεια των προαναφερθέντων ορθώς δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η για τους λόγους αυτούς από 16.4.2011 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας των αναιρεσειουσών δεν υπερβαίνει προφανώς τα εκ του άρθρου 281 του ΑΚ τασσόμενα όρια, ούτε παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όντας ενδεδειγμένη κατά την καλή πίστη λύση και μη υπερβαίνουσα το αναγκαίο από τις περιστάσεις μέτρο, ενόψει μάλιστα και του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, άλλα ηπιότερα μέτρα, δεν μπορούσαν να ληφθούν, εφόσον κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η παραπάνω συμπεριφορά των αναιρεσειουσών να "κτυπούν" εξακολουθητικά την κάρτα του προϊσταμένου τους ιατρού, χωρίς αυτός να προσέρχεται στην εργασία του, επηρέασε δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης για το μέλλον και διαταράχθηκε το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις του εργαζομένου και του εργοδότη.

Συνεπώς, το ληφθέν απ` αυτήν μέτρο (καταγγελία) δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με τη συμπεριφορά των εναγουσών - αναιρεσειουσών, ώστε η εναγομένη να είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει, αντί της καταγγελίας, ηπιότερα μέτρα. Η ύπαρξη των επικαλουμένων οικονομικών και οικογενειακών υποχρεώσεων των εναγουσών - αναιρεσειουσών δεν ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στην εγκυρότητα της καταγγελίας, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των υπηρεσιακών παραλείψεων αυτών, που κατά τα προεκτεθέντα επέφεραν τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγόμενης προς το πρόσωπό τους.

Αβάσιμες κρίνονται οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αναίρεσης επικαλούμενες πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει α) ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν αναφέρει από ποιες συγκεκριμένες ενέργειες προκύπτει η διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας του τμήματος του ιατρείου της αναιρεσίβλητης και β) αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον παρόλο που δέχεται ότι αυτές παρείχαν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στο ιατρείο, χωρίς να έχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά, εν τούτοις άγεται στην αντιφατική παραδοχή ότι οι ενέργειές τους είναι κλονιστικές της εμπιστοσύνης της εταιρίας προς το πρόσωπό τους, ώστε να δικαιολογεί την καταγγελία των συμβάσεών τους.

Οι ανωτέρω επικαλούμενες ανεπάρκειες και αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το περιεχόμενό τους είτε αναφέρονται σε ελλείψεις ως προς την ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είτε συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων των αναιρεσειουσών με συνέπεια να μην ιδρύουν σχετικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτούνταν η μνεία περισσότερων στοιχείων ως προς το πώς προκλήθηκε δυσλειτουργία της εργασιακής σχέσης μεταξύ των μερών ή γιατί μόνον οι ανωτέρω ενέργειες των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων αποτέλεσαν τροχοπέδη στην ομαλή συνέχιση της εργασιακής σχέσης, μολονότι στο παρελθόν η συνεργασία τους ήταν άψογη και δεν είχαν τιμωρηθεί πειθαρχικά, εφόσον εκτίθεται ως αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης με σαφήνεια και πληρότητα ότι εξ αιτίας των παραπάνω ενεργειών των εναγουσών - αναιρεσειουσών, που έλαβαν χώρα το Μάρτιο του 2011, από υπαιτιότητά τους, διαταράχθηκε η υπηρεσιακή σχέση και εμπιστοσύνη των αναιρεσειουσών με τα διοικητικά στελέχη της αναιρεσίβλητης, αποκλείοντας έτσι την ομαλή λειτουργία της σύμβασης.

Ούτε, επίσης, ενέχει αντίφαση η αιτιολογία της απόφασης ότι μολονότι στο παρελθόν οι αναιρεσείουσες δεν είχαν τιμωρηθεί πειθαρχικά, εν τούτοις κρίνει ότι οι συγκεκριμένες ενέργειές τους είναι κλονιστικές της εμπιστοσύνης της εταιρίας προς το πρόσωπό τους, ώστε να δικαιολογείται η καταγγελία των συμβάσεών τους.

Σημειώνεται ότι οι αναιρεσείουσες υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναίρεσης και μάλιστα με αναφορά σε αποδεικτικά μέσα, πλήττουν ουσιαστικά την εκτίμηση από το Μονομελές Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τ` αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

5.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.6.2020 και με αριθ. κατάθ. 3784/442/29.6.2020 αίτηση αναίρεσης της υπ` αριθ. 4261/3.9.2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ