Supreme Court dismisses appeal for failure to consider facts and abuse of law regarding contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of First Instance's judgment. The bank argued the lower court failed to consider three letters demanding payment and incorrectly declared a contract clause abusive. The court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the court of first instance's uncontrollable assessment of facts and the existence of a res judicata issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the court of first instance's assessment of facts or the existence of res judicata, rendering appeals based on these grounds inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 906 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 906/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Ι. Τ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπήκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5669/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4542/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/12/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, αιτιολογημένης ή όχι ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς επίσης και τα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1163/2011, Α.Π. 100/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες νομίμως στο Εφετείο, με τις προτάσεις της, προς απόκρουση της κατ' αυτής εφέσεως της αντιδίκου της, ισχυρισμούς, οι οποίοι περιέχονται στις τρεις επιστολές, που απέστειλε στην ήδη αναιρεσίβλητη, ανακόπτουσα και με τις οποίες την κάλεσε να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει την οφειλή της, εντός ορισμένης προθεσμίας, μετά την πάροδο της οποίας έκλεισε οριστικά την ένδικη πίστωση, ενώ στη συνέχεια της γνωστοποίησε τούτο καλώντας την να εξοφλήσει την οφειλή της, ότι παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός της αυτός: "...αποδείχθηκε πλήρως από τις προσκομισθείσες τέσσερις (4) επιστολές μου...
εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι: "ο ανωτέρω εκτιθέμενος όρος της επίδικης σύμβασης επιφέρει σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος των ανακοπτόντων. Επομένως, ο εν λόγω όρος της σύμβασης είναι καταχρηστικός και άκυρος και αντίκειται στη γενική ρήτρα της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, αλλά και στην κατά την παρ. 7 του ιδίου άρθρου καθοδηγητική αρχή της απαγορεύσεως της μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, ως πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. δεν νοούνται οι αρνητικοί ισχυρισμοί όπως οι προαναφερθέντες, που προβλήθηκαν από την ήδη αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας προς αντίκρουση της ενστάσεως περί καταχρηστικότητας του προαναφερθέντος όρου της ένδικης σύμβασης, που είχε προβάλει σ' αυτό η ήδη αναιρεσίβλητη, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των επιστολών, που επικαλείται, για την θεμελίωσή του, η αναιρεσείουσα.
ΙΙ. Περαιτέρω, ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά την διαδρομή της δίκης, αλλά μόνον εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της ένδικης ανακοπής, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος (ΑΠ 1784/2006, ΑΠ 409/2002, ΑΠ 382/2002). Απορριπτέος δε ως αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός και υπό την εκδοχή της θεμελιώσεώς του επί της από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου παραβάσεως, διότι το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της ένδικης ανακοπής της αναιρεσίβλητης και να την κρίνει βάσιμη κατ` ουσίαν, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχθηκε και ότι αυτή είναι ορισμένη και, συνεπώς, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τον αμέσως πιο πάνω λόγο έφεσης (ΑΠ 1569/2010). Εξάλλου, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής ή της έφεσης δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. και ειδικότερα η αοριστία ούτε προκύπτει από την ίδια την απόφαση ούτε αφορά την δημόσια τάξη. Ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής ή της έφεσης, εάν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Μόνη η επίκληση ως αόριστης και απαράδεκτης της αγωγής ή της έφεσης χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αοριστία αυτών δεν θεμελιώνει ορισμένο περί αοριστίας ισχυρισμό (ΑΠ 241/2017, ΑΠ 1130/2011, ΑΠ 56/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις, παραδεκτώς επισκοπούμενες (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προτάσεις, που υπέβαλε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης της αναιρεσίβλητης, αυτή δεν προέβαλε ορισμένο λόγο για αοριστία της ένδικης έφεσης. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος του που, με την επίκληση της παραβάσεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως αόριστη την έφεση της αναιρεσίβλητης, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 17/12).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση για την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παράβαση και ειδικότερα, διότι εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2251/1994 δέχθηκε ότι ο αναφερόμενος σ' αυτήν συμβατικός όρος της επίμαχης σύμβασης πιστώσεως είναι άκυρος ως καταχρηστικός, ενώ υπήρχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αφού όλοι οι ενεχόμενοι ειδοποιήθηκαν με τέσσερις επιστολές της, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτει αυτούσιο στο αναιρετήριο και δεν ήταν η καταγγελία της αυθαίρετη και καταχρηστική, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, ότι οι ενεχόμενοι, μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσίβλητη εγγυήτρια σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν για την εξόφληση της ένδικης οφειλής τους προς αυτήν, ενώ αν αυτή δεν προέβαινε στην επίμαχη καταγγελία θα δημιουργείτο εις βάρος της υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικών της δικαιωμάτων και όχι αυτών της ήδη αναιρεσίβλητης, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Ο λόγος αυτός, όμως, όπως διατυπώνεται, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του δήθεν σε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 2061/2007). Τέλος, και ο υπαινικτικά προβαλλόμενος, κατά το περιεχόμενο του ίδιου λόγου, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος περί υπάρξεως, εν προκειμένω, δεδικασμένου απορρέοντος από την ένδικη διαταγή πληρωμής, που ισχύει έναντι της πρωτοφειλέτιδας, αλυσιτελής αποβαίνει, αφού η ήδη αναιρεσίβλητη εγγυήτρια δεν τελεί σε αναγκαστική ομοδικία με την πρώτη (πρωτοφειλέτιδα), δεδομένου ότι δεδικασμένο, μεταξύ εγγυητή και πρωτοφειλέτη, απορρέει μόνο σε περίπτωση που έχει κριθεί η ανυπαρξία του χρέους (ΚΠολΔ 328 ΑΠ 338/2017, ΑΠ 1598/2000), προϋπόθεση που, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
IV. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Απορρίπτει την από 21/12/2016 αίτηση για αναίρεση της 4542/2015 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ