Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over delayed promotion due to unpublished court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding a delayed promotion. The appellant argued that a specific court ruling should have been considered to justify his promotion, but the court found the relevant decision was not yet published at the critical time. Consequently, the court held that the lower court correctly applied the law by excluding the unpublished decision from the promotion proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207(1) of the Civil Code; A promotion decision based on a future uncertain fact is only effective upon the occurrence of that fact, and if the employer acts contrary to good faith by withholding the fact, the condition is deemed fulfilled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 906 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 906/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Γεωργοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Καρδαρά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 6144/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 7-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 201 Α.Κ. αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου κώδικα η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ., είναι και εκείνη με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα του, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι έστω και ενός προαχθέντος συναδέλφου του, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 207 Α.Κ., η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος λογίζεται ότι πληρώθηκε από τότε που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή (Α.Π. 215/2017).
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 3 αριθ. 1, 10 παρ. 1, 6, 9, 13 και 15 της από 11-11-1977 Σ.Σ.Ε. "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την .../21-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/10-7-1981 απόφαση του ίδιου υπουργού (ΦΕΚ Β’ 446), έχει δε ισχύ νόμου ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές των υπαλλήλων της ανωτέρω τράπεζας από το βαθμό του τμηματάρχη Α’ στο βαθμό του υποδιευθυντή Β’ , Α’ και του διευθυντή γίνονται κατ’ εκλογήν και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Ενεργούνται δε από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, ύστερα από εισήγηση της γενικής διευθύνσεώς της. Στις ανωτέρω περιπτώσεις το προαναφερόμενο όργανο αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο, στα οποία περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού.
Η κρίση αυτή του ανωτέρω οργάνου υπόκειται μόνο στον περιορισμό που τίθεται από το άρθρο 281 Α.Κ. και συνεπώς ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια αν αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του, γεγονός που συμβαίνει όταν στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανωτέρω βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του ο οποίος προήχθη από τον ίδιο βαθμό.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 ν. 1082/1980: "Η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώρισις του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου εις βαθμόν εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθή βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα αφ’ ου χρόνου έδει να είχε συντελεσθή η προαγωγή τούτου".
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής ο ως άνω χρόνος, τον οποίο κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης αποφάσεως αλλά μόνο για εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτήν, διότι είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης με τη θέσπιση της ως άνω διατάξεως να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο της τράπεζας, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου της για καταχρηστική παράλειψή του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσεως, να θεωρεί αυτήν ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης αποφάσεως σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντίστοιχων προαγωγών αλλά, υπολαμβάνοντας ότι αυτός κατά πλάσμα του νόμου έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της ασκήσεως των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο βαθμό εκείνου από τον οποίο παραλείφθηκε.
Αντίθετη ερμηνεία της ως άνω διατάξεως θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος της τράπεζας να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχειρήσεώς της σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και εκτιμώντας κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού της με βάση τα θεωρούμενα από αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια υπό το φόβο της κρίσεως ως καταχρηστικής κάθε παραλείψεως προαγωγής υπαλλήλου της, ενώ θα παραβίαζε ευθέως το σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων προς προαγωγή διατάξεων του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου οργανισμού αυτής, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ’ εκλογή προαγωγή έχει η συμπλήρωση τριετούς πραγματικής ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενη βαθμό (Ολ.
Α.Π. 11/2010). Στην προκείμενη περίπτωση με την από 6-7-2009 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε: Ότι την 1-7-1992 προσελήφθη από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... της Ελλάδος Α.Ε." (της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση είναι η ήδη αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος με το βαθμό του λογιστή Α’ , προερχόμενος από τη συγχώνευση της εναγομένης με την "...", από την οποία είχε προσληφθεί στις 2-6-1986.
Ότι η υπηρεσιακή του εξέλιξη υπήρξε απρόσκοπτη μέχρι το βαθμό του τμηματάρχη Α’ , στον οποίο προήχθη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης από την 1-1-2002. Ότι περαιτέρω με την 1602/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β’ αναδρομικά από την 1-1-2006. Ότι, αν και είχε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία αναλυτικώς εκθέτει, το αρμόδιο προαγωγικό όργανο της εναγομένης, κατά τις προαγωγές που ανακοινώθηκαν με την .../22-12-2005 εγκύκλιό της, προήγαγε κατ’ εξαίρεση, κατά το άρθρο 10 παρ. 15 του οργανισμού προσωπικού της, στο βαθμό του υποδιευθυντή Α’ τους αναφερόμενους συναδέλφους του, τους οποίους προτείνει προς σύγκριση, παραλείποντας να προάγει τον ίδιο στον ως άνω βαθμό, αν και αυτός υπερτερούσε καταδήλως έναντι των προαχθέντων ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και, εν αντιθέσει προς αυτούς, είχε επιδείξει εξαιρετική επίδοση, εργατικότητα και απόδοση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Ότι με τη συμπεριφορά της αυτή η εναγομένη ενήργησε αντισυμβατικά, άλλως παρακώλυσε αντίθετα με την καλή πίστη την πλήρωση της αιρέσεως από την οποία εξηρτάτο η προαγωγή του, άλλως άσκησε καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα, άλλως παράνομα, αντισυμβατικά και καταχρηστικά δεν καλύφθηκαν όλες οι κενές οργανικές θέσεις.
Ζήτησε δε: α) να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή Α’ από την 1-1-2006, αφότου προήχθησαν οι αναφερόμενοι και προτεινόμενοι προς σύγκριση συνάδελφοί του, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του υποδιευθυντή Β’ και του υποδιευθυντή Α’ , νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μηνιαίας διαφοράς και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψη προαγωγής του και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς του νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα αφού, αν υποτεθεί ότι είναι αληθή τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, κατά τον κρίσιμο στη προκειμένη περίπτωση χρόνο (ήτοι στις 22-12-2005, οπότε ελήφθη η απόφαση προαγωγής των προτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων του ενάγοντος αλλά και την 1-1-2006, αφότου άρχισε η ισχύς της αποφάσεως αυτής) δεν είχε δημοσιευθεί η επικαλούμενη από τον ενάγοντα 1602/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Σύμφωνα δε με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, ο χρόνος τον οποίο κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο ενάγων στο βαθμό του υποδιευθυντή Β’ , στον οποίο προήχθη με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση, δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί υπόψη στις ένδικες προαγωγικές κρίσεις που διενεργήθηκαν πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής αλλά μόνο σ’ εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτήν.
Επομένως το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί προαγωγών των υπαλλήλων της εναγομένης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Με βάση τα ανωτέρω ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 6144/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ