Legislator Case Law & Legislation
906/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as grounds were not properly raised in the lower court.

Case Number 906/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered specific evidence, but the Court found the appeal grounds vague and failed to specify how these issues were previously raised. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the necessary procedural prerequisites were not met.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 KPolD; Art. 335, 339-341 KPolD: An appeal is inadmissible if the grounds are not clearly stated in the appeal petition and do not refer to arguments previously submitted to the court of first instance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural prerequisites evidence admissibility court of first instance appeal petition requirements

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 KPolD
Art. 335 KPolD
Art. 339-341 KPolD
Art. 93 para. 3 of the Constitution
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 242 para. 2 KPolD
Art. 12 para. 2 of Law 4055/2012

Cited Case Law

AI generated
OLAP 43/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 906 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 906/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. συζύγου Μ. Κ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπατσίκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Κ. και 2) Ι. Σ. του Κ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Σταθανέα, με δηλώση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2014 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 26-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι)Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 339 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν και που είναι χρήσιμα για άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό ή ισχυρισμό περί εγγράφου αποδείξεως.

Και έχει μεν την υποχρέωση το δικαστήριο σύμφωνα με το νόμο δηλαδή με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι, όμως, να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι προς σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η Ε. Α., αδερφή τόσο της εκκαλούσας-ενάγουσας όσο και του πατρός των εφεσιβλήτων-εναγομένων απεβίωσε στις 12-12-1996, στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, στην Αθήνα.

Νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο από τις 3-12-1996 έως και το θάνατο της, που προήλθε από "οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, βαρεία υποξυγοναιμία σε μηχανική αναπνοή, σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων, πνευμονία διάχυτη, διάχυτη κυψελιδική αιμορογία, NDN-HODGKIN λέμφωμα, IgCe μονοκλωνική παραπρωτωνειμία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια επί εδάφους χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας" (βλ σχετικά το υπ’ αριθμ.

…/9-1-1997 πιστοποιητικό νοσηλείας). Ενόψει της μακροχρόνιας ασθένειας της διαθέτιδος και του είδους αυτής, καθώς επίσης της διαφαινόμενης, από το γεγονός ότι συνέταξε δύο σχεδόν όμοιες διαθήκες, σταθερής της βούλησής της, ως προς τα πρόσωπα των κληρονόμων της, αλλά και του γεγονότος ότι σε παλαιότερο χρόνο εξέφρασε την ίδια βούληση, αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο σύνταξης των διαθηκών της, βρισκόταν σε σωματική και διανοητική κατάσταση τέτοια, που της επέτρεπε να προβεί σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης διαθήκης.

Άλλωστε, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ήταν "συνεχώς διασωληνωμένη", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αλλά, απλώς, υποστηριζόταν μηχανικά η αναπνοή της. Λόγω της σχετικής της απειρίας, ως προς τη σύνταξη εγγράφων, αφού ήταν απόφοιτος του Δημοτικού Σχολείου, μόνον, ζήτησε τη βοήθεια των Ε.

Ζ. και Χ. Μ., για τη σύνταξη ενός προσχεδίου της διαθήκης της, στη συνέχεια δε, συνέταξε ιδιοχείρως τις δύο, όμοιες, διαθήκες. Παρότι, ο προταθείς από την εκκαλούσα-ενάγουσα μάρτυρας (απόδειξης), υιός της, εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υποστήριξε, ότι οι επίδικες διαθήκες δεν συντάχθηκαν από τη θεία του, χωρίς πάντως να εισφέρει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο σχετικό με την ταυτότητα του, κατ' αυτόν, πραγματικού συντάκτη τους, από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας, κατόπιν της από 27-11-2009, σχετικής εγκλήσεως της εκκαλούσας-ενάγουσας, κύριας ανάκρισης, η οποία, σημειωτέον, περατώθηκε με την έκδοση του υπ' αριθμ. 121/2010 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, προκύπτει ότι, οι από 6-12-1996 και 9-12-1996 διαθήκες, συγκρινόμενες με το αναφερόμενο στην ίδια έκθεση, πρόσφορο, συγκριτικό υλικό ως προς την γραφή του κειμένου και την υπογραφή τους, παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες σε όλα τα χαρακτηριστικά τους και απουσία διαφορών, σε ποσοστό, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, έχουν χαραχτεί από την διαθέτιδα Ε.

Α. και είναι γνήσιες. Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη, κατ' ουσίαν, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε. Γι' αυτό, πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως ...". Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.11, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ότι η διαθέτις Ε.

Α., αδελφή της εκκαλούσας - ενάγουσας και του πατρός των εναγομένων κατά το χρόνο σύνταξης των δύο διαθηκών της βρισκόταν σε σωματική και πνευματική κατάσταση τέτοια που της επέτρεπε να προβεί σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης διαθήκης, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα τα οποία αυτή νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α)την από 17/2/2011 ένορκης εξέτασης του Ε.

Ζ., ενώπιον της Πταισματοδίκη Νίκαιας β) την από 6-10-2010 ένορκη κατάθεση του Χ. Μ. ενώπιον του Πταισματοδίκη Αχαρνών, γ)τις επίδικες από 6-12-1996 και 9-12-1996 διαθήκες και δ)την έφεση κατά του υπ'αριθ.121/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ'ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.

ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, στη συνέχεια δε καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. πρωτ. …/09/01/1997 πιστοποιητικό νοσηλείας της αποβιωσάσης Ε. χας Γ. Α., που είχε νοσηλευθεί στο νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".

Από τις παραδοχές ωστόσο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το ως άνω έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προσδίδοντας σ' αυτό το αληθές περιεχόμενο του. Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει, κατά την γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη γνώμη της μειοψηφούσης Εισηγήτριας Μαρίας Βαρελά με την ως άνω κρίση του το Εφετείο ότι η εκκαλούσα καθόλο το διάστημα της νοσηλείας της στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" δεν ήταν συνεχώς διασωληνομένη αλλά απλώς υποστηριζόταν η αναπνοή της μηχανικά και είχε τη δυνατότητα να γράφει και μάλιστα να συντάσσει ιδιόγραφες διαθήκες, αν και ευρισκόμενη στη μονάδα εντατικής θεραπείας, πάσχουσα από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, πνευμονία διάχυτη, διάχυτη κυψελιδική αιμορραγία, βαρειά υποξυγοναιμία σε μηχανική αναπνοή, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 03/04/160/ΜΕΘ πιστοποιητικό νοσηλείας εκδοθέν την 9-1-1997 από το νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", στο οποίο κυρίως στήριξε την κρίση του το Εφετείο για την κρίση του ως προς την ακυρότητα των από 6-12-1996 κα 9-12-1996 ιδιόγραφων διαθηκών της αποβιωσάσης την 12-12-1996 στην Αθήνα και στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" διαθέτιδος, αδελφής της ενάγουσας Ε.

Γ. Α., Και τούτο διότι από τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει αβίαστα και ανενδοίαστα ότι άτομο πάσχον από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια πνευμονική διάχυτη, διάχυτη κυψελιδική αιμορραγία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, βαρειά υποξυγοναιμία σε μηχανική αναπνοή, λέμφωμα, και νοσηλευόμενο στη μονάδα εντατικής θεραπείας πλήρως διαμηνυομένου τόσο λόγω της βαρύτητας των παθήσεων όσο και του χώρου, αδυνατεί να έχει επαφή με το περιβάλλον, να γράφει και μάλιστα να συντάσσει δύο διαθήκες στις 6-12-1996 και 9-12-1996 αντίστοιχα ολίγο χρόνου προ του θανάτου του που συνέβη στις 12-12-1996 με ταυτόσημο περιεχόμενο.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η διαθέτις Ε. Α. δεν βρισκόταν σε σωματική αλλά ούτε σε διανοητική κατάσταση τέτοια ώστε να προβεί σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία και μάλιστα σε σύνταξη διαθήκης.

Συνεπώς, κατά το γνώμη της μειοψηφίας ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ έπρεπε να γίνει δεκτός.

III). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή. η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ.ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση, από τον αριθ. 11 περ.

α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη επιτρεπομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι της αναφερομένης στο δικόγραφο της αναιρέσεως από 16/11/2010 έκθεση ειδικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Ν. Κ., η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας διενεργήθηκε, όπως προκύπτει, κατά τα εκτιθέμενα στον λόγο αναιρέσεως, από την με αριθ. 82/2010 διάταξη του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, ακύρως και κατά παράβαση του άρθρου 194 Κ.Ποιν.Δ., είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι οι ως άνω πλημμέλειες, οι οποίες δεν αφορούν στη δημόσια τάξη, προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, γιατί αφορούσαν διαδικαστικό σφάλμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και τούτο ανεξάρτητα από γνώμη, ότι η ως άνω πραγματογνωμοσύνη, ελήφθη ορθώς για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η από 22-7-2014 αίτηση της Κ. συζ. Μ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 63/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με άρθρο 12 παρ.2 ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί η ηττωμένη αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων κατά το βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 22-7-2014 αίτηση της Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 63/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ