Supreme Court dismisses appeal against final appellate decision regarding architect fees and contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the final appellate judgment and the first-instance ruling. The appellants argued that the contract for drafting preliminary designs was invalid due to lack of authority, while the respondent maintained the contract was properly executed. The court held that only the final appellate decision is subject to appeal and found the lower courts correctly interpreted the contract law provisions regarding the organization's internal decision-making process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 552, 553, 556 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The final decision of the second instance court, having examined the merits, is subject to appeal, whereas the first-instance decision is absorbed into it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 906 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 906/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ... και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΧΙΤΕΧ ΑΕ", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Λαδά.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα υπό του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθολικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997 ΑΕ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Περικλή Αγγέλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς τους προσθέτως παρεμβαίνοντας υπέρ των αναιρεσειόντων στη δίκη:1.ΝΠΔΔ "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Ν. Π., 3Γ. Π., 4Ι. Β., 5Α. Β. και 6 Ο. Κ., 7.Δ. Κ., 8 Α. Σ., κατοίκων ... και 9. Μ. Α., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και με τις πρόσθετες παρεμβάσεις που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17014/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2658/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-11-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 29-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσοτέρων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνον η οριστική απόφαση η οποία εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου [Α.Π. 43/2012, Α.Π.694/2009]..
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε τυπικώς παραδεκτή την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης αποφάσεως και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και ειδικότερα της υπ' αριθ. 17014/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης και αποδίδει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται απαραδέκτως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αναρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47...". Ο λόγος αυτός δημιουργείται, μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου, όχι δε και όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως, που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ., στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.
Α.Π. 3/1991, Α.Π. 1163/1991). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., επειδή 1) έπρεπε να δεχθεί ότι το δικάσαν την αγωγή Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην και ότι αρμόδιο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης και 2) έπρεπε εκ του λόγου αυτού να εξαφανίσει την απόφαση και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην, κατά τους αναιρεσείοντες Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης, είναι απαράδεκτος.
Τούτο, διότι το Εφετείο δεν έκρινε επί της ιδίας αυτού αρμοδιότητος ή αναρμοδιότητος και επομένως, σύμφωνα με την αναφερομένη στην αρχή σκέψη, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., ούτε άλλος από τους περιοριστικώς προβλεπομένους στο ίδιο άρθρο λόγους. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.
α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται ... αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27 και 28/1998). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 229, 232 και 235 του ΑΚ, αν κάποιος χωρίς πληρεξουσιότητα συνομολόγησε ως αντιπρόσωπος άλλου δικαιοπραξία, είτε αυτή είναι σύμβαση είτε μονομερής δικαιοπραξία είτε και σύμβαση με τον εαυτό του (αυτοσύμβαση), η σχετική δικαιοπραξία είναι ανίσχυρη έναντι του αντιπροσωπευομένου και δεν παράγει αποτελέσματα, εκτός αν εκ των υστέρων την εγκρίνει ο αντιπροσωπευόμενος (Α.Π. 96/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σχετικά με το ενδιαφέρον, "Ανάπλαση Τμήματος Λιμένα Θεσσαλονίκης", έργο, το οποίο ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Οργανισμός ανέθεσε και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ανέλαβαν να εκτελέσουν, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Στους ενάγοντες κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου που ανέλαβαν με την ως άνω σύμβαση, ανατέθηκε επί πλέον από το εναγόμενο και το έργο "Ανάπλαση Τμήματος Λιμένα Θεσσαλονίκης", το οποίο διασπάσθηκε στα εξής εννέα ( 9 ) υποέργα : 1) "ΑΠΟΘΗΚΗ 1 ΛΙΜΕΝΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" ...
Στις 19-10-1995 υπογράφηκε μεταξύ του εναγομένου, του Οργανισμού Ρυθμιστικού και του Οργανισμού Λιμένα Θεσσαλονίκης σύμβαση, σύμφωνα με την οποία τα ανωτέρω έργα, που θα εκτελούνταν στο χώρο του Λιμανιού Θεσσαλονίκης, διακρίνονταν σε δύο (2) κατηγορίες: 1) .... Στην παράγρ. 7.1 της σύμβασης αναφέρονταν οι ενέργειες που έπρεπε να γίνουν για κάθε μία από τις δύο κατηγορίες έργων και ο φορέας που θα αναλάμβανε τη διεκπεραίωσή τους.
Έτσι με το στοιχ.γ' ανετίθετο στον εναγόμενο Οργανισμό η ετοιμασία των τευχών δημοπράτησης, ενώ με το στοιχ.ε' προβλεπόταν η προκήρυξη διαγωνισμού για την εκτέλεση του έργου με το σύστημα "μελέτη -κατασκευή". Κατά το σύστημα αυτό, προκηρύσσεται το έργο με βάση τεύχη δημοπράτησης, τα οποία περιέχουν μία γενική περιγραφή αυτού, ενώ ο κατασκευαστής που θα αναλάβει την εκτέλεση του έργου, έχει την υποχρέωση να προβεί στην εκπόνηση των απαραίτητων μελετών όλων των σταδίων, δηλαδή προμελέτης, οριστικής μελέτης και μελέτης εφαρμογής (κατασκευής).
Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 8/24-10-1995 απόφασή της, η αρμόδια Επιτροπή Έργων του εναγομένου, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που το τελευταίο ανέλαβε με την ως άνω από 19-10-1995 σύμβαση, αποφάσισε να δοθεί εντολή στους ενάγοντες για τη σύνταξη του Τεχνικού Φακέλου για το συγκεκριμένο έργο (Ανάπλαση τμήματος του Λιμένος Θεσσαλονίκης ).
Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Διευθύνων Σύμβουλος του εναγομένου, με την υπ' αριθμ. 115/2-11-1995 απόφασή του, ανέθεσε στους , ενάγοντες τη σύνταξη προκαταρκτικής μελέτης των κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου του ως άνω έργου. Οι ενάγοντες με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1750/10-11-1995 έγγραφό τους ενημέρωσαν το εναγόμενο για την έναρξη των εργασιών σύνταξης του Τεχνικού Φακέλου από 13-11-1995, παραθέτοντας αναλυτικά τις εργασίες που θα αφορούσε αυτός και συγχρόνως ζήτησαν να τους δοθεί άμεση εντολή και για τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης παράλληλα με την ετοιμασία των προκαταρκτικών μελετών και των Τεχνικών Φακέλων των Έργων.
Το ίδιο δε αίτημα υπέβαλαν εκ νέου με τα υπ' αριθμ. 1969/12-12-1995 και 2074/27-12-1995 έγγραφά τους. Στις 9-2-1996 οι ενάγοντες υπέβαλλαν τελικά στο εναγόμενο προς έγκριση τους Τεχνικούς Φακέλους πέντε (5) Αποθηκών ( 1, 2, Α, Γ, Δ ) με το υπ' αριθμ. 2425/9-2-1996 έγγραφο τους, ενώ με το υπ' αριθμ. 2461/12-2-1996 έγγραφό τους προς αυτό, ζήτησαν και πάλι να τους ανατεθεί η σύνταξη των τευχών δημοπράτησης.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου με την υπ' αριθμ. 28 απόφαση της 107ης/20-2-1996 συνεδριάσεως του, ενέκρινε τους υποβληθέντες Τεχνικούς Φακέλους, καθώς και την ανάθεση της σύνταξης των Τευχών Δημοπράτησης όλων των Αποθηκών στους ενάγοντες με τον όρο να υποβάλλουν αυτοί εκ των προτέρων το ύψος της απαιτούμενης αμοιβής τους για την εργασία αυτή.
Οι ενάγοντες με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2762/12-3-1996 έγγραφό τους, υπέβαλαν στο εναγόμενο την προεκτίμηση της ανωτέρω αμοιβής τους, η οποία ανερχόταν: 1) για την Αποθήκη 1 στο ποσό των 24.180.000 δραχμών, 2) για την Αποθήκη Α στο ποσό των 16.880.000 δραχμών, 3) για την Αποθήκη Β στο ποσό των 9.635.000 δραχμών, 4) για την Αποθήκη Γ' στο ποσό των 9.635.000 δραχμών και 5) για την Αποθήκη Δ στο ποσό των 16.880.000 δραχμών, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 77.210.000 δραχμών.
Ακολούθως η Επιτροπή Έργων του εναγομένου με την υπ' αριθμ. 6/20-3-1996 απόφασή της, απεφάσισε τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης από τους ενάγοντες, τον δε καθορισμό της, αμοιβής τους παρέπεμψε σε κοινή σύσκεψη μεταξύ των νομικών συμβούλων του εναγομένου, του Διευθυντή Έργων και των εναγόντων, στην οποία θα κατατίθεντο γραπτώς οι απόψεις των δύο τελευταίων.
Τελικά το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου με την υπ' αριθμ.11 απόφαση της 125ης/11-6-1996 συνεδρίασής του, αποφάσισε την ανάθεση της σύνταξης των Τευχών Δημοπράτησης στους ενάγοντες αντί αμοιβής που θα καθοριζόταν σύμφωνα με τα Π. Δ. 694/1974 και 515/1989. Κατόπιν της ανωτέρω εντολής οι ενάγοντες προέβησαν στη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης και με έγγραφά τους υπέβαλαν προς έγκριση στο εναγόμενο τα τεύχη που αφορούσαν τις Αποθήκες 1, Δ, Α, Γ και Β αντίστοιχα, τα οποία και εγκρίθηκαν με αντίστοιχες αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου του εναγομένου.
Παράλληλα στις 19-9-1996 οι ενάγοντες υπέβαλαν με το υπ' αριθμ. 5242/19-9-1996 έγγραφό τους, το 19° Πινάκιο Αμοιβής τους για τη σύνταξη των τευχών Δημοπράτησης της Αποθήκης 1, την οποία όρισαν στο ποσό των 18.282.140 δραχμών. Στο Πινάκιο αυτό και για πρώτη φορά, αυτοί περιέλαβαν και αμοιβή τους για τη, σύνταξη Προμελέτης για την εν λόγω Αποθήκη, την οποία όρισαν στο ποσό των 51.759.217 δραχμών.
Μετά την υποβολή του Πινακίου αυτού ο Διευθυντής έργων του εναγομένου Μ. Α. με το υπ' αριθμ. ΔΕ 6965/8-10-1996 ενημερωτικό του σημείωμα προς το Διευθύνοντα Σύμβουλο του εναγομένου Κ. Λ. διατύπωσε την άποψη ότι ο εναγόμενος δεν έχει υποχρέωση πληρωμής στους ενάγοντες αμοιβής για τη σύνταξη προμελέτης για την ως άνω Αποθήκη διότι τέτοια εργασία δεν τους έχει ανατεθεί από το εναγόμενο, αλλά ούτε υπήρχε και εισήγηση αυτών ( εναγόντων ) για την ανάθεση αυτή.
Οι ενάγοντες με το υπ' αριθμ. 6563/13-12-1996 έγγραφό τους προς το εναγόμενο εισηγήθηκαν την καταβολή σ' αυτούς αμοιβής για τη σύνταξη προμελετών και για τις ως άνω πέντε (5) αποθήκες (1, Α, Β, Γ και Δ ). 0 Διευθυντής Έργων Μ. Α. με την από 20-1-1997 εισήγηση του πρότεινε να μην καταβληθεί στους ενάγοντες καμία αμοιβή για τη σύνταξη των προμελετών αυτών εφόσον τέτοια εργασία δεν τους είχε ανατεθεί από τον εναγόμενο.
Επίσης ο Διευθύνων Σύμβουλος του εναγομένου με την από 5-2-1997 εισήγησή του προς την Επιτροπή Έργων προέτεινε μόνο την καταβολή της αμοιβής για τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης και την εξέταση του θέματος της αιτουμένης αμοιβής για τη σύνταξη των ως άνω προμελετών από τριμελή επιτροπή, που θα αποτελείται από μέλη της Επιτροπής Έργων.
Τέλος το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου κατά την 146η/11-2-1997 συνεδρίασή του αποφάσισε ομόφωνα την καταβολή στους ενάγοντες μόνο της αμοιβής για τη σύνταξη των Τευχών Δημοπράτησης και την εξέταση του θέματος της καταβολής της αιτούμενης αμοιβής για τη σύνταξη των Προμελετών για τις ως άνω Αποθήκες από Επιτροπή, που θα αποτελείται από τα μέλη της Επιτροπής Έργων....η οποία όμως μέχρι σήμερα δεν έχει προβεί στην εξέταση του θέματος αυτού.
Με βάση τα προεκτεθέντα το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση καταβολής στους ενάγοντες της αιτουμένης αμοιβής για τη σύνταξη των προμελετών των προαναφερόμενων πέντε ( 5 ) Αποθηκών, καθόσον τέτοια εργασία δεν τους ανατέθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, το οποίο ήταν αρμόδιο για την ανάθεση του έργου αυτού, εφόσον η αμοιβή που απαιτείτο για την εκτέλεσή του υπερέβαινε το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ανερχόμενη στο ποσό των 266.724.768 δραχμών, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού του εναγομένου "Για τη διαδικασία συγκρότησης μητρώου αναδόχων υπηρεσιών και αναθέσεως των υπηρεσιών αυτών, καθώς και συγγραφή υποχρεώσεων των σχετικών συμβάσεων", με το οποίο ορίζεται ότι: "Ο Εργοδότης Α.Ε.
Ο.Μ.Μ.Ε. - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997" θα αναθέτει κατά την απόλυτη κρίση του, υπηρεσίες από τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 του παρόντος Κανονισμού, σε Γραφεία τα οποία θα περιλαμβάνονται στο Μητρώο. Η ανάθεση γίνεται από το όργανο του κυρίου του έργου ως εξής: Για υπηρεσίες μέχρι ύψους 25 εκ. δρχ. με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής των Έργων.
Για υπηρεσίες από 25 έως 50 εκ. δρχ. με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής ύστερα από εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου και σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Έργων. Για υπηρεσίες άνω των 50 εκ. δρχ. από το Διοικητικό Συμβούλιο της Α.Ε. με εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου και γνωμοδότηση της Επιτροπής Έργων...'', ούτε από άλλο όργανο του εναγομένου κατ' εξουσιοδότηση του Διοικητικού του Συμβουλίου, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 8 του Καταστατικού του ( υπ' αριθμ. 32276/29-6-1994 απόφαση, του Νομάρχη Θεσσαλονίκης), 0 ισχυρισμός των.
εναγόντων ότι προέβησαν στη σύνταξη των προμελετών αυτών κατόπιν προφορικής εντολής του Διευθύνοντος Συμβούλου του εναγομένου Κ. Λ. και αληθινός να θεωρηθεί δεν ασκεί καμιά νομική επιρροή, εφόσον αυτοί δεν επικαλούνται επιπροσθέτως ότι η εντολή αυτή εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, το οποίο ήταν αρμόδιο για την ανάθεση του ως άνω έργου, και συνεπώς απέκτησε κύρος σύμφωνα με το άρθρο 229 Α.Κ. ...".
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο, σχετικά με το επίδικο ποσόν της αμοιβής των προμελετών για τις αποθήκες του λιμένος Θεσ/νίκης, δέχθηκε, ότι 1) ο εναγόμενος Οργανισμός δια του Διοικητικού Συμβουλίου του, το οποίο ήταν το μόνο αρμόδιο λόγω της ύψους του ποσού της συμβάσεως, δεν ανέθεσε στους ενάγοντες την σύνταξη προμελετών για τις αποθήκες του λιμένος Θεσ/νίκης. 2) Ο διευθυντής έργων του εναγομένου Οργανισμού Μ.
Α., δύο φορές διετύπωσε εγγράφως προς τον Οργανισμό την άποψη, ότι ο τελευταίος δεν έχει υποχρέωση πληρωμής στους ενάγοντες αμοιβής για την σύνταξη προμελετών, επειδή δεν ανετέθη σε αυτούς τέτοιο έργο. 3) Ο διευθύνων σύμβουλος του εναγομένου Οργανισμού, Κ. Λ., εισηγήθηκε εγγράφως στην Επιτροπή 'Εργων του Οργανισμού την καταβολή αμοιβής στους ενάγοντες μόνον για την σύνταξη των τευχών δημοπράτησης, ενώ όσον αφορά την από τους τελευταίους αιτουμένη με την αγωγή αμοιβή για την σύνταξη των προμελετών, πρότεινε μόνον την εξέταση του θέματος από επιτροπή. 4) Το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου Οργανισμού απεφάσισε την καταβολή στους ενάγοντες αμοιβής μόνον για την σύνταξη των τευχών δημοπράτησης, ενώ για την επίδικη αμοιβή των προμελετών απεφάσισε μόνον την εξέταση του θέματος από τριμελή επιτροπή.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό των εναγόντων και την έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 229 Α.Κ. και δεν παραβίασε αυτήν, αφού από τις ως άνω παραδοχές συνάγεται, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου Οργανισμού δεν ενέκρινε καμμία σχετική σύμβαση, η οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, συνομολογήθηκε για λογαριασμό του Οργανισμού από πρόσωπο στερούμενο της σχετικής πληρεξουσιότητας εκείνου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει, να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2010 αίτηση των 1) Γ. Σ. και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΧΙΤΕΧ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2658/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθ. 17014/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Δεκεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ