Supreme Court dismisses appeal claiming violation of proportionality principle regarding compensation amount in workplace accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a construction company against a lower court's award of €230,000 in compensation for a worker's amputation. The worker argued the amount violated the constitutional principle of proportionality, while the company contended the sum was excessive given their exclusive fault. The court ruled that the Constitution's proportionality principle does not apply directly to determine compensation amounts, leaving that task exclusively to the Civil Code's discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 330, 914, 932 of the Civil Code; Article 25 of the Constitution: The principle of proportionality cannot be invoked directly to review the amount of compensation for moral damage in tort cases, as the Civil Code already incorporates this principle through judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 906 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 906/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρίας Παραγωγής Προκατασκευασμένων Δομικών Στοιχείων από Σκυρόδερμα, με την επωνυμία "ΦΑΝΤΑ ΡΕΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΦΑΝΤΑ ΡΕΑΛ Α.Β.Ε.Τ.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δεμερούκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: M. M. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Λάμαρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θήβας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5673/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/5/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5/5/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 932 Α.Κ.
και 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό οι γενικές διατάξεις (Ολ.Α.Π. 1117/1986).
Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του προστηθέντος απ' αυτόν (άρθρο 932 Α.Κ.) με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 του ν. 515/1915 (Α.Π. 35/2010, Α.Π. 1042/2008).
Πταίσμα του εργοδότη μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν απ' αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. Τέτοια μέτρα ασφαλείας που πρέπει να τηρούν οι εργοδότες καθορίζονται, με τα άρθρα 3 και 9 του π.δ. 395/1994, "προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλειας εργαζομένων" και το άρθρο 5 του π.δ. 377/1993 "προσαρμογή της νομοθεσίας στις οδηγίες 89/392/ΕΟΚ και 91/368/ΕΟΚ σχετικά με τις μηχανές".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ο οποίος τυγχάνει έγγαμος και διέθετε την από 20/5/2006 άδεια διαμονής της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. Βοιωτίας και την 4578/-5/5/2004 άδεια εργασίας τμήματος απασχόλησης Ν.
Βοιωτίας, προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία έχει ως αντικείμενο την παραγωγή προκατασκευασμένων δομικών στοιχείων από σκυρόδεμα και της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων τυγχάνει πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οικοδόμος.
Την 9/12/2006 του είχε ανατεθεί ο καθαρισμός του μηχανήματος μεταφοράς - εκχύσεως σκυροδέματος εντός των καλουπιών του κατασκευαστικού οίκου "SICI S.r.l". Για την εργασία αυτή, επειδή το ελάχιστο ύψος από το έδαφος του τμήματος μηχανήματος, το οποίο έπρεπε να καθαρισθεί ήταν ένα μέτρο και ενενήντα εκατοστά (1,90) περίπου και δεν υπήρχε οπτική επαφή από τον ενάγοντα ώστε να ήταν δυνατή η εκτέλεση της εργασίας, ο ενάγων ανέβηκε επί του μηχανήματος, χρησιμοποιώντας ως δάπεδο εργασίας για τη στήριξή του τα δύο χείλη του καναλιού και για τη συγκράτησή του τις δύο πλάγιες μεταλλικές ράβδους.
Κατά τη διάρκεια της προαναφερόμενης εργασίας και συγκεκριμένα κατά τον καθαρισμό - πλύσιμο του καναλιού και του κοχλία μεταφοράς σκυροδέματος, ο ενάγων γλίστρησε, με αποτέλεσμα να εισέλθει το δεξί του πόδι εντός του καναλιού και ο περιστρεφόμενος κοχλίας να τον παρασύρει, να το συνθλίψει και να το ακρωτηριάσει στη μεσότητα της δεξιάς κνήμης.
Στο ως άνω μηχάνημα τύπου Speedy ήταν εγκατεστημένος υδραυλικός μοχλός για τον έλεγχο του περιστρεφόμενου κοχλία. Η περιστροφή του κοχλία ενεργοποιείτο πιέζοντας το μοχλό προς τα εμπρός ή αντιστρόφως, πιέζοντας το μοχλό προς τα πίσω. Ο εγκατεστημένος μοχλός είχε αυτόματο σύστημα επαναφοράς στην αρχική του θέση όπου ο κοχλίας δεν περιστρεφόταν.
Επομένως η περιστροφή του κοχλία καθίστατο δυνατή μόνο με πίεση του μοχλού, παρουσία του χειριστή και όταν ο μοχλός απελευθερωνόταν η περιστροφή του κοχλία σταματούσε. Ωστόσο, επειδή η εργασία καθαρισμού δεν ήταν δυνατόν να εκτελεσθεί ενόσω είχε διακοπεί η λειτουργία του εξοπλισμού εργασίας (κοχλία του μηχανήματος), και προκειμένου αυτό να καθαρισθεί καλά ώστε να απομακρυνθούν όλα τα υπολείμματα σκυροδέματος, ο δεύτερος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης αλλά και ο υπεύθυνος εργοδηγός αυτής Ν.
Κ., είχαν υποδείξει στον ενάγοντα να εμποδίζει την επαναφορά του μοχλού χρησιμοποιώντας σύρμα που κρατιόταν από σίδερο της καμπίνας του μηχανήματος, μάλιστα δε κατά το χρόνο του ατυχήματος παρευρισκόταν σε απόσταση 50 μετ. περίπου και ο υπεύθυνος εργοδηγός της πρώτης εναγομένης Ν. Κ.. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια των εναγομένων, διότι δεν τηρήθηκαν όσα προβλέπουν οι διατάξεις, α) του άρθρου 9 παρ. 2 περ 2. 13, β) άρθρου 9 παρ. 2 περ. 2. 19 και γ) άρθρου 9 παρ. 2 περ. 2.23 του παραρτήματος Π.Δ. 395/1994 κατά τις οποίες, α) εφόσον υπήρχαν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας (εν προκειμένω του περιστρεφόμενου κοχλία) που μπορούσαν να προκαλέσουν ατυχήματα, ο εξοπλισμός εργασίας έπρεπε να ήταν εφοδιασμένος με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες (τέτοια προφυλακτικά συστήματα τοποθετήθηκαν μετά το ατύχημα), β) έπρεπε να είχαν ληφθεί τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την εκτέλεση της εργασίας καθαρισμού του μηχανήματος έξω από τις επικίνδυνες ζώνες (όπως ύπαρξη πλάγιας εξωτερικής υπερυψωμένης θέσης εργασίας με προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης, η οποία δεν υπήρχε) και γ) ο ενάγων κατά τον καθαρισμό του μηχανήματος να είχε ασφαλή πρόσβαση και παραμονή σε όλα τα σημεία.
Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι τον ενάγοντα δεν βαρύνει συνυπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος και του τραυματισμού του, καθόσον ενήργησε βάσει των υποδείξεων του δευτέρου εναγομένου και του ως άνω Ν. Κ. και υπό την επίβλεψη του τελευταίου. Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος είναι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος το ποσό των 150.000 ευρώ, επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 230.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, τα συγκροτούντα την έννοια της οποίας πραγματικά περιστατικά εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και ότι οι αναιρεσείοντες είναι αποκλειστικά υπαίτιοι του τραυματισμού του αναιρεσίβλητου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι παραδεκτοί και λυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιώνται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε βάση της αγωγής από αδικοπραξία, η οποία δεν είχε προταθεί από τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον στην ένδικη αγωγή περιλαμβάνεται βάση που στηρίζεται στην αδικοπραξία και αναφέρονται όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση της βάσης αυτής πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι ο ενάγων εργάζονταν στους εναγομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οικοδόμος και ότι από υπαιτιότητα των εναγομένων, τα στοιχεία της οποίας μνημονεύονται αναλυτικά, τραυματίσθηκε στο δεξί του πόδι, το οποίο ακρωτηριάσθηκε στη μεσότητα της δεξιάς κνήμης και ζήτησε για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα το εις αυτή αναφερόμενο χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση .
Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά τη συνταγματικά αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται το ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.Α.Π. 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. Α.Κ.) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 Α.Κ. ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 Α.Κ.
προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα και επομένως δεν ελέγχεται αναιρετικώς η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, που καθορίζει το ποσό της χρηματικής αποζημιώσεως, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 6/2009). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι με το να επιδικάσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα, οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ακρωτηριάσθηκε στη μεσότητα της δεξιάς κνήμης, το ποσό των 230.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από αυτό, λαμβάνοντας υπόψη, το γεγονός ότι αυτός ήταν ηλικίας 26 ετών και έγγαμος, τις συνθήκες του ατυχήματος, το είδος της προσβολής και το βαθμό του πταίσματος των αναιρεσειόντων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, από τους οποίους η πρώτη είναι ανώνυμη εταιρεία παραγωγής προκατασκευασμένων δομικών στοιχείων από σκυρόδεμα, παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) την κατ' άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας για το άρθρο 932 Α.Κ.
Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, απαράδεκτος, γιατί η ως άνω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/2/2010 αίτηση για αναίρεση της 5673/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ