Supreme Court dismisses appeal on merits, rejecting arguments regarding inadmissible evidence and witness testimony in a debt contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the wife and husband against the appellate court's decision in a debt contract dispute. The appellants argued that the lower court improperly admitted a single-witness certificate and witness testimony to prove the existence and content of a loan agreement exceeding 20,000 euros. The court rejected these claims, finding that the primary court had based its judgment on the defendants' admissions derived from the default judgment rather than the disputed evidentiary means.
Legislator headnote
AI generatedArticles 271 para. 3 and 352 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine whether the lower court's decision rests on inadmissible evidence or witness testimony, or if it is based on admissions made by the defendants in the default judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 905 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 905/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγηγτή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α., συζύγου Χ. Α. και 2) Χ. Α. του Α., αμφοτέρων κατοίκων ... Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δήμο, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χρυσικάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 817/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2340/2014 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε η από 10-12-2014 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3248/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-6-2017 αίτησή τους και τους από 8-1-2024 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο αιτών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολ.ΑΠ 8/2009, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1863/2017).
Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 171/2020, 209/2019, 782/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1251/2021, ΑΠ 102/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Σ. Π. άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Σ. Α. και Χ. Α., την από 3.3.2008 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι τελευταίοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 127.480,56 ευρώ, λόγω ισόποσου δανείου το οποίο είχαν λάβει από αυτόν και το οποίο είχαν υποσχεθεί να του αποδώσουν έως τα τέλη του έτους 2006.
Η αγωγή αυτή, μετά από αναβολή, συζητήθηκε ερήμην των εναγομένων την 27.10.2011 και ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 817/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη, λόγω της ερημοδικίας των εναγομένων, και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το άνω ποσό των 127.480,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.1.2007 και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι εναγόμενοι άσκησαν την από 11-6-2012 έφεση, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η εναντίον τους ως άνω αγωγή. Η συζήτηση της έφεσης αυτής, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε, με επίσπευση του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, για τη δικάσιμο της 16.5.2013, ακριβές δε αντίγραφο της έφεσης, με πράξη καταθέσεως και κλήσεως προς συζήτηση για την άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε κάθε εκκαλούντα - εναγόμενο.
Κατά την άνω δικάσιμο παραστάθηκαν οι μεν εκκαλούντες διά πληρεξουσίου δικηγόρου, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, o δε εφεσίβλητος μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ενώ η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 6.3.2014. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, o εφεσίβλητος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, χωρίς προηγουμένως να καταθέσει ιδιαίτερες προτάσεις, ενώ, αντιθέτως, οι εκκαλούντες δεν παραστάθηκαν.
Ακολούθως, το Εφετείο, με την υπ' αριθ. 2340/2014 απόφασή του, θεωρώντας ότι οι προτάσεις του εφεσιβλήτου κατά την προηγηθείσα δικάσιμο της 13-5-2013 έχουν κατατεθεί εμπροθέσμως και ισχύουν και για τη μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης και επομένως αυτός παρίστατο προσηκόντως, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ανωτέρω ερημοδικασθέντες εναγόμενοι - εκκαλούντες την από 10.12.2014 ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενοι ότι από λόγους ανώτερης βίας και δη σοβαρής ασθένειας του δεύτερου εξ αυτών, δεν μπόρεσαν να καταθέσουν έγκαιρα προτάσεις και να παρασταθούν ενώπιον του Εφετείου. Η ανακοπή αυτή ερημοδικίας συζητήθηκε την 27.10.2016, αντιμωλία των διαδίκων, και απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 3248/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι ο άνω μοναδικός λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος, καθόσον το επικαλούμενο γεγονός της ασθένειας του δεύτερου των εκκαλούντων δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας.
Κατ' αυτής της απόφασης του Εφετείου Αθηνών άσκησαν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες την υπό κρίση από 8.6.2017 αίτηση αναιρέσεως, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Χρήστου Δήμου, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί, με την επιμέλεια της πρώτης αναιρεσείουσας, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 12-2-2024, αντίγραφο δε της αίτησης αναιρέσεως, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (12-2-2024) και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της πρώτης αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Στη συνέχεια, η πρώτη αναιρεσείουσα άσκησε και τους από 8.1.2024 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, τόσο κατά της άνω υπ' αριθ. 3248/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους ενάγοντες ανακοπή ερημοδικίας, όσο και κατά της προηγηθείσης υπ' αριθ. 2340/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η άνω έφεση των εναγομένων ως ανυποστήρικτη, καθώς και κατά της υπ' αριθ. 817/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ο δεύτερος αναιρεσείων, Χ. Α., ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα Σ. Α. εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δήμο, ο οποίος και προσκόμισε τα σχετικά ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια (υπ' αριθ. ....2022 δικαστικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Ε.
Κ. και ....2024 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α.), από τα οποία προκύπτει ότι έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης αναιρεσείουσας. Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος δεύτερος αναιρεσείων είχε επισπεύσει και ο ίδιος έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει στον ως άνω φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο του πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από την παριστάμενη, απλή ομόδικο, πρώτη αναιρεσείουσα που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση ή από τον αναιρεσίβλητο. Και ναι μεν η παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα αναφέρει στις προτάσεις της ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, σύζυγός της, έχει ήδη αποβιώσει, προσκομίζοντας και την υπ' αριθ.
πρωτ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου, από την οποία προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων απεβίωσε την ..., δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, πλην όμως δεν προέβη σε δήλωση βιαίας διακοπής της δίκης ως προς αυτόν. Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.3 εδάφ. β` ΚΠολΔ, όπως το εδάφ.
β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, ενόψει και του ότι η διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του διαδίκου δεν προκαλείται αυτοδικαίως, αλλά χρειάζεται η νόμιμη γνωστοποίησή του σύμφωνα με το άρθρο 287 ΚΠολΔ (ΑΠ 2/2023), να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα και να διαταχθεί ως προς αυτόν ο χωρισμός της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η αίτηση να ερευνηθεί πλέον ως προς την πρώτη μόνο παριστάμενη αναιρεσείουσα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή.
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 121/2021, ΑΠ 905/2019, ΑΠ 243/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ` ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 294/2023, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 1281/2018, ΑΠ 1506/2013, ΑΠ 1347/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, που κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2.
Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης μπορεί να προσβληθεί μόνο απόφαση που έχει προσβληθεί και με την αίτηση αναίρεσης ή θεωρείται, σύμφωνα με τα άρθρα 553 παρ. 2 και 554 του ΚΠολΔ, ότι έχει συμπροσβληθεί με αυτήν ή έχει ενσωματωθεί σε αυτήν, όπως συμβαίνει με την απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που θεωρείται ότι ενσωματώνεται στην προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση του Εφετείου η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκηθεί κατ` αυτής.
Τέλος, τόσο με την αίτηση αναίρεσης, όσο και με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης μπορούν να προβληθούν σφάλματα μόνο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ή της απόφασης που θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με αυτήν ή ενσωματώνεται σε αυτήν, από εκείνα που ιδρύουν τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 448/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την κρινόμενη από 8.6.2017 αίτηση αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3248/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10.12.2014 ανακοπή ερημοδικίας τους κατά της υπ' αριθ. 2340/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η άνω έφεση τους ως ανυποστήρικτη, επί τω τέλει όπως εξαφανισθεί η άνω απόφαση και εκδικαζομένης εκ νέου κατ' ουσίαν της υποθέσεως, γίνει δεκτή η άνω ανακοπή ερημοδικίας.
Ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 8.6.2017 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3248/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε, με επίσπευση της πρώτης αναιρεσείουσας, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (12.2.2024). Στη συνέχεια η πρώτη αναιρεσείουσα άσκησε και πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, με το από 8.1.2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 10.1.2024, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, τόσο κατά της άνω υπ' αριθ. 3248/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όσο και κατά της προηγηθείσας υπ' αριθ. 2340/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η άνω έφεση των εναγομένων ως ανυποστήρικτη, καθώς και κατά της υπ' αριθ. 817/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Από την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Δ. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία και επέσπευσε τη συζήτηση, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 10.1.2024, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί, και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω από 8.6.2017 αίτηση αναιρέσεως, καθόσον μ' αυτήν θεωρείται ότι πλήττεται και η εκδοθείσα ερήμην των εκκαλούντων υπ` αριθ. 2340/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στην οποία, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων στην κατ` έφεση δίκη, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, τα επικαλούμενα σφάλματα της οποίας παραδεκτά προβάλλονται ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους.
Κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης, που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992).
Ειδικότερα, ως ανωτέρα βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός, παρακωλυτικό της εμφάνισης του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υπόθεσής του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Γεγονότα ανώτερης βίας είναι δυνατόν να θεωρηθούν, μεταξύ άλλων, η αιφνίδια ασθένεια ή τυχόν ατύχημα, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όπως και κάθε άλλο, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξης, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επί πλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 544/2016, ΑΠ 1568/2013).
Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί και η αιφνίδια βαριά ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξαιτίας αυτής αδυναμία παραστάσεώς του και νομιμοποιήσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Δεν εμπίπτει όμως στην παραπάνω έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου ή συγγενικού του προσώπου που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παραστεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του (ΑΠ 141/2005, ΑΠ 740/1997).
Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανωτέρα βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κυρώσεως που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανωτέρα βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.
Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανωτέρα βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξειδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 289/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 1260/2010).
Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως, η συνδρομή αυτής καθ` εαυτής της ανωτέρας βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, για να διαπιστωθεί, εάν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανωτέρα βία, στο πλαίσιο της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 219/2016), αλλά και με τη διάταξη του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 294/2023, ΑΠ 741/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 9/2011, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 294/2023, ΑΠ 615/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείοντες με την από 10.12.2014 ανακοπή ερημοδικίας, ζήτησαν να εξαφανιστεί η υπ' αριθ. 3248/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10.12.2014 ανακοπή ερημοδικίας τους κατά της υπ' αριθ. 2340/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην τους και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 11.6.2012 έφεσή τους κατά της υπ' αριθ. 817/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι τη συνδρομή περίπτωσης ανώτερης βίας, συνεπεία της οποίας δεν μπόρεσαν να καταθέσουν έγκαιρα προτάσεις και να παρασταθούν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, με την ανακοπή τους, ότι ο δεύτερος από αυτούς Χ. Α., σύζυγος της πρώτης, τον Νοέμβριο του 2013 ασθένησε πολύ βαριά και συγκεκριμένα προσεβλήθη από καρκίνο του πνεύμονα και υποβλήθηκε σε εγχείριση στο αναφερόμενο νοσοκομείο των Αθηνών, όπου του αφαιρέθηκε ο μισός πνεύμονας.
Ότι νοσηλεύθηκε μέχρι τις αρχές του 2014, παραμένοντας, λόγω της βαριάς κατάστασής του, κλινήρης και υποβαλλόμενος, εκτός της άλλης αγωγής, και σε επίπονες χημειοθεραπείες, Ότι τον Ιανουάριο του 2014 υπέστη και έμφραγμα του μυοκαρδίου, που είχε ως αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο των Αθηνών από 18.1.2014 μέχρι 21.1.2014.
Ότι οι ιατροί συνέστησαν απόλυτη ακινησία, συνέχιση της ήδη βαριάς χημειοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής και αποφυγή κάθε επίπονης δραστηριότητας, όπως και κάθε δραστηριότητας που επέφερε ψυχική φόρτιση. Ότι έτσι η ήδη πολύ βαριά κατάστασή του επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα να είναι απολύτως αδύνατο να μεριμνήσει για κάθε υπόθεσή του και φυσικά για την προετοιμασία και συζήτηση της άνω έφεσης (όπως προκατάθεση προτάσεων) αλλά και να επικοινωνήσει ή να συνεργαστεί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους για τη διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων για τη συζήτηση της έφεσης (όπως κατάθεση προτάσεων και παράσταση στο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 6.3.2014).
Ότι στην ίδια απόλυτη αδυναμία βρέθηκε και η πρώτη από αυτούς, σύζυγός του δεύτερου, η οποία ήταν υποχρεωμένη λόγω της κατάστασης της υγείας του συζύγου της να παρευρίσκεται διαρκώς δίπλα του και να τον φροντίζει επί 24ώρου βάσεως, ώστε δεν ήταν ούτε σε εκείνη δυνατόν να συνεργαστεί με δικηγόρο για τη διενέργεια όλων των απαιτούμενων πράξεων (κατάθεση προτάσεων και παράσταση στο δικαστήριο) κατά την άνω δικάσιμο.
Ότι εξαιτίας της άνω κατάστασης, που συνεχίσθηκε μέχρι τον Απρίλιο του 2014, δεν μπόρεσαν να καταθέσουν προτάσεις προ εικοσαημέρου από την άνω δικάσιμο της 6.3.2014, ούτε να παρασταθούν κατά τη δικάσιμο αυτή, ούτε και να συνεργαστούν με δικηγόρο, προκειμένου να επιχειρήσει εκείνος τις άνω πράξεις, καθόσον λόγω της βαριάς ασθένειας του δεύτερου από αυτούς, που εμπόδιζε και την πρώτη, υπήρχε απόλυτη αδυναμία συνεργασίας με δικηγόρο, έτσι δε δικάστηκαν ερήμην και η έφεσή τους απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3248/2016 απόφασή του, απέρριψε τον άνω επικαλούμενο μοναδικό λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμο και συνακόλουθα απέρριψε και την ανακοπή στο σύνολο της, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Με τον λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η απουσία τους, κατά τη δικάσιμο της 6-3-2014, οπότε συζητήθηκε ερήμην τους η από 11-6-2012 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη 2340/2014 απόφαση, οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι ο πρώτος ανακόπτων, σύζυγος της δεύτερης, τον Νοέμβριο του 2013, ασθένησε βαριά από καρκίνο του πνεύμονα, και υποβλήθηκε σε εγχείριση στο αναφερόμενο νοσοκομείο των Αθηνών, όπου και νοσηλεύθηκε μέχρι τις αρχές του 2014. Ακόμα ότι τον Ιανουάριο του 2014 υπέστη και έμφραγμα του μυοκαρδίου που είχε ως αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο των Αθηνών από 18-1-2014 μέχρι 21-1-2014.
Ότι λόγω της κατάστασής του, που ήταν αρκετά σοβαρή, ήταν αδύνατο να μεριμνήσει για οποιαδήποτε υπόθεσή του και φυσικά και για την προετοιμασία της ως άνω έφεσής του, να επικοινωνήσει ή να συνεργαστεί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, όπως για κατάθεση προτάσεων κατά τη δικάσιμο της 6-3-2014, κι ότι στην ίδια αδυναμία βρισκόταν και η δεύτερη εξ αυτών, σύζυγός του πρώτου, η οποία ήταν υποχρεωμένη λόγω της κατάστασης της υγείας του συζύγου της (πρώτου εκκαλούντος) να βρίσκεται συνεχώς δίπλα του.
Το γεγονός ωστόσο αυτό, που επικαλούνται οι ανακόπτοντες, για να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνισή τους στο Εφετείο και εντεύθεν την ερημοδικία τους, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας με την έννοια που αναφέρεται στην αρχή αυτής της σκέψεως, καθόσον, η ασθένεια του πρώτου, δεν παρεμπόδιζε αυτούς να παραστούν ενώπιον του Εφετείου να υποστηρίξουν την ένδικη έφεσή τους δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τον οποίο μπορούσαν να ειδοποιήσουν σχετικά ακόμη και τηλεφωνικά, δυναμένου του τελευταίου τούτου να ζητήσει ακόμη και την αναβολή της συζητήσεως της έφεσης.
Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η δεύτερη ανακόπτουσα δεν επικαλείται κανένα σοβαρό λόγο, που να την εμπόδιζε να παραστεί στο Δικαστήριο.
Συνεπώς, o επικαλούμενος μοναδικός λόγος της ανακοπής, είναι μη νόμιμος (ΑΠ 141/2005...) κι ως εκ τούτου απορριπτέος όπως και η ανακοπή στο σύνολο της.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δη τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ως προς την έννοια της ανώτερης βίας ως λόγο ανακοπής ερημοδικίας και ορθά συνεπώς έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της ανακοπής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, αφού πράγματι η επικαλούμενη ασθένεια του δεύτερου ανακόπτοντος, συζύγου της πρώτης, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας, εξαιτίας της οποίας οι ανακόπτοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να εκπροσωπηθούν κατά τη δικάσιμο της 6.3.2014 από πληρεξούσιο δικηγόρο, καθόσον, η επικαλούμενη ασθένεια του δεύτερου ανακόπτοντος, δεν παρεμπόδιζε αυτούς και ιδίως τη δεύτερη ανακόπτουσα να παραστούν ενώπιον του Εφετείου και να υποστηρίξουν την ένδικη έφεσή τους δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τον οποίο μπορούσαν να ειδοποιήσουν σχετικά ακόμη και τηλεφωνικά, ενόψει και του ότι κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συζήτησης της έφεσης, ήτοι την 16.5.2013, είχαν παρασταθεί αυτοί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ο οποίος και τότε δεν είχε καταθέσει εμπρόθεσμα προτάσεις, και συνεπώς ευχερώς μπορούσε η πρώτη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα να ειδοποιήσει και τηλεφωνικά τον εν λόγω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ώστε να τους εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της έφεσης.
Επομένως, τόσο ο τρίτος κύριος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για μη λήψη υπόψη των όσων επικαλούνταν με την ανακοπή της, όσο και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του οποίου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η πρώτη αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την άνω διάταξης του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ενώ ήταν εφαρμοστέα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η πρώτη αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο κύριους λόγους αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τους δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι χωρίς αιτιολογίες και, σε κάθε περίπτωση, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας και στέρησε αυτή νόμιμης βάσης.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, αλλά, αντίθετα, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3248/2016 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο τον περί ανωτέρας βίας μοναδικό λόγο της ανακοπής ερημοδικίας της πρώτης αναιρεσείουσας.
Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος κύριος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκε και προσκόμισε και δη των ιατρικών εγγράφων από τα οποία αποδεικνύονταν οι διαλαμβανόμενοι στην ανακοπή της ισχυρισμοί περί συνδρομής ανωτέρας βίας, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσε να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της έφεσής της, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμο τον περί ανωτέρας βίας μοναδικό λόγο της ανακοπής ερημοδικίας της πρώτης αναιρεσείουσας και συνακόλουθα και την ανακοπή, στηριζόμενο μόνο στα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της ανακοπής της πραγματικά περιστατικά.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με τη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου.
Ο δανειστής, έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και να εισφέρει τούτο στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου. Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρεώσεως για καταβολή τόκων, αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν.
Η κατά τα άνω δε μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειακής σύμβασης, ώστε σε περίπτωση που ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου. Για τη σύσταση λοιπόν του δανείου, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας γίνεται αμέσως ή εμμέσως από τον δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (ΑΠ 667/2022, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1490/2013).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η απόδοση δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα, αρκεί η αναφορά ότι μεταβιβάσθηκε από τον δανειστή προς τον οφειλέτη κατά κυριότητα ορισμένο χρηματικό ποσό λόγω δανείου (ΑΠ 1182/2019, ΑΠ 889/2010). Δεν είναι δε αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο λόγος για τον οποίο δόθηκε το δάνειο, ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθε το δανεισθέν χρηματικό ποσό στο δανειστή και ο χρόνος παράδοσης (ΑΠ 1182/2019, ΑΠ 1510/2011, ΑΠ 663/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 3.3.2008 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ισχυρισθεί τα εξής: Ότι συνδεόταν από δεκαετίας με άρρηκτους δεσμούς φιλίας με τους εναγόμενους, κατά τρόπο ώστε οι τελευταίοι, έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του, ζήτησαν και έλαβαν από αυτόν στα τέλη του 1998 το ποσό του 1.000.000 δρχ, προκειμένου να καλύψουν τη δαπάνη ανέγερσης της επί της οδού ..., στην ..., κειμένης οικοδομής.
Ότι έκτοτε αυτοί ελάμβαναν μηνιαίως και άλλα ποσά, διαβεβαιώνοντάς τον για την επιστροφή τους μετά τη λήψη τραπεζικού δανείου και την είσπραξη τιμήματος από την πώληση ακινήτων στην Αχαϊα, πλην όμως, αν και μέχρι το τέλος του έτους 2006 του είχαν αποσπάσει τμηματικά το συνολικό ποσό των 43.439.000 δρχ, ήτοι το ποσό των 127.480,56 ευρώ, υποσχόμενοι την απόδοσή του στο τέλος του έτους 2006, ουδέν μέχρι σήμερα έχουν καταβάλει εκ του άνω χρέους, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του.
Ότι για το λόγο αυτό κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση δανείου, με την από 30.11.2007 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία, και κάλεσε τους εναγόμενους να του επιστρέψουν το άνω ποσό εντός μηνός, πλην όμως αυτοί αμφισβήτησαν το ύψος του και αρνήθηκαν ακόμη και τη λήψη του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αγναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 127.480,56 ευρώ.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου να ζητήσει από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να του αποδώσουν το ποσό της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης δανείου.
Ειδικότερα, ρητά διαλαμβάνεται στην αγωγή η κατάρτιση σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων, το ποσό του δανείου, ο τρόπος καταβολής του και η μη απόδοσή του από τους αναιρεσείοντες. Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 817/2012 απόφασή του, η οποία ενσωματώθηκε στην με αριθ. 2340/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των εναγομένων ως ανυποστήρικτη, έκρινε ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα τα αναγκαία για το παραδεκτό του δικογράφου της στοιχεία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και, ως εκ τούτου, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η παρισταμένη πρώτη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Τέτοια περίπτωση προβλέπεται από το άρθρο 393 του ΚΠολΔ, όπως οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 38 Ν. 3994/2011 και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, κατά το οποίο "1. Συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. 2.
Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τις είκοσι χιλιάδες. 3. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου".
Για να είναι όμως λυσιτελής ο πιο πάνω λόγος της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχτηκε κυρίως στα αποδεικτικά αυτά μέσα για να καταλήξει στο πόρισμά του. Δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίχτηκε σ' αυτά, αλλά για να καταλήξει στο πόρισμά του στηρίχθηκε σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1868/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την εκδοθείσα ερήμην της υπ' αριθ. 817/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ενσωματώθηκε στην με αριθ. 2340/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, αποδίδοντας σ' αυτήν την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι, για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και δη την απόδειξη της επικαλούμενης από αυτόν σύμβασης δανείου εντολής και του περιεχομένου της, η αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, δέχθηκε την εμμάρτυρη απόδειξη και έλαβε υπόψη μαρτυρική κατάθεση για την απόδειξη της επίδικης σύμβασης δανείου και του περιεχομένου της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον, από την επισκόπηση της ενσωματωθείσας στην προσβαλλόμενη με αριθ. 2340/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, λόγω του ότι θεώρησε ως ομολογημένους, σύμφωνα με τα άρθρα 271 παρ. 3 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος περί καταρτίσεως συμβάσεως δανείου με τους εναγόμενους και μη αποδόσεώς του, και όχι επειδή δέχθηκε την εμμάρτυρη απόδειξη και έλαβε υπόψη μαρτυρική κατάθεση για την απόδειξη της επίδικης σύμβασης δανείου και του περιεχομένου της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Έτσι, όμως, δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αριθ. 11γ' του άρθρου ΚΠολΔ, αφού η συμπροσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση δεν στηρίχτηκε στις καταθέσεις μαρτύρων για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του αλλά στην συναγόμενη εκ της ερημοδικίας των εναγομένων ομολογία τους. Κατόπιν όλων αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, ως προς την παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8 Ιουνίου 2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 3248/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, Χ. Α. του Α.
Απορρίπτει την άνω αίτηση αναιρέσεως και τους από 8 Ιανουαρίου 2024 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3248/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης μ' αυτήν υπ` αριθ. 2340/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της ενσωματωθείσης σ' αυτήν υπ' αριθ. 817/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα, Σ. συζ. Χ. Α.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και Καταδικάζει την παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ