Supreme Court dismisses appeal on pledge of non-monetary claim as it concerns immovable property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a pledge contract. The appellants argued that a claim for land share transfer could be pledged, but the court held that such claims involve immovable property and thus cannot be pledged under the relevant law. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the lower court's ruling was upheld.
Legislator headnote
AI generatedΝΔ 17.07/13.08/1923: A claim for the transfer of shares in an immovable property cannot constitute the subject matter of a pledge contract because it involves immovable property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 905 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 905/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στην ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτκό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην ..., τεθείσας υπό εκκαθάριση, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καμπά και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14574/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1577/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 19/10/2015 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 744/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.
Εκδόθηκε η 11/2018 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η οποία ανέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Α1 Πολιτικό Τμήμα για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 31/7/2018 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αναστασία Μουζάκη ανέγνωσε την από 6/9/2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο τέταρτος λόγοι της αιτήσεως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 31-7-2018 κλήση οι αναιρεσείουσες νόμιμα φέρουν προς συζήτηση την από 19-10-2015 αίτησή τους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1577/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την εξέταση και των λοιπών λόγων αυτής, πλην του πρώτου, μετά την αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Α1 Τμήματος με την υπ' αριθμ. 11/2018 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (αρθ. 580 §4 Κ ΠολΔ), με την οποία κρίθηκε βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που παραπέμφθηκε σ' αυτήν με την υπ' αριθμ.744/2017 απόφαση του ίδιου Τμήματος, τους οποίους (λοιπούς λόγους) είχε επιφυλαχθεί να ερευνήσει μετά την απόφαση της Ολομέλειας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, για το παραδεκτό της παρούσας συζήτησης (αρθ.76 παρ. 1,3,4 και 556,558 ΚΠολΔ), έχει επιδοθεί από τις αναιρεσείουσες αντίγραφο της κλήσης προς παράσταση στην παρούσα δικάσιμο και στο, μη ασκήσαν αίτηση αναίρεσης, τρίτο καθού η ανακοπή - εφεσίβλητο ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία", αφού αυτό τελεί σε σχέση αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας με τις πρώτη και δεύτερη καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσες, ως οφειλέτης της εκχωρηθείσας στην ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω ενεχύρου, απαίτησης της δεύτερης αναιρεσείουσας, προς μεταβίβαση του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος για ανοικοδόμηση κτιρίου επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του (βλ.
υπ' αριθμ. .../11-9-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Σ. Χ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 8-10-2012 ανακοπή της ζήτησε να ακυρωθεί η σε βάρος της δεύτερης των καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας αναγκαστική εκτέλεση, ,που επισπεύδεται δυνάμει της από 16-5-2012 κατασχετήριας δήλωσης της πρώτης καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας υπό την ιδιότητα της εκκαθαρίστριας της δεύτερης των καθών και της υπ'αριθμ. .../2012 περίληψης της κατασχετήριας δήλωσης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.
Μ.-Χ., κατά το μέρος που αφορά την εκχωρηθείσα σ' αυτή (ανακόπτουσα), λόγω ενεχύρου, απαίτησή της (ποσοστό εξ αδιαιρέτου οικοπέδου ως εργολαβικό αντάλλαγμα) έναντι του οικοπεδούχου τρίτου των καθών η ανακοπή. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ο οποίος και ενδιαφέρει, καθόσον μόνον αυτός μεταβιβάστηκε στο Εφετείο και αποτέλεσε και το αντικείμενο της αναιρετικής δίκης, ισχυρίσθηκε ότι με τη δεύτερη καθής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ", η οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, και διορίσθηκε ειδική εκκαθαρίστρια η πρώτη καθής με την υπ' αριθμό 1307/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, συνήψε την αναφερόμενη στην ανακοπή σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις αυξητικές συμβάσεις, με βάση τις οποίες χορήγησε σε αυτήν πίστωση μέχρι του ποσού των 20.000.000 ευρώ, ότι προς εξασφάλιση της απαίτησής της κατάρτισε με την ίδια (δεύτερη καθής), την από 19.11.2004 σύμβαση ενεχύρασης απαίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ/τος 17.7/13-8-1923, με βάση την οποία η τελευταία εκχώρησε το 1/3 της απαίτησης, που διατηρούσε επί της εργολαβικής αμοιβής, που δικαιούνταν με το υπ' αριθμό ...14-4-2000 προσύμφωνο πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Τ.
Μ.-Κ., με το οποίο το τρίτο καθού επιστημονικό και κοινωφελές ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία" ανέθεσε με το σύστημα της αντιπαροχής στις αναφερόμενες στην ανακοπή εργολήπτριες εταιρίες, μεταξύ των οποίων ήταν και αυτή ( δεύτερη καθής), να προβούν από κοινού σε ανέγερση οικοδομών σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην ..., έναντι αμοιβής συνισταμένης στην υποχρέωση μεταβίβασης σ' αυτές (εργολήπτριες εταιρίες) ποσοστού 580/000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και τις αντιστοιχούσες προκαθορισμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, το αντίγραφο δε της σύμβασης ενεχύρασης κοινοποιήθηκε στο τρίτο καθού ΝΠΙΔ (οικοπεδούχος), στον Υπουργό των Οικονομικών και στις εργολήπτριες εταιρίες, ότι η σύμβαση πίστωσης δεν εξελίχθηκε ομαλά και παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο, με αποτέλεσμα να καταγγείλει αυτήν, και με αίτηση της εκδόθηκαν οι υπ' αριθμό 34412-3/2005 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ότι η πρώτη καθής, με την ιδιότητα της ειδικής εκκαθαρίστριας, επιχείρησε την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της δεύτερης καθής με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, ο οποίος απέβη άκαρπος και στη συνέχεια άρχισε να εκποιεί τμηματικά το ενεργητικό της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης σε αυτό και της απαίτησης, που αφορά το εργολαβικό αντάλλαγμα, στα πλαίσια δε της διαδικασίας της εκτέλεσης επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση με την από 16.5.2012 κατασχετήρια δήλωση στην περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρίας και με την υπ' αριθμό .../2012 περίληψη- κατασχετήριας δήλωσης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.
Μ.- Χ. ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 17.10.2012. Περαιτέρω η ανακόπτουσα, ισχυριζόμενη ότι είναι αποκλειστική δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαίτησης, ζήτησε την ακύρωση της επισπευδόμενης από την πρώτη καθής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." σε βάρος της δεύτερης, με την ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας, ως άνω αναγκαστικής εκτέλεσης, αναφορικά με την κατάσχεση της εκχωρηθείσας στην ανακόπτουσα, λόγω ενεχύρου, απαίτησης του εργολαβικού ανταλλάγματος.
Επί της ανακοπής αυτής και του άνω λόγου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 14574/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος αυτός, ως μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,35,36,39,44 ν.δ. 17.7/13.8.1923,1209,1248 ΑΚ, 41 ΕισΝΑΚ,52 παρ.3 ΕισΝΚΠολΔ, η ως άνω σύμβαση ενεχύρου επί απαίτησης της δεύτερης των καθών για το προπεριγραφέν εργολαβικό αντάλλαγμα τυγχάνει άκυρη, αφού αν και έχει ως αντικείμενο την ενεχύραση μη χρηματικής απαίτησης και συγκεκριμένα της απαίτησης της εργολήπτριας δεύτερης των καθών για μεταβίβαση ποσοστών οικοπέδου από το τρίτο των καθών, αυτή (απαίτηση) αφορά σε ακίνητο και εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να ενεχυριασθεί, ενόψει ότι μόνο οι απαιτήσεις κινητών ενεχυριάζονται, άλλως, δηλαδή, εάν γινόταν δεκτή η ενεχυρίαση απαιτήσεων επί ακινήτων, η είσπραξή τους θα οδηγούσε στη σύσταση ενεχύρου επί ακινήτων.
Κατά της απόφασης αυτής η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 16-4-2014 έφεσή της, παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1577/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο με την απόφασή του αυτή δέχθηκε ότι ο άνω λόγος της ανακοπής είναι νόμιμος, διότι η ενεχύραση του εργολαβικού ανταλλάγματος με το από 19-11-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, αποτελεί περίπτωση εξασφαλιστικής (καταπιστευτικής εκχώρησης), με έννομη συνέπεια να μην εφαρμόζονται οι κοινές περί ενεχύρου διατάξεις (ΑΚ 1248), αλλά οι ειδικές διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 17.7/13.8.1923 και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 39, από την οποία προκύπτει ότι εξομοιώνεται η ενεχύραση απαιτήσεως προς εξασφαλιστική εκχώρηση και η είσπραξή της εκ μέρους της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας γίνεται με ρευστοποίησή της, μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, που προβλέπεται στο άρθρο 42 του νδ, έτσι ώστε να μην υφίσταται περιθώριο για μετατροπή του ενεχύρου σε ενέχυρο επί ακινήτου.
Μετά ταύτα εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας. Δέχτηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής και την ανακοπή, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς των καθών η ανακοπή περί ακυρότητας του ενεχύρου και λόγω έλλειψης εξουσίας διαθέσεως εκ μέρους της δεύτερης από αυτές κατά το χρόνο σύστασης, αλλά και λόγω του ότι κατά τον ίδιο χρόνο δεν είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του έργου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η κατάσχεση του εργολαβικού ανταλλάγματος και εντεύθεν η εκχώρηση της σχετικής απαίτησης και εν τέλει ακύρωσε την αναγκαστική εκτέλεση.
Κατά της απόφασης αυτής η πρώτη και δεύτερη των καθών η ανακοπή εφεσίβλητες άσκησαν την από 19.10.2015 αίτηση αναίρεσης. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενες, ότι το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου από τα άρθρα 35, 39, 40 παρ. 1, 42 παρ. 1 44, 45 και 47 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, ως και του άρθρου 455 ΑΚ.
Με την υπ' αριθ.744/2017 απόφαση ο Άρειος Πάγος (Α1 Τμήμα) έκρινε ότι με τον αναιρετικό αυτό λόγο τίθεται το εξαιρετικής σημασίας ζήτημα: αν υπό την ισχύ των ρυθμίσεων των ανωτέρω διατάξεων του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923 και στο μέτρο που συμπληρώνονται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1247- 1256 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσει, εγκύρως, αντικείμενο ενεχυρίασης, η απαίτηση του εργολάβου, από προσύμφωνο, κατά του οικοπεδούχου, προς μεταβίβαση σ' αυτόν των συμφωνηθέντων εξ αδιαιρέτου ποσοστών συγκυριότητας σε ακίνητο, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, με τη θεμελιωτική της παραδοχής αυτής αιτιολογία, ότι η είσπραξη της εξομοιούμενης με εξασφαλιστική εκχώρηση ενεχυριασμένης αυτής απαίτησης γίνεται, αποκλειστικά, με ρευστοποίηση της μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε δεν τίθεται ζήτημα έμμεσης σύστασης ενεχύρου σε ακίνητο ή αν, αντιθέτως, αντικείμενο τέτοιας ενεχυρίασης δεν μπορεί να αποτελέσει η αφορώσα ακίνητο παραπάνω απαίτηση, καθόσον η είσπραξή της θα οδηγούσε, εκ των πραγμάτων, ανεπιτρέπτως, σε σύσταση ενεχύρου επί ακινήτου και τούτο δεν παραλλάσσει, ακόμη και με την παραδοχή, ότι η είσπραξη από τον εκδοχέα της ενεχυριασθείσας απαίτησης, με τους όρους του ανωτέρω ν.δ/τος, μπορεί να λάβει χώρα μόνο με ρευστοποίησή της, με αναγκαστική εκτέλεση, κατά το άρθρο 42 αυτού, διότι στην περίπτωση αυτή, το πλειστηρίασμα προέρχεται από τη ρευστοποίηση του μη χρηματικού ενεχυριάσματος, που αφορά ακίνητο, με αποτέλεσμα το ενέχυρο επί της μη χρηματικής ονομαστικής απαίτησης να λειτουργεί, ως ενέχυρο επί ακινήτου, σε περίπτωση δε αναγγελίας περισσότερων δανειστών, μη επάρκειας του πλειστηριάσματος και κατάταξης ενώπιον συμ/φου (άρθρα 42 παρ. 1, 3 και 45 ως άνω ν.δ.) η ενεχυρούχος πιστώτρια θα ικανοποιηθεί προνομιακώς, ως έχουσα δικαίωμα ενεχύρου, αλλά από πλειστηρίασμα προερχόμενο από ρευστοποίηση μη χρηματικής απαίτησης που αφορά ακίνητο και παρέπεμψε με ομόφωνη απόφαση το λόγο αυτό αναίρεσης στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αναβάλλοντας τη συζήτηση αυτής ως προς τους λοιπούς λόγους.
Στη συνέχεια η πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 11/2018 απόφασή της δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, ότι το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 35,39,40 παρ. 1, 42,44,47 παρ. 1 ν.δ. 17.07/13-08.1923, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ειδικότερα δέχτηκε ότι από τις ανωτέρω διατάξεις του νδ σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1247,1248,1252 ΑΚ, στο βαθμό που βρίσκουν συμπληρωματική εφαρμογή, προκύπτει ότι αντικείμενο ενεχυρίασης δεν μπορεί να αποτελέσει ονομαστική απαίτηση που αφορά ακίνητο, καθόσον η είσπραξή της θα οδηγούσε εκ των πραγμάτων, ανεπιτρέπτως, σε σύσταση ενεχύρου επί ακινήτου και συνεπώς δεν μπορούσε εγκύρως να αποτελέσει αντικείμενο ενεχυρίασης, κατά τις διατάξεις του ανωτέρω νδ, η απαίτηση του εργολάβου από προσύμφωνο κατά του οικοπεδούχου, να του μεταβιβάσει τα συμφωνηθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας σε ακίνητο, ως εργολαβικό αντάλλαγμα.
Ακολούθως, δέχτηκε ότι ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι βάσιμος και ανέπεμψε την υπόθεση στο παρόν ΑΙ Τμήμα του Αρείου Πάγου για την έρευνα και των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Οι αναιρεσείουσες, με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 480,489,495,748,775,785,788 ,793 ΑΚ και 236,239 παρ. 1,2 ΑΚ, αντίστοιχα, αποδίδοντας σ' αυτή τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επίδικη απαίτηση αποτέλεσε εγκύρως αντικείμενο σύμβασης ενεχύρου, δεν εφάρμοσε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις, αφού έκρινε ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ως μέλος της εργολήπτριας άτυπης κοινοπραξίας είχε δικαίωμα προς μονομερή ενεχυρίαση της ένδικης απαίτησης επί του εργολαβικού ανταλλάγματος, επειδή είχε εξουσία διαθέσεως, λόγω της συναινέσεως των λοιπών εργοληπτριών εταιριών, άλλως της εγκρίσεως και επικτήσεως του διατεθέντος δικαιώματος.
Επίσης, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο πλήττουν οι αναιρεσείουσες την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 4 παρ.1 και 4 Ν.4694/1930, ως έχει τροποποιηθεί και διατηρηθεί εν ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 11 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, αποδίδοντας σ' αυτή τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο δεν εφάρμοσε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα του αν κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης ενεχυρίασης της απαίτησης είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του έργου και είχε παρέλθει και ένας μήνας από την περάτωση αυτού, γεγονός που ασκούσε ουσιώδη επιρροή, σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, για το επιτρεπτό ή όχι κατάσχεσης του εργολαβικού ανταλλάγματος και εντεύθεν δυνατότητα ενεχυρίασης της σχετικής απαίτησης.
Περαιτέρω με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες : 1) από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 παρ.2 ν.4694/1930, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραλείποντας την εφαρμογή της ,ενώ αν εφαρμοζόταν θα κρινόταν ότι δεν ήταν έγκυρη η επίδικη σύμβαση ενεχυρίασης και 2) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα από τις αναιρεσείουσες ισχυρισμό περί του ανωτέρω ζητήματος.
Τέλος, με τον έκτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείουσες, ισχυριζόμενες ότι, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις ...-11-2004 και ...-4-2005 επιστολές του οικοπεδούχου προς τις εργολήπτριες εταιρείες, καθώς και την ...-3-2001 άδεια οικοδομής, προβάλλουν την αιτίαση για παράβαση από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί βάλλουν κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειουσών περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης ενεχυρίασης και λόγω έλλειψης εξουσίας διάθεσης του αντικειμένου της (εργολαβικού ανταλλάγματος) εκ μέρους της δεύτερης από αυτές, αλλά και διότι, κατά το χρόνο κατάρτισής της, δεν είχε παρέλθει μήνας από την αποπεράτωση του έργου και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η κατάσχεση του εργολαβικού ανταλλάγματος και εντεύθεν η εκχώρησή του.
Η εξέτασή τους προϋποθέτει ότι θα μπορούσε εγκύρως να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου, κατά τις διατάξεις του ΝΔ 17.07/13.08.1923, η ενεχυρασθείσα απαίτηση επί του εργολαβικού ανταλλάγματος. Με δεδομένο όμως ότι με την υπ' αριθ. 11/2018 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, κρίθηκε, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ότι η απαίτηση κατά του οικοπεδούχου προς μεταβίβαση, ως εργολαβικού ανταλλάγματος, των συμφωνημένων εξ αδιαιρέτου ποσοστών συγκυριότητας ακινήτου, δεν μπορούσε, εγκύρως, να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου, κατά τις διατάξεις του νδ 17.07/13.08.1923, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Κατ' ακολουθία, μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολο της και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και να δικασθεί η από 16-4-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 14574/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τον πρώτο λόγο της οποίας παραπονείτο, διότι το δικαστήριο αυτό είχε απορρίψει τον πρώτο λόγο ανακοπής της ως μη νόμιμο, δεχόμενο ότι η σύμβαση ενεχύρου επί απαίτησης της δεύτερης των καθών για το εργολαβικό αντάλλαγμα τυγχάνει άκυρη, αφού, αν και έχει ως αντικείμενο την ενεχύραση μη χρηματικής απαίτησης και συγκεκριμένα της απαίτησης της εργολήπτριας δεύτερης των καθών για μεταβίβαση ποσοστών οικοπέδου από την οικοπεδούχο, αυτή αφορά σε ακίνητο και εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου, κατά τις διατάξεις του ΝΔ 17.07/13.08/1923.
Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με βάση τις άνω παραδοχές της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, δεν έσφαλε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) παραπονείτο και ειδικότερα με το δεύτερο, διότι το Πρωτοδικείο με επάλληλη αιτιολογία, που αφορούσε στον πρώτο λόγο της ανακοπής, δέχτηκε, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της σύμβασης ενεχύρου δεν ήταν δυνατή η ενεχυρίαση της απαίτησης επί του εργολαβικού ανταλλάγματος, διότι δεν είχε ολοκληρωθεί το έργο και συνεπώς δεν ήταν ακατάσχετη και ανεκχώρητη και με τον τρίτο, διότι το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής εκ μέρους των καθών η ανακοπή -εφεσιβλήτων επίκλησης της ακυρότητας της σύμβασης ενεχύρου, για τον αμέσως παραπάνω λόγο, ως μη νόμιμο, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Ειδικότερα, προϋποθέτουν, ότι η απαίτηση κατά του οικοπεδούχου προς μεταβίβαση, ως εργολαβικού ανταλλάγματος, των συμφωνημένων εξ αδιαιρέτου ποσοστών συγκυριότητας ακινήτου, μπορούσε εγκύρως να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου, κατά τις διατάξεις του νδ 17.07/13.08.1923. Μετά, όμως, την απόρριψη, κατά τα παραπάνω, του πρώτου λόγου της έφεσης, κατά της άλλης αιτιολογίας της εκκαλούμενης απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ότι δεν μπορούσε εγκύρως να αποτελέσει αντικείμενο ενεχύρου, κατά τις διατάξεις του νδ 17.07/13.08.1923 η άνω απαίτηση, οι λόγοι αυτοί, ακόμη και σε περίπτωση βασιμότητάς τους, δεν ασκούν έννομη επιρροή.
Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων ως προς το σύνολο της αναιρετικής διαδικασίας αλλά και το δεύτερο βαθμό, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που παρουσίασε η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1577/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες, σ' αυτές.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 16-04-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 14574/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Αυγούστου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ