Legislator Case Law & Legislation
905/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment for failure to consider evidence.

Case Number 905/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a regional court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court violated substantive law by failing to recognize the respondent's ownership through long-term possession and by ignoring submitted witness testimony and photographs. The court rejected these claims, ruling that the appeal was inadmissible because the lower court had not overlooked the evidence but rather found it insufficient to prove the required legal conditions for ownership acquisition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 1041 and 1045 of the Civil Code: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if the court of first instance did not take into account legally submitted and offered evidence, or if the judgment lacks a legal basis and adequate reasoning on a matter of decisive importance.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility property ownership long-term possession substantive law violation evidence consideration judicial reasoning civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1041 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(4) of Decision 4055/2012
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 905 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 905/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χας Ε. Γ., το γένος Γ. Γ. και 2) Γ. Γ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Καραγεώργο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. χας Β. Μ., το γένος Ν. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Χατζηδημητρίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργαλαστής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/5/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 21/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση να το εξουσιάζει. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνιστάται στην πεποίθηση του έχοντος αυτή προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Εξάλλου κατά, τη διάταξη ,του άρθρου 569 αρθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, και, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται π αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, το δε δεύτερο ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζοντα, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από ,τα οποία πρόκυπτε, η συγκεκριμένη εφαρμογή τους Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφαση του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων πρoσέφυγε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει εφαρμογή των κανόνων αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα άσκησε την από 17-7-2008 διεκδικητική ακινήτου αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργαλαστής Μαγνησίας με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητα της επί του λεπτομερώς περιγραφομένου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 365 τετ. μέτρων και να διαταχθεί η απόδοση τούτου σ' αυτήν από τους αναιρεσείοντες εναγομένους οι οποίοι παράνομα κατέβαλαν και κατέχουν αυτό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αργαλαστής Μαγνησίας με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και η ασκηθείσα έφεση με την προσβαλλομένη υπ' 66/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως με αυτήν εγένοντο δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../7-5-1914 συμβολαίου διανομής του τότε συμβολαιογράφου Αργαλαστής Γεωργίου Κοτρώζου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του τέως Δήμου Σπαλάθρων στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό 55 οι αδελφοί Ν.

Γ. του Κ., πατέρας της ενάγουσας και Γ. Γ. του Κ., πατέρας της πρώτης εναγομένης, διένειμαν μεταξύ τους τρία ακίνητα συγκυριότητάς τους από την κληρονομία του πατέρα τους κατά τον ακόλουθο τρόπο: Ειδικότερα, διένειμαν το ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Αργαλαστής (επίδικο ακίνητο) σε δύο μερίδια, δια οροσήμων και το μεν μερίδιο προς δυσμάς έλαβε στην αποκλειστική κυριότητά του ο Ν.

Γ., το δε έτερο μερίδιο "προς ανατολάς" έλαβε στην αποκλειστική κυριότητά του ο Ν. Γ.. Κατά τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με τη διανομή σε δύο μερίδια δια οροσήμων, διένειμαν οι άνω αδελφοί και συγκύριοι και τα δύο έτερα ακίνητα, ελαιοπερίβολα ευρισκόμενα στη θέση "..." και στη θέση "..." αντίστοιχα. Από τον τρόπο αυτό της διανομής αποδεικνύεται ότι οι συγκύριοι διένειμαν μεταξύ τους τα εν λόγω ακίνητα μεταξύ των οποίων και το επίδικο, σε δύο ίσα μερίδια καθένα εξ αυτών, καθώς δεν γίνεται οποιαδήποτε ειδικότερη μνεία για τον τρόπο διανομής τους, με τη μεταβίβαση δηλαδή μεγαλύτερου ή μικρότερου μεριδίου σε καθένα από τους συγκυρίους σε οποιοδήποτε από τα διανεμηθέντα ακίνητα.

Περαιτέρω, το συνολικό εμβαδό του ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "...", πριν δηλαδή την άνω διανομή, ήταν 18 στρέμματα περίπου. Επίσης, η μάρτυρας απόδειξης, αδελφή της ενάγουσας από υιοθεσία, ηλικίας 85 ετών κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και έχουσα άμεση αντίληψη της κατά τα άνω διανομής κατέθεσε ότι οι εν λόγω συγκύριοι αδελφοί έθεσαν τα ορόσημα στη μέση του μείζονος κοινού ακινήτου.

Επίσης η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι το μερίδιο του Ν. Γ. στο ακίνητο στη θέση ... ήταν οριοθετημένο με μεγάλες πέτρες, τοποθετημένες σταθερά μέσα στο έδαφος, καθώς και ότι τα ορόσημα που έθεσαν οι άνω συγκύριοι για την εν λόγω διανομή αποτελούνταν από μεγάλες πέτρες. Η ένορκη κατάθεση αυτή κρίνεται πειστική, ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και από κανένα στοιχείο δεν αμφισβητείται η αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής, μη αρκούντος του γεγονότος και μόνο της αδελφικής σχέσης της από υιοθεσία με την ενάγουσα, όπως αβάσιμα αμφισβητούν την αξιοπιστία της οι εναγόμενοι.

Επομένως, καθένα από τα άνω μερίδια μετά τη διανομή, έχουν εμβαδόν 9 στρέμματα περίπου. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο Ν. Γ. απεβίωσε το έτος 1948 και η περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνεται και το άνω δυτικό του διανεμηθέντος ακινήτου στη θέση "..." επήχθη στους κληρονόμους του και συγκεκριμένα στη σύζυγό του Αφροδίτη χήρα Ν.

Γ. και στα τέκνα του Ελευθέριο Γαλανό, Ελένη Γαλανού και την ενάγουσα, οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την άνω κληρονομία. Οι συγκληρονόμοι αυτοί μεταβίβασαν άτυπα το έτος 1962 τη νομή τους και τα ποσοστά της συγκυριότητάς τους στην ενάγουσα λόγω δωρεάς, η οποία έκτοτε άρχισε να ασκεί αυτή μόνη τις προσιδιάζουσες στο εν λόγω ακίνητο πράξεις νομής (επίβλεψη των ορίων και περίφραξη, καθαρισμός, καλλιέργεια των ελαιοδένδρων και συγκομιδή καρπών) με διάνοια κυρίου για ολόκληρο το ακίνητο, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ και από κανένα με οποιοδήποτε τρόπο που να υποδηλώνει αμφισβήτηση της νομής της, μέχρι το έτος 2006 τουλάχιστον.

Επομένως, η ενάγουσα ήδη κατά το έτος 1982 κατέστη αποκλειστική κυρία του άνω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, το ακριβές εμβαδό του ακινήτου αυτού δε, είναι 9.158 τ.μ. όπως αποτυπώνεται στο από μηνός Μαΐου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κρινόμενης αγωγής.

Σημειώνεται ότι για τη θεμελίωση της κυριότητας της ενάγουσας με τον άνω πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, δεν απαιτούνταν να γνωστοποιήσει αυτή στους λοιπούς συγκληρονόμους και συγκυρίους του ακινήτου ότι το νέμεται ολόκληρο με διάνοια κυρίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, διότι όπως προαναφέρθηκε, τα παραγωγικά της κτήσης κυριότητας περιστατικά, όπως εκτίθενται στην κρινόμενη αγωγή και αποδεικνύονται βάσιμα από ουσιαστική άποψη, αναφέρονται στην άτυπη παράδοση της νομής και των ποσοστών συγκυριότητας των άνω συγκληρονόμων λόγω δωρεάς προς την ενάγουσα.

Το έτος 1967 απεβίωσε και ο άνω Γ. Γ., αφήνοντας ιδιόγραφη διαθήκη του η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία. Με βάση τη διαθήκη αυτή η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε νομότυπα το έτος 1978, την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιαία ακίνητη περιουσία του πατέρα της στην οποία περιλαμβάνεται και ένα ελαιοπερίβολο, ευρισκόμενο στη θέση "..." με έκταση 4 στρέμματα περίπου, στο οποίο υπάρχουν 80 ελαιόδενδρα με όρια ιδιοκτησία κληρονόμων Ν.

Γ., Ν. Λ. Β., ... Μ. χήρας Γ. Κ. και αμαξιτή οδό. Το ακίνητο αυτό είναι το άνω ανατολικό μερίδιό της της κατά τα άνω διανομής, εντός του οποίου η πρώτη εναγομένη καλλιεργεί ελαιόδενδρα με τη συνδρομή του δευτέρου εναγομένου γιου της. Ο τελευταίος το έτος 2001, κατά την καλλιέργεια του άνω ακινήτου, έβγαλε από τα σημεία, όπου ήταν σταθερά τοποθετημένες στο έδαφος, τις μεγάλες πέτρες, που χρησίμευαν ως ορόσημα μεταξύ των διανεμηθέντων ακινήτων και της πέταξε, καταστρέφοντας τα διακριτά όρια των ακινήτων.

Άφησε μόνο στη θέση της, όπου βρίσκεται και σήμερα μόνο μία από τις άνω πέτρες και συγκεκριμένα αυτή που αποτυπώνεται στο σημείο 17 του άνω τοπογραφικού διαγράμματος. Μετά από την ενέργεια αυτή του δευτέρου εναγομένου, η ενάγουσα, προκειμένου να διαφυλάξει τα όρια του ακινήτου της, κατασκεύασε κατά το έτος 2001 ένα πέτρινο τοιχείο μήκους 20 μέτρων περίπου και ύψους 70 εκατοστών, όπως αποτυπώνεται από το σημείο 24 έως το σημείο 26 του άνω τοπογραφικού διαγράμματος, ενώ κατά το έτος 2003 κατασκεύασε έτερο πέτρινο τοιχείο (πεζούλα) μήκους 30 μέτρων όπως αποτυπώνεται από το σημείο 17 έως το σημείο 20 του ίδιου ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, ενώ κατά το έτος 2003 κατασκεύασε έτερο πέτρινο τοιχείο πεζούλα μήκους 30 μέτρων περίπου και ύψους 70 εκατοστών.

Το Μάρτιο του έτους 2006 ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας και για λογαριασμό της μητέρας του, πρώτης εναγομένης κατέστρεψε τα άνω δύο πέτρινα τοιχεία της ενάγουσας, πετώντας τις πέτρες, από τις οποίες ήταν αυτά κατασκευασμένα εντός του ακινήτου της ενάγουσας και έκτοτε κατέβαλαν τμήμα του ακινήτου της, έκτασης 365 τμ.

και συγκεκριμένα εδαφική λωρίδα που αποτυπώνεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 1α, β. γ, δ, ε, ζ, η, θ, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 1, αποβάλλοντας παράνομα την ενάγουσα από τη νομή της. επί του άνω τμήματος και αμφισβητώντας την κυριότητα της ως προς το τμήμα αυτό. Από τότε οι εναγόμενοι νέμονται και το τμήμα αυτό καλλιεργώντας το με ελαιόδενδρα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη εναγομένη με το από 17-6-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αγροκτήματος έχει εκμισθώσει στο δεύτερο εναγόμενο διάφορα αγροκτήματα μεταξύ των οποίων και το άνω ακίνητό της στη θέση "..." το οποίο δηλώνεται στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με έκταση 12 στρεμμάτων και με 180 ελαιόδενδρα εντός αυτού.

Η αύξηση του εμβαδού του εν λόγω ακινήτου της πρώτης εναγομένης από 4 στρέμματα περίπου το έτος 1978, όταν προέβη στην άνω αποδοχή κληρονομίας από τον πατέρα της, σε 12 στρέμματα το έτος 2008 κατά την άνω μίσθωση, από κανένα στοιχείο δεν δικαιολογείται από τους εναγομένους, οι οποίοι σε κανένα σημείο των προτάσεων τους, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, δεν αναφέρουν ποιο είναι το ακριβές εμβαδό του ακινήτου της πρώτης εναγομένης ούτε ποια ήταν τα όρια των άνω διανεμηθέντων ακινήτων και με ποιο τρόπο έγινε η διανομή του ακινήτου στη θέση "..." μεταξύ των αρχικών συγκυριών του, αλλά περιορίζονται μόνον στην άρνηση της κρινόμενης αγωγής, αρνούμενοι την ύπαρξη ορίων και το γεγονός ότι η διανομή έγινε σε ίσα μερίδια.

Τους άνω ισχυρισμούς τους δεν ενίσχυσε ούτε ο μάρτυρας ανταπόδειξης που εξετάστηκε με επιμέλειά τους στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς δεν είχε άμεση αντίληψη των συνθηκών της άνω διανομής μη γνωρίζοντας εάν το άνω ακίνητο διανεμήθηκε σε δύο ίσες μερίδες ούτε τα ακριβή όρια των διανεμηθέντων, εκφέροντας μόνο αόριστες εικασίες σχετικά με τον τρόπο της διανομής, ενώ περιορίστηκε να αναφέρει ότι τα διανεμηθέντα ακίνητα διακρίνονται "με το μάτι" όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε.

Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας δεν απέκλεισε την ύπαρξη των πέτρινων τοιχείων, καθώς λόγω της θέσης του ομόρου ακινήτου του ως προς τα ακίνητα των διαδίκων δεν έχει πλήρη ορατότητα σε όλη την έκταση αυτών, ώστε να μπορεί με βεβαιότητα να καταθέσει για τα εν λόγω όρια. Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι δεν υπάρχουν τα επικαλούμενα στην αγωγή ορόσημα και ότι τα όρια των διανεμηθέντων ακινήτων δεν μεταβλήθηκαν ποτέ και στη συνέχεια απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, έκανε δεκτή την αγωγή, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει διάφορη κρίση, αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη κυρία ενός τμήματος ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας … εμβαδού 365 τ.μ. και υποχρέωσε τους εναγομένους-αναιρεσείοντες να αποδώσουν στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη το ως άνω ακίνητο και να επανακατασκευάσουν τα πέτρινα τοιχεία που οι ίδιοι είχαν καταστρέψει.

Από το περιεχόμενο της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των αδελφών Ν. Γ. πατέρα της αναιρεσίβλητης και Γ. Γ. πατέρα της πρώτης αναιρεσείουσας στο υπ' αριθμ. .../7-5-1914 συμβόλαιο διανομής του τότε συμβολαιογράφου Αργαλαστής Γεωργίου Κοτρώζου ως προς τη διανομή του επιδίκου ακινήτου και του εμβαδού εκάστου των εδαφικών τμημάτων των προκυπτόντων από την εν λόγω διανομή.

Το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, προέβη στην ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των ως άνω δικαιοπρακτούντων με βάση τα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 ΑΚ τα οποία και ορθώς εφάρμοσε, αν και δεν αναφέρει ρητά τις διατάξεις αυτές του ΑΚ. Με βάση δεδομένα που η παραδοχή τους, εκφράζει την αντίληψη κάθε συνετού και έντιμου κοινωνικού ανθρώπου και που δεν προσκρούουν σε συναλλακτικά ήθη, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου ήχθη σε ερμηνεία των ως άνω δηλώσεων βουλήσεως, δεχόμενο ότι οι προαναφερόμενοι συγκύριοι, δικαιοπάροχοι των διαδίκων πρώτης αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, διένειμαν μεταξύ τους τα ακίνητά τους, μεταξύ των οποίων και το ακίνητο από το οποίο προήλθε το επίδικο εδαφικό τμήμα των 365 τετραγωνικών μέτρων σε δύο ίσα μερίδια.

Έτσι, όπως έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μολονότι δεν τα αναφέρει και ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων ως και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων εκδιδομένων επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, συγχωρείται αναίρεση μόνον 1ον) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 2ο) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ο νόμος ορίζει ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση 3ον) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα 4ον) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Οι λόγοι αναίρεσης ορίζονται περιοριστικώς στο ως άνω άρθρο και συνεπώς δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των παραπάνω αποφάσεων αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις ακόλουθες πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου: ότι το ως άνω δικαστήριο εκ πλαγίου παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ θεωρήσαν άνευ επαρκών αιτιολογιών ότι δεν αποδείχθηκαν τα συντρέχοντα στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας προσόντα της τακτικής αλλιώς της έκτακτης χρησικτησίας και ότι το ίδιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα αυταπόδειξης και τις δώδεκα (12) φωτογραφίες που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ως προς την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού τους ότι η πρώτη αναιρεσείουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης με τις ως άνω αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, παρά την επίκληση της παραβιάσεως του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ από τους αναιρεσείοντες αφορά σε έλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αυτής και σε μη λήψη υπόψη νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, λόγους για τους οποίους δεν δικαιολογείται, εν προκειμένω, αναίρεση και συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος σύμφωνα με τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη.

Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η από 8-5-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 66/2012 οριστικής αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ.4 όπως προστ. με άρθρο 12 παρ.4 4055/2012 και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατ' άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2012 αίτηση Ε. χας Ε. Γ. και Γ. Γ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 66/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ