Legislator Case Law & Legislation
905/2010 AI generated

Supreme Court refers appeal to Plenary Court on joint liability for piercing corporate veil in ship ownership.

Case Number 905/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court referred the first and third grounds of an appeal to the Plenary Court for decision. The appellant sought joint liability against two ship-owning companies, arguing the second company's veil was pierced due to the first shareholder's control and personal guarantees. The Court of First Instance rejected the claim against the second company, transferring liability solely to the controlling individual, while the Supreme Court found this interpretation required broader examination of joint responsibility principles.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 K.Pol.D.; Art. 563 para. 2 no. b K.Pol.D.: When piercing the corporate veil occurs due to abuse of legal personality, the court must determine whether joint and several liability applies to all entities in the group or only the controlling individual, a question requiring Plenary Court review.

Keywords

AI generated
piercing corporate veil joint and several liability abuse of legal personality ship ownership Supreme Court referral Plenary Court corporate veil

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 K.Pol.D.
Art. 563 para. 2 no. b K.Pol.D.
Art. 281 A.C.
ac
Art. 288 A.C.
ac
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 905 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 905/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρη Καραμήτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο την αλλαγή της επωνυμίας της παραπάνω εταιρείας σε "...". Των αναιρεσιβλήτων : 1.Ψ1 και 2. Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία κατά το καταστατικό εδρεύει στην ... και διατηρεί γραφείο στο .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Τιμαγένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1371/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά μερική παραδοχή του τρίτου λόγου της κρινομένης αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται από την εισηγήτρια και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους, στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, συνήθης μορφή ναυτιλιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι εκείνη που ο επιχειρηματίας, μη θέλοντας να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά σπουδαίως και όχι εικονικώς μία ή περισσότερες εταιρίες στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, οι οποίες αγοράζουν ένα (μονοβάπορες) ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε άμεσα είτε με την ανάθεση της διαχειρίσεώς τους σε άλλη εταιρία που προϋπάρχει ή ιδρύεται για τον λόγο αυτό και ενεργεί για λογαριασμό της.

Τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά κατά κανόνα και της διαχειρίστριας εταιρίας, διατηρεί το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμμετέχει συνήθως στη διοίκησή τους και το οποίο έτσι κερδοσκοπεί έμμεσα, ως αποκλειστικός (ή κύριος) μέτοχος, με την απόληψη κερδών και την οικονομική ανάπτυξη της πλοιοκτήτριας εταιρίας.

Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιχειρηματία, που, όντας συνάμα και, αποκλειστικός μέτοχος ελέγχει ή διοικεί την πλοιοκτήτρια ή και τη διαχειρίστρια. Στην περίπτωση αυτή, ό,τι ακριβώς δεν θέλει να έχει και δεν έχει ο εν λόγω επιχειρηματίας είναι η βούληση εκμετάλλευσης του πλοίου (άμεσα) για λογαριασμό του.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας αφενός μεν διοχετεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε μια ναυτική εταιρία (άρθρ. 41 παρ. 2 του Ν. 959/1979), η οποία προσφέρει σ' αυτόν το πλεονέκτημα του περιορισμού του επιχειρηματικού κινδύνου μόνο στα κεφάλαια της εταιρίας, πλεονέκτημα το οποίο δόθηκε σκόπιμα ώστε ελληνικά πλοία να προσέλθουν στην ελληνική σημαία, αφετέρου δε χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας ως "μηχανισμό απορρόφησης" των δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δεν δικαιολογεί την ταύτιση του επιχειρηματία αυτού με την εταιρία και τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.

Ειδικότερα, το δίκαιο προσέφερε στον επιχειρηματία αυτόν τους κατάλληλους εταιρικούς τύπους για να μπορεί ακριβώς να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματά τους. Και όταν ο επιχειρηματίας αξιοποιεί τους εταιρικούς αυτούς τύπους, δεν ενεργεί αθέμιτα για να υποστεί ως κύρωση τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας (Ολ.Α.Π. 5/1996).

Διαφορετικά έχει το ζήτημα αν αποδειχθεί ότι οι εταιρίες αυτές είναι εικονικές ή δεν έχουν αναπτύξει καθόλου συναλλακτική οργάνωση και δράση ή επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι στην πραγματικότητα τη νομή του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση ασκεί ο ως άνω επιχειρηματίας για λογαριασμό του, πράγμα το οποίο συμβαίνει, ιδίως, όταν συμβάλλεται στο δικό του όνομα και αναλαμβάνει προσωπικά και απεριόριστα τον επιχειρηματικό κίνδυνο και όταν ο ίδιος και η συνιστώμενη από αυτόν εταιρική επιχείρηση δεν έχουν ταμιακή και λογιστική και γενικότερα οικονομική αυτοτέλεια.

Περαιτέρω, στην εταιρία το δίκαιο εξασφαλίζει αυθύπαρκτη οντότητα και διακρίνει απολύτως αυτήν από τα πρόσωπα που την αποτελούν. Η βασική έννομη συνέπεια της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας είναι η ικανότητα δικαίου, δηλαδή η ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η οικονομική αυτοτέλεια και ευθύνη της εταιρίας έχει ως συνέπεια ότι υπέγγυος στους εταιρικούς δανειστές είναι μόνο η περιουσία του νομικού προσώπου και όχι η περιουσία των μελών του.

Η χρησιμοποίηση όμως της εταιρίας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζομένων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας, που πρέπει να υπαχθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος.

Με την έννοια αυτή, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η συγκέντρωση του συνόλου ή των περισσοτέρων μετοχών στο πρόσωπο ενός μετόχου ή η συμμετοχή τούτου στα όργανα της εταιρίας και η εντεύθεν καθοριστική συμβολή του στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων, ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα συμφέροντα του κυρίου μετόχου ή η συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρίας ή το γεγονός ότι από τη συμμετοχή του στην εταιρία εξαρτάται η ύπαρξη ή η εξακολούθηση αυτής ή, τέλος, η εμφάνιση του φυσικού αυτού προσώπου ως ουσιαστικού φορέως της επιχείρησης.

Επίσης δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από ένα ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας του, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρία.

Συνεπώς, δεν λειτουργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες,που επιλέγουν κάποιο από τους προσφερομένους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρίας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητα τους, γι αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.

Για να υποστούν τις συνέπειες αυτές πρέπει να συντρέχουν συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να μαρτυρούν ότι εγένετο κακή χρήση των εταιρικών τύπων, ακριβέστερα ότι εγένετο κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς τους. 'Ετσι, η αρχή αυτή δηλαδή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι των μετόχων ή εταίρων, υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, όταν δηλαδή γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας, με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρίας αποτελούν στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και, αντιστρόφως, οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρίας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας για να καταστρατηγήσει τον νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτον ή για να αποφύγει την έναντι τρίτων εκπλήρωση των κατ' ουσίαν ατομικών του υποχρεώσεων.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως, προσήκει ή άρση ή η κάμψη της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Ο Όμιλος ... ήσκει ναυτιλιακάς επιχειρήσεις, δηλονότι τοιαύτας εκμεταλλεύσεως πλοίων επί κέρδει. Στον Όμιλο ανήκαν 14 πλοία, υπό αλλοδαπήν σημαίαν ως επί το πλείστον, έκαστον των οποίων ανήκε στην πλοιοκτησία μιας προς τούτο συσταθείσης εταιρίας, συμφώνως προς τις διατάξεις του Νόμου της ...

περί Επιχειρήσεων και Εταιρειών και του αντιστοίχου Νόμου του .... Οι εταιρείες αυτές ήσαν οι συνεστημένες κατά το νόμο της ...: ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .... και οι συνεστημένες κατά το νόμο του ... ... και ..., στις οποίες ανήκαν αντιστοίχως τα εξής πλοία (ΜΤ): ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .... Μέτοχος των ανωτέρω πλοιοκτητριών ετύγχανε η εν ...

εδρεύουσα εταιρία χαρτοφυλακίου (holdings) υπό την επωνυμία "ΖΙΟΝ ENTERPRISES S.A."ενώ η τελευταία αυτή ήτο κατά 100% θυγατρική της εν ... εδρευούσης εταιρίας χαρτοφυλακίου υπό την επωνυμία "ΑΧΑ HOLDING S.A.". Εις τον ανωτέρω Όμιλο ανήκον επίσης οι συνεστημένες κατά το Νόμον της ... εταιρείες "...", "..."και "..." πλοιοκτήτριες των υπό σημαία ...

πλοίων ..., ... και ... αντιστοίχως. Την διαχείριση των πλοίων είχε αναλάβει η προς τούτο συσταθείσα κατά τους Νόμους της ... εταιρία υπό την επωνυμία "..." η οποία εγκατέστησε γραφείο εν Ελλάδι συμφώνως προς τις διατάξεις των ΑΝ 89/67, 378/68 και Ν 27/1975. Της αναλήψεως της διαχειρίσεως, προηγείτο έγγραφος σύμβαση, καταρτιζόμενη μετά της πλοιοκτήτριας και της διαχειρίστριας νομίμως εκπροσωπούμενης, ωρίζετο δε συγκεκριμένο ποσόν δι'αμοιβήν διαχειρίσεως.

Ο Όμιλος ... είχε εγκαταστήσει το γραφείο του εν ... και επί της οδού ..., ένθα ησκείτο πράγματι η διοίκηση και διαχείριση των πλοιοκτητριών και της διαχειρίστριας. Ο ανωτέρω Όμιλος είχε ιδρύσει επίσης την ..., η οποία ήτο αντιπρόσωπος (agent) της ... στο .... Η ως άνω διαχειρίστρια εταιρία επελαμβάνετο των θεμάτων της διαχειρίσεως των πλοίων και δη των επισκευών, της προσλήψεως πληρωμάτων, του εφοδιασμού των δια τροφοεφοδίων, καυσίμων κλπ.

Τις αποφάσεις δια την διαχείριση των πλοίων ελάμβανον τα ειδικευμένα επαγγελματικά στελέχη, τα οποία επελαμβάνοντο των αναφυομένων ζητημάτων και επέλυον τα ανακύπτοντα σε καθημερινή σχεδόν βάση θέματα είτε αυτοτελώς, είτε εν συνεργασία. Οι πλοιοκτήτριες εταιρείες είχαν ανεξάρτητα διοικητικά συμβούλια και παρηκολουθούντο λογιστικώς.

Δι' εκάστην πλοιοκτήτρια συνετάσσετο ισολογισμός, στον έλεγχο του οποίου προέβαινον Ορκωτοί ελεγκταί των .... Ενεργήσασα εντός των πλαισίων της ως άνω επιχειρηματικής της δραστηριότητος, η ειρημένη διαχειρίστρια, δια των οργάνων της και δη του Διευθυντού του Τμήματος Προμηθειών Ζ, ήλθε εις επαφήν κατά μήνα Σεπτέμβριον έτους 2002 μετά του διευθυντού της εναγούσης Ξ και ητήσατο όπως η τελευταία προμηθεύση τα υπό διαχείριση πλοία της ...

δια καυσίμων και λιπαντικών. Κατόπιν επελθούσης συμφωνίας η ·ενάγουσα (αναιρεσείουσα) επώλησε προς την πλοιοκτήτρια και παρέδωσε κατά την 12.11.2002, στο δεξαμενόπλοιο "...", μη αμφισβητούμενες ποσότητες καυσίμων και λιπαντικών συνολικής αξίας 136.883,78 δολλαρίων ΗΠΑ, εξέδωσε δε το σχετικό τιμολόγιό της. Υπόχρεος για την καταβολή του ανωτέρω ποσού τυγχάνει η πλοιοκτήτρια εταιρία, η οποία ήταν η αγοράστρια των πωληθεισών ποσοτήτων.

Ο δεύτερος των εναγομένων (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) ετύγχανε κύριος μέτοχος των ειρημένων εταιρειών χαρτοφυλακίου "ΑΧΑ HOLDINGS S.A." και "ZION ENTERPRISES S.A.", δια των οποίων ηλέγχοντο οι θυγατρικές πλοιοκτήτριες εταιρείες. Ούτος, διαμένων εν ..., απησχολείτο κυρίως με τις ναυτιλιακές υποθέσεις του Ομίλου εντός των πλαισίων της επιχειρηματικής δραστηριότητος της εταιρίας ....

Μεταγενεστέρως, η ανάμειξή του στις ναυτιλιακές υποθέσεις του Ομίλου εγένετο πλέον ενεργός, ιδίως όταν έδει να ληφθούν σοβαρές αποφάσεις λόγω της κακής πορείας των οικονομικών υποθέσεων των εταιρειών. Την 19.7.2001 παρείχε προσωπικώς εγγύηση προς την Τράπεζα Πειραιώς, προκειμένου η παρά της Τραπέζης δανειζόμενη "ΑΧΑ Holdings S.A." να λάβη ως δάνειο ποσό 10.000.000 δολλ.ΗΠΑ και να το εισφέρει ως κεφάλαιο στην ZION Entperises και δι' αυτής στις θυγατρικές της και υπό αυτής ελεγχόμενες ως άνω πλοιοκτήτριες εταιρείες επί σκοπώ καλύψεως μέρους του τιμήματος αγοράς των προαναφερθέντων πλοίων τους.

Η πτώση των ναύλων και η αδυναμία εξευρέσεως ναυλωτών δι' όλα τα πλοία εδημιούργησε οικονομικές δυσχέρειες στον Όμιλο εφ' όσον, πρωτίστως έπρεπε να καλυφθούν οι δόσεις των αναληφθέντων δανείων. Ανεζητήθησαν νέοι προμηθευταί δια να καλυφθούν οι ανάγκες των ποντοπόρων δεξαμενόπλοιων, ως προμήθεια καυσίμων και λιπαντικών, τροφοεφοδίων κλπ.

Τις διαπραγματεύσεις διενήργησε ο Διευθυντής του Τμήματος Προμηθειών της ... Ζ, ο οποίος ήλθε εις επαφήν με τους νόμιμους εκπροσώπους των προμηθευτριών εταιρειών. Ούτω κατά μήνα Σεπτέμβριον 2002 ο ειρημένος ήλθε εις επαφήν μετά του διευθυντού του εν ... γραφείου της εναγούσης Ξ και ητήσατο την σύναψη συμφωνίας δια την προμήθεια των πλοίων του Ομίλου δια καυσίμων και λιπαντικών με επιμήκυνση του συνήθους χρονικού ορίου πιστώσεως του τιμήματος εις 60 ημέρες δια τα καύσιμα και 90 ημέρες δια τα λιπαντικά.

Ο Ζ παρέσχε ζητηθείσες διαβεβαιώσεις ότι το τίμημα των πωλήσεων θα κατεβάλετο κανονικώς και ότι δεν υπήρχε ανησυχία εφ' όσον ο Όμιλος ανήκε στον Ψ1. Τους ενδοιασμούς της εναγούσης διεσκέδασε ο ίδιος ο Ψ1, ο οποίος εις τηλεφωνικήν επικοινωνίαν μετά του ως άνω διευθυντού της εναγούσης επεβεβαίωσε την κυριαρχική του θέση στον Όμιλο και εδήλωσε ότι υπεύθυνος δια την εξόφληση του τιμήματος θα ήτο ο ίδιος.

Ενώ κατά τους πρώτους μήνες η συνεργασία εξελίχθη ομαλώς και τα τιμολόγια της εναγούσης εξοφλήθησαν, το οφειλόμενο ποσό δια την επίδικο πώληση καυσίμων δεν επληρώθη. Εις τα αιτήματα των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγούσης, οι οποίοι επεσκέφθησαν τα γραφεία του Ομίλου επί της οδού ..., οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ...

διεβεβαίωσαν ότι η καθυστέρηση οφείλεται εις πρόσκαιρον οικονομική αδυναμία και ότι οι απαιτήσεις των θα ικανοποιούντο. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις περί πληρωμής των τιμολογίων παρέσχε κατόπιν προσωπικής επικοινωνίας και ο Ψ1. Τελικώς, οι δανείστριες Τράπεζες κατήγγειλαν τις συμβάσεις δανείων, ανεζήτησαν εξ ολοκλήρου τα δανεισθέντα ποσά και προέβησαν εις δέσμευση ορισμένων πλοίων.

Συνεπεία του γεγονότος αυτού o Όμιλος ... κατέρρευσε. Εκ των ως άνω περιστατικών (συνεχίζει το Εφετείο) δεν προκύπτει, ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση χρησιμοποιήσεως υπό του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 της νομικής προσωπικότητας των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών προς καταστρατήγηση του νόμου ή προς δολίαν αποφυγήν της εκπληρώσεως των υποχρεώσεών του.

Ως προελέχθη, ο ως άνω εναγόμενος ετύγχανε ο κυρίαρχος μέτοχος των εταιρειών χαρτοφυλακίου στις οποίες ανήκαν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες και η συμβολή του στην λήψη των εταιρικών αποφάσεων, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ήτο καθοριστική, εφ' όσον ούτος είχε τον έλεγχο της διαχειρίστριας εταιρίας και των πλοιοκτητριών εταιρειών.

Επίσης, παρέσχε αυτός προσωπική εγγύηση προς εξασφάλιση ληφθέντος δανείου παρά της ηγέτιδος μετόχου εταιρίας "ΑΧΑ Holdings S.A" και προσωπική εγγύηση προς την προμηθεύτρια εταιρία BUNKER AND FINANCE SERVICES S.A., προς εξασφάλιση απαιτήσεών της εξ εφοδιασμού των πλοίων του Ομίλου, ύψους δολ. ΗΠΑ 2.850.000, ενώ συνήνεσε εις εγγραφήν προσημειώσεως επί ακινήτων του, τα δε συμφέροντά του εταυτίζοντο προς τα συμφέροντα των εταιρειών, ενώ ενεφανίζετο ούτος ως ουσιαστικός φορεύς της επιχειρήσεως.

Πλην τα γεγονότα αυτά δεν αρκούν κατά νόμον για την θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητος νομίμως συσταθέντων και λειτουργούντων νομικών προσώπων, ως οι προαναφερθείσες πλοιοκτήτριες εταιρείες. Εξάλλου, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι επήλθε σύγχυση της ατομικής και της εταιρικής περιουσίας.

Εκάστη πλοιοκτήτρια εταιρία είχε οικονομική αυτοτέλεια και δια της εκμεταλλεύσεως του πλοίου της κατεβάλετο προσπάθεια ώστε να εξοφληθούν πρωτίστως οι προς την δανείστρια Τράπεζα υποχρεώσεις και ακολούθως οι προς τους τρίτους (προμηθευτές) υποχρεώσεις, αφού προηγουμένως κατεβάλλοντο οι μισθοί του πληρώματος.

Ούτε η παρασχεθείσα προσωπική εγγύηση προς εξόφληση δανείου των εταιρειών και προς εξόφληση αξιώσεων εκ πωληθέντων καυσίμων προς τα πλοία αποδεικνύει ταύτιση περιουσιών. Υπό τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά δεν απεδείχθη ότι εγένετο κακή χρήση των εταιρικών τύπων, ότι δηλονότι εγένετο κατάχρηση της νομικής προσωπικότητος των.

Οι επίδικες συναλλαγές αφορούσαν εταιρικές υποθέσεις και εγένοντο εντός των συνήθων πλαισίων επιχειρηματικής λειτουργίας και δραστηριότητας των πλοιοκτητριών εταιρειών. Δεν αποτελούν πράξεις του κυρίαρχου μετόχου, οι οποίες σκοπίμως παρηλλάσσοντο, αλλά συνήθη μορφή ναυτιλιακής δραστηριότητος. Οι πλοιοκτήτριες εταιρείες ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα ήταν φορείς κεχωρισμένης περιουσίας (δηλ.

του πλοίου), το οποίο ήτο υπέγγυο στους εταιρικούς δανειστές. Η ίδια η ενάγουσα ως προμηθεύτρια, κινούμενη επαγγελματικώς εντός των πλαισίων της παγκοσμίως ασκούμενης ναυτιλιακής δραστηριότητας εγνώριζε δια των οργάνων της, ότι υπέγγυος περιουσία δια την εξασφάλιση των εκάστοτε απαιτήσεών της ετύγχανε το πλοίο, το οποίο ανήκε σε μία πλοιοκτήτρια εταιρία.

Επίσης, εγνώριζε την επιχειρηματική δραστηριότητα του δευτέρου των εναγομένων και την ιδιότητα υπό την οποία ενήργει. Η παρουσία τούτου απετέλει εγγύηση όχι διότι θα ήτο προσωπικώς υπεύθυνος, αλλά διότι η επιτυχημένη επιχειρηματική δράση τούτου και του Ομίλου επί σειράν ετών εξησφάλιζε κατά το δυνατόν την ομαλή πορεία των εταιρικών υποθέσεων, την οικονομική ευρωστία, εντεύθεν την δυνατότητα εκπληρώσεως των αναληφθεισών υποχρεώσεων.

Το γεγονός ότι ο ειρημένος διοχέτευε θεμιτώς την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε "μονοβάπορες" εταιρείες εντεταγμένες σε ένα ναυτιλιακό επιχειρηματικό Όμιλο και εχρησιμοποίει την νομική προσωπικότητα τούτων ως "μηχανισμό απορροφήσεων" των δυσμενών συνεπειών της τοιαύτης δραστηριότητος δεν δικαιολογεί την ταύτιση τούτου με εκάστη των εταιρειών και την μεταφορά στον ίδιο της βαρυνούσης το νομικό πρόσωπο της εταιρίας ευθύνης.

Συνεπώς, δεν υποχρεούται ούτος να καταβάλει το παρά της εναγούσης αιτούμενο ποσό, το αποτελούν το τίμημα της γενομένης πωλήσεως προς το αυτοτελές νομικό πρόσωπο της πλοιοκτητρίας εταιρίας". Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίσαν την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε έναντι αυτού ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 8-10-2004 αγωγή, με την οποία η ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εκ των εναγομένων αγοράστριας εταιρίας (δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων(μοναδικός ουσιαστικός μέτοχος της δεύτερης) οφείλει σ' αυτή (αναιρεσείουσα) το ειρημένο τίμημα πωλήσεως των καυσίμων.

Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις τωνάρθρων 281 και 288 ΑΚ. Και τούτο, διότι, με βάση τις ως άνω πραγματικές του διαπιστώσεις, ήτοι ότι : 1) Ο όμιλος επιχειρήσεων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος περιελάμβανε 13 πλοιοκτήτριες εταιρίες (μεταξύ των οποίων και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), δύο εταιρίες χαρτοφυλακίου (holding) και δύο διαχειρίστριες εταιρίες, ήταν γνωστός ως "'Ομιλος ...", 2) Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ήταν ο κυρίαρχος μέτοχος και είχε τον έλεγχο της διαχειρίσεως όλων των εν λόγω εταιριών του ομίλου του, 3) Τα συμφέροντά του ταυτίζοντο με τα συμφέροντα των εταιριών και ο ίδιος εμφανίζετο ως ουσιαστικός φορέας της επιχειρήσεως, 4) Δημιούργησε δύο διαφορετικές εταιρίες χαρτοφυλακίου για να ελέγχει μέσω αυτών τις πλοιοκτήτριες εταιρίες, άρα και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, 5) μεταγενέστερα η ανάμειξή του στις ναυτιλιακές υποθέσεις του ομίλου έγινε περισσότερο ενεργός ιδιαίτερα όταν έπρεπε να ληφθούν σοβαρές αποφάσεις λόγω κακής πορείας των οικονομικών υποθέσεων των εταιριών, 6) Παρέσχε προσωπική εγγύηση ύψους 10.000.000 Δολλ.

Η.Π.Α. προς μία τράπεζα για να δανειοδοτηθούν οι πλοιοκτήτριες εταιρίες, 7) Παρέσχε δεύτερη προσωπική εγγύηση ύψους 2.850.000 Δολλ. Η.Π.Α. προς έναν προμηθευτή καυσίμων, προκειμένου να εξασφαλισθούν απαιτήσεις από τον εφοδιασμό των πλοίων, 8) Συναίνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως επί ακινήτων του, προς εξασφάλιση δανειστών των πλοιοκτητριών εταιριών, 9) Η συμβολή του στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα ήταν καθοριστική, εφ' όσον είχε τον έλεγχο της διαχειρίστριας εταιρίας και των πλοιοκτητριών εταιριών. 10) Ο υπάλληλος της διαχειρίστριας εταιρίας παρέσχε στην αναιρεσείουσα ζητηθείσες διαβεβαιώσεις ότι το τίμημα των πωλήσεων θα καταβάλλετο κανονικώς και ότι δεν υπήρχε ανησυχία εφ' όσον ο 'Ομιλος ανήκε στον Ψ1, 11) Ο ίδιος (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) σε τηλεφωνική του επικοινωνία με τον διευθυντή της αναιρεσείουσας επιβεβαίωσε την κυριαρχική του θέση στον 'Ομιλο και δήλωσε ότι υπεύθυνος για την εξόφληση του τιμήματος θα ήταν αυτός. 12) Διασκέδασε τους ενδοιασμούς της αναιρεσείουσας για την παροχή πιστώσεων, τονίζοντας ότι υπεύθυνος για την εξόφληση του τιμήματος των καυσίμων ήταν ο ίδιος και 13) Διοχέτευε την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε "μονοβάπορες" εταιρίες εντεταγμένες σε ένα ναυτιλιακό επιχειρηματικό 'Ομιλο και χρησιμοποιούσε τη νομική προσωπικότητα τούτων (άρα και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων) ως "μηχανισμό απορροφήσεως" των δυσμενών συνεπειών αυτής της δραστηριότητας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση η εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων επίκληση της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης τούτων ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του αντίστοιχου δικαιώματος και είναι, ως εκ τούτου, καταχρηστική, έτσι ώστε να δικαιολογείται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας αυτής (δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), προκειμένου η υποχρέωσή της προς εξόφληση του ανωτέρου χρέους της έναντι της αναιρεσείουσας να καταλογισθεί στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι των Αρεοπαγιτών Ρένας Ασημακοπούλου και Αθανασίου Κουτρουμάνου, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχει περίπτωση κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας. Και τούτο, εν όψει κυρίως της βασικής παραδοχής του Εφετείου, ότι "εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι επήλθε σύγχυση της ατομικής και της εταιρικής περιουσίας και ότι εκάστη πλοιοκτήτρια εταιρεία είχε οικονομική αυτοτέλεια", επιπλέον δε και εν όψει των περαιτέρω παραδοχών του α) ότι, η σύσταση της ανωτέρω εταιρίας πλοιοκτήτριας του πλοίου "..." και της διαχειρίστριας αυτής (και άλλων πλοιοκτητριών του Ομίλου ...) εταιρίας με την επωνυμία "...." και της εκπροσώπου της τελευταίας εταιρίας ..., εγένετο σε ανύποπτο μακροχρόνο, β) ότι τον χρόνο σύστασης της εταιρίας αυτής ακολούθησε μακρός επίσης χρόνος λειτουργίας της χωρίς οικονομικά προβλήματα, γ) ότι η ανάμειξη του πρώτου αναιρεσιβλήτου στις ναυτιλιακές εργασίες του Ομίλου έγινε περισσότερο ενεργός όταν πλέον έπρεπε να ληφθούν σοβαρές αποφάσεις λόγω κακής πορείας των οικονομικών υποθέσεων της εταιρίας και άλλων εταιριών του ομίλου, δ) ότι η παροχή προσωπικής εγγύησης του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς την τράπεζα Πειραιώς έγινε για τη λήψη δανείου από την εταιρία του ομίλου "ΑΧΑ ΗΟLDINGS S.A." και εισφορά του ως κεφαλαίου στην επίσης εταιρία του ομίλου ΖΙΟΝ Entperises για την κάλυψη μέρους του τιμήματος αγοράς των πλοίων του Ομίλου και αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών τούτων, που προέκυψαν από την πτώση των ναύλων και αδυναμία εξεύρεσης ναυλωτών, ε) ότι τις διαπραγματεύσεις προς σύναψη των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως καυσίμων και λιπαντικών με την αναιρεσείουσα διενήργησε ο Διευθυντής του τμήματος προμηθειών της ...

υπό την ιδιότητά του αυτή, υπό την οποία παρέσχε και τις ζητηθείσες διαβεβαιώσεις ότι το τίμημα θα κατεβάλετο κανονικώς και όχι ως εκπρόσωπος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, στ) ότι η τηλεφωνική βεβαίωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου στον Δ/ντή της αναιρεσείουσας Ξ για την κυριαρχική του θέση στον όμιλο και η δήλωσή του ότι υπεύθυνος για την εξόφληση του τιμήματος θα είναι ο ίδιος, έγιναν χωρίς νομική δέσμευση και ζ) ότι η εξόφληση των τιμολογίων πληρωμής του τιμήματος έγινε τους πρώτους μήνες, η δε μεταγενέστερη καθυστέρηση οφείλεται, κατά τις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της ...

και του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία. Εξ άλλου, οι λοιπές παραδοχές του Εφετείου αναφέρονται στη συνηθισμένη μορφή ναυτιλιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας, η οποία δεν προσδίδει μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή στο φυσικό πρόσωπο του επιχειρηματία που είναι συγχρόνως κύριος μέτοχος και ελέγχει ή διοικεί την πλοιοκτήτρια ή και τη διαχειρίστρια εταιρία, με αποτέλεσμα την ευθύνη για την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρίας να μην έχει ο επιχειρηματίας, αλλά να έχει αποκλειστικά ή ίδια και να είναι υπέγγυα στους εταιρικούς δανειστές της μόνο η περιουσία αυτής.

Το γεγονός ότι ο πρώτος των αναιρεσίβλητων διοχέτευσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην δεύτερη τούτων πλοιοκτήτρια εταιρία (αλλά και στις άλλες πλοιοκτήτριες του ομίλου) και χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητά της ως μηχανισμό απορρόφησης των δυσμενών συνεπειών αυτής της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δεν δικαιολογεί αυτό καθ' εαυτό την ταύτιση της επιχειρηματικής του αυτής δραστηριότητας με την εταιρία και την μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας αυτής.

Ούτε δικαιολογεί τη θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η συγκέντρωση του συνόλου ή των περισσοτέρων μετοχών της εταιρίας αυτής, που συστήθηκε νόμιμα και λειτουργεί από μακρού χρόνου, στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου ή η συμμετοχή αυτού στα όργανα της εταιρίας αυτής και η καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων, όπως και η ταύτιση των συμφερόντων του με τα συμφέροντα της εταιρίας αυτής και η συστηματική παροχή προσωπικών εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρίας και η εμφάνισή του ως ουσιαστικού φορέα αυτής.

Επομένως, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, ο παραπάνω από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή δε η παρούσα απόφαση λαμβάνεται συναφώς με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ., να παραπεμφθεί ο λόγος αυτός (πρώτος) στην τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Επειδή ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων με αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό (πρώτο), ότι "η αναιρεσείουσα ως προμηθεύτρια, κινουμένη επαγγελματικά, εντός των πλαισίων της παγκόσμια ασκουμένης ναυτιλιακής δραστηριότητας, γνώριζε δια των οργάνων της ότι υπέγγυος περιουσία για την εξασφάλιση των εκάστοτε απαιτήσεων της, ετύγχανε το πλοίο το οποίο ανήκε σε μια πλοιοκτήτρια εταιρία"...ότι "επίσης γνώριζε την επιχειρηματική δραστηριότητα του πρώτου αναιρεσείοντα και την ιδιότητα με την οποία ενεργούσε", δεν αντιφάσκουν, δεν τελούν δηλαδή σε λογική ανακολουθία με τις παραδοχές του ότι "ο Ζ, διευθυντής του τμήματος προμηθειών της ..., ο οποίος ήλθε σε επαφή με το διευθυντή του εν ...

γραφείου της αναιρεσείουσας Ξ και ητήσατο τη σύναψη συμφωνίας για την προμήθεια των πλοίων του ομίλου, παρέσχε τις ζητηθείσες διαβεβαιώσεις, ότι το τίμημα θα κατεβάλετο κανονικώς και δεν υπήρχε ανησυχία, εφ' όσον ο όμιλος ανήκε στο Ψ1" και ότι "τους ενδοιασμούς της αναιρεσείουσας διασκέδασε ο ίδιος ο Ψ1, ο οποίος εις τηλεφωνικήν επικοινωνία μετά του άνω διευθυντού της εναγούσης, επιβεβαίωσε την κυριαρχική του θέση στον όμιλο και εδήλωσε ότι υπεύθυνος για την εξόφληση του τιμήματος θα ήτο ο ίδιος".

Και τούτο, διότι, με βάση τις παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες παραδοχές του Εφετείου καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η αναφερόμενη πιο πάνω κατά την διερεύνηση του πρώτου λόγου διάσταση γνωμών των μελών της παρούσας συνθέσεως αφορά όχι στην "εκ πλαγίου" αλλά στην "ευθεία" παραβίαση των εν λόγω διατάξεων.

'Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 8-10-2004 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα εκθέτει σ' αυτή τα ακόλουθα : Δυνάμει συμβάσεων πώλησης, η ίδια (αναιρεσείουσα εταιρία), στο πλαίσιο της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, πώλησε στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ως πλοιοκτήτρια του πλοίου "...", και παρέδωσε επί τούτου, κατά τις αναφερόμενες χρονολογίες, στον λιμένα όπου ναυλοχούσε, τις απαιτούμενες για τις ανάγκες του ποσότητες καυσίμων, ειδικότερα προσδιοριζόμενες κατ' είδος, ποσότητα και αξία, εξέδωσε δε και το σχετικό τιμολόγιό της, συνολικής αξίας 136.883,78 δολλαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά τα συμφωνηθέντα ήταν πληρωτέο μέχρι την 11-1-2003.

Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ως επικεφαλής οικογενειακού ομίλου αποτελούμενου εκ πλοιοκτητριών εταιριών μεταξύ των οποίων και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ήταν ο μοναδικός ουσιαστικός μέτοχος αυτών, τις οποίες ήλεγχε αμέσως και προσωπικώς, ελάμβανε δε όλες τις κρίσιμες για τη λειτουργία και δραστηριότητά του αποφάσεις, χορηγώντας ταυτόχρονα προσωπικές εγγυήσεις στις χρηματοδότριες τράπεζες και σε άλλους πιστωτές.

Αυτός αποτελούσε τον ουσιαστικό πλοιοκτήτη και ήταν το πρόσωπο εκείνο το οποίο ελάμβανε τα κέρδη από την εκμετάλλευση των πλοίων, κατά τρόπον ώστε η ατομική του περιουσία να ταυτίζεται με την περιουσία των εν λόγω εταιριών. Τις εταιρίες αυτές χρησιμοποιούσε ως παρένθετα νομικά πρόσωπα, με μοναδικό σκοπό την αποφυγή αναλήψεως ατομικών ευθυνών κατά τη διενέργεια των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και με στόχο την καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν στα νομικά πρόσωπα, εντεύθεν δε ευθύνεται από κοινού και εις ολόκληρον με τις πλοιοκτήτριες του ομίλου για τα χρέη τους προς τους εκάστοτε πιστωτές τους.

Βάσει των ανωτέρω και μετά τον παραδεκτώς με τις προτάσεις γενόμενο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν εις ολόκληρον ο καθένας προς αυτή το ποσό των 136.883,78 δολλ. ΗΠΑ, άλλως το ισόποσο σε ευρώ κατά τον χρόνο πληρωμής, με τον νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Το Εφετείο απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή αυτή έναντι της αναιρεσίβλητης εταιρίας, κρίναν ότι "δια της επίκλησης της άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εταιρείας αίρεται και η ευθύνη αυτής εκ μιας εκάστης των επίδικων πωλήσεων και οι ανάλογες υποχρεώσεις μεταφέρονται εις το υπόλογον φυσικόν πρόσωπον του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως μόνου ευθυνομένου".

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ψέγεται το Εφετείο ότι η ανωτέρω κρίση του είναι προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθόσον, όπως από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, η κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας καταφάσκει την εις ολόκληρον ευθύνη αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων.

Κατόπιν τούτου, δημιουργείται το ζήτημα αν η έννομη συνέπεια της καταχρήσεως της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και εντεύθεν της άρσεως της περιουσιακής αυτοτέλειας της ίδιας είναι ότι η υποχρέωση εξοφλήσεως του ανωτέρω χρέους προς την αναιρεσείουσα βαρύνει μόνο τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων ή αμφοτέρους τους αναιρεσιβλήτους, εις ολόκληρον ή διαιρετώς τον καθένα.

Το ζήτημα αυτό έχει γενικότερο ενδιαφέρον, διότι αφορά σε όλα τα νομικά πρόσωπα, όταν συντρέχει περίπτωση άρσεως της αυτοτέλειάς τους. Κρίνεται έτσι αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ. β' Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί και ο λόγος αυτός (τρίτος) στην Τακτική Ολομέλεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ