Legislator Case Law & Legislation
904/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest and false premise regarding absent party's presence.

Case Number 904/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the second respondent should have been tried in absentia due to unpaid court fees, but the court found this premise false. Since the appellant had previously claimed no such fee obligation, no legal interest existed to challenge the lower court's ruling on the absent party's status.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officiously whether an appeal is admissible, and if no legal interest exists for the appellant to challenge the lower court's decision regarding the presence of a party, the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
legal interest requirement appeal inadmissibility ex officio examination court fees obligation trial in absentia false premise costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 14/2015
Supreme Court 548/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 904 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 904/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. ΕΙΔΙΚΑ ΚΑΛΩΔΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζαχαρούλα Ντίτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΡΑΜΑ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΕΚΤΡΟΡΑΜΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΚΕΡΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "ΓΚΕΡΟ Α.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κούτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2022 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ....2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Δ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (29-1-2024), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου του Προέδρου του Α2 Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Κατά συνέπεια, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το ν.δ.1544/1942, τροποποιήθηκε με το ν.δ.4189/1961 και ισχύει, ο ενάγων, εάν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1461/2021, ΑΠ 1337/2011).

Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψης με την εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 65/2022) κατά την άσκηση της έφεσης, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, δηλαδή κατά την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, πρέπει δε να γίνεται και συγκεκριμένη επίκληση της καταβολής με το εφετήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1461/2021), αφού, σε αντίθετη περίπτωση, δεν υφίσταται λυσιτελής λόγος έφεσης για να ερευνηθεί κατ' ουσίαν και να κριθεί βάσιμος (ΑΠ 1436/2023).

Αν ο λόγος αυτός (περί γενομένης καταβολής του δικαστικού ενσήμου) κριθεί βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 951/2022, ΑΠ 1461/2021).

Επομένως, η καταβολή του δικαστικού ενσήμου πρέπει να δηλώνεται στο δικόγραφο της έφεσης και δεν αρκεί η απλή μνεία στο εφετήριο της πρόθεσης του εκκαλούντος να καταβάλει το μη καταβληθέν ως άνω τέλος μέχρι ή κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου και η μεταγενέστερη, συνακόλουθα, επίκληση της καταβολής αυτού με τις προτάσεις του εκκαλούντος.

Έτσι, η (κατά τα λοιπά) νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης μόνον όταν συνοδεύεται και με την καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, συνεπάγεται την εξαφάνιση, όπως αναφέρθηκε, της πρωτόδικης απόφασης και νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 964/2020).

Επίσης, ο ενάγων, σε περίπτωση που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή του, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, αν και δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτού, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικό ένσημο, οπότε το Εφετείο, αν κρίνει βάσιμο το λόγο αυτό, θα κάνει δεκτή την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.

Άλλως, αν δηλαδή το Εφετείο κρίνει εσφαλμένως ότι ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει δικαστικό ένσημο και απορρίψει την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία με το ίδιο σκεπτικό απέρριψε την αγωγή, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 65/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν.

ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παραγρ. 2 του ΝΔ 1544/42 και 11 του ΝΔ 4189/61, κατά την οποία οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των εκάστοτε οριζομένων ποσών επιβάλλεται ορισμένο τέλος, η παράλειψη της καταβολής του οποίου συνεπάγεται την ερημοδικία του υποχρέου στην προκαταβολή αυτού, γιατί η εν λόγω διάταξη εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1461/2021, ΑΠ 367/2018).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ., 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 22.3.2019 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία εξέθετε ότι στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας προμήθευε την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη εταιρία με ηλεκτρολογικό υλικό και ότι εξ αυτού του λόγου, οι απαιτήσεις της κατά της τελευταίας μέχρι τις 30-4-2012 ανέρχονταν σε 748.704,07 ευρώ, οι οποίες περιορίστηκαν στο ποσό των 449.222,44 ευρώ, κατά το περιεχόμενο της από 30-4-2012 συμφωνίας της με αυτήν (πρώτη εναγομένη), που προηγήθηκε της με αριθμό κατάθεσης 229/2012 αίτησης - σχεδίου συμφωνίας πιστωτών, με σκοπό την εξυγίανσή της.

Ότι μολονότι το σχέδιο εξυγίανσης της πρώτης εναγόμενης εταιρίας επικυρώθηκε με την με αριθμό 24/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η από 30-4-2012 συμφωνία τους δεν τηρήθηκε και καταγγέλθηκε από αυτήν (ενάγουσα) με την από 10-3-2017 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 23-3-2017.

Ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρία κατέβαλε το ποσό των 197.234,63 ευρώ προς υλοποίηση του άνω σχεδίου, το οποίο, μετά την ανατροπή της μεταξύ των συμφωνίας, η ενάγουσα το καταλόγισε σε τόκους υπερημερίας της άνω συνολικής απαιτήσεως, που είχε εναντίον της. Ότι η πρώτη εναγομένη εξακολουθεί να της οφείλει τόκους υπερημερίας, μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής, για την ως άνω απαίτησή της, συνολικού ύψους 748.704,07 ευρώ, που ανέρχονται στο ποσό των 171.295,93 ευρώ.

Ότι, επιπροσθέτως, στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την πρώτη εναγόμενη εταιρία, η τελευταία εξέδωσε σε διαταγή της (ενάγουσας) τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 410.000 ευρώ, χάριν εξοφλήσεως του οφειλομένου ποσού, οι οποίες δεν πληρώθηκαν και εξέδωσε (η ενάγουσα) σε βάρος της (πρώτης εναγομένης) την με αριθμό .../2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και ότι της επέδωσε την από 21-05-2018 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτάσσει αυτήν να της καταβάλει πέραν του οφειλόμενου ποσού των 410.000 ευρώ και ποσό 21.500,40 ευρώ για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα, για έξοδα και τέλη απογράφου, για έξοδα επιδόσεως και για αμοιβή συντάξεως της επιταγής.

Ότι, παρόλο που διατηρούσε τις ως άνω αξιώσεις κατά της πρώτης εναγομένης, η τελευταία περιήλθε σε αδράνεια και εν συνεχεία μεταβίβασε την επιχείρησή της στην δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση των απαιτήσεων της (ενάγουσας) και συγκεκριμένα ότι η δεύτερη εναγομένη από το έτος 2011, οπότε και συστάθηκε, μέχρι τα μέσα του έτους 2013, εγκαταστάθηκε στην έδρα της πρώτης εναγομένης, οφειλέτριάς της (ενάγουσας), κάνοντας χρήση των γραφείων και των τηλεφωνικών της συνδέσεων, έχοντας το ίδιο αντικείμενο εμπορίας, το ίδιο πελατολόγιο, προμηθευτές και προσωπικό με αυτή, καθώς και τα ίδια υποκαταστήματα.

Ότι η δεύτερη εναγόμενη εταιρία τελούσε σε γνώση της εν γένει περιουσιακής καταστάσεως της μεταβιβάζουσας εταιρείας και μπορούσε να αντιληφθεί ότι τα μεταβιβασθέντα αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της επιχείρησης αυτής, ενόψει του ότι η δεύτερη εναγόμενη εταιρία ιδρύθηκε από τον υιό του ομόρρυθμου εταίρου της πρώτης εναγομένης.

Ενόψει τούτων, επικαλούμενη τη διάταξη του ΑΚ 479, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η μεταβίβαση της επιχείρησης της οφειλέτριάς της -πρώτης εναγομένης- αποτελεί σωρευτική αναδοχή χρέους και ότι αμφότερες οι εναγόμενες εταιρίες ευθύνονται για το λόγο αυτό αλληλεγγύως, σε ολόκληρο η καθεμία, για το σύνολο της οφειλής ύψους (748.704,07 + 191.295,93 + 21.500,40) 961.500,40 ευρώ και ακολούθως να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το άνω ποσό με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 136/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι η μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη αποτελεί σωρευτική αναδοχή χρέους και, συνακόλουθα, να αναγνωρισθεί η εξ αυτού του λόγου εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων ως μη νόμιμο, απέρριψε την αγωγή στην ουσία της, δεχόμενο πλασματική ερημοδικία της ενάγουσας, λόγω μη καταβολής του προβλεπόμενου από το νόμο αναλογούντος δικαστικού ενσήμου.

Ειδικότερα, η ενάγουσα (κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό) δεν προσκόμισε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, ούτε κατά την προθεσμία προκατάθεσης των προτάσεών της, ούτε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αλλά ούτε και αργότερα, εντός της προθεσμίας του άρθρου 227 ΚΠολΔ, μετά από σχετική υπόδειξη του Δικαστηρίου, με συνέπεια να κριθεί, από την άνω απόφαση, ότι δεν έχει λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της αγωγής της και, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της, να δικαστεί ερήμην, η δε αγωγή της να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως άσκησε η ενάγουσα την από 25.6.2020 έφεση, με την οποία, ισχυριζόμενη με τους οικείους λόγους της ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων, έκρινε ότι όφειλε να καταβάλει το αναλογούν δικαστικό ένσημο, ενώ δεν υπείχε τέτοια υποχρέωση και πάντως στην αγωγή της περιλαμβάνονταν και αναγνωριστικό αίτημα για το οποίο δεν απαιτείτο η καταβολή δικαστικού ενσήμου, ζήτησε την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της.

Στη συνέχεια, άσκησε και τον από 28.1.2021 πρόσθετο λόγο έφεσης, παραπονούμενη πάλι ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου την δίκασε ερήμην, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, δηλώνοντας, όμως, ότι σε περίπτωση που δεν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί και οι λόγοι της έφεσής της, στη συζήτηση στο δεύτερο βαθμό θα προσκομίσει το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις προτάσεις της.

Πράγματι δε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της έφεσης επικαλέσθηκε αποδεικτικό καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους οικείους λόγους της έφεσης της ενάγουσας, όπως και τον πρόσθετο λόγο έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους αυτή ισχυρίζονταν ότι δεν υπείχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου, κρίνοντας ότι η ενάγουσα όφειλε να καταβάλει το αντιστοιχούν στο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής δικαστικό ένσημο, χωρίς η κρίση του αυτή να προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως.

Στη συνέχεια ερεύνησε τον πρόσθετο λόγο της έφεσης της ενάγουσας, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η ενάγουσα δήλωσε ότι σε περίπτωση που δεν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί και οι λόγοι της έφεσής της, στη συζήτηση στο δεύτερο βαθμό θα προσκομίσει το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις προτάσεις της, τον οποίο και απέρριψε ως αλυσιτελώς προτεινόμενο με τις ακόλουθες σκέψεις και αιτιολογίες: "Με τον τελευταίο λόγο έφεσης (δεύτερο σκέλος του πρόσθετου λόγου αυτής) o ενάγων ισχυρίζεται ότι αν δεν γίνουν δεκτοί οι ως άνω ισχυρισμοί του θα καταθέσει το δικαστικό ένσημο με τις προτάσεις του.

Ο λόγος όμως αυτός της εφέσεως προτείνεται αλυσιτελώς και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, αφού,.... για να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε την αγωγή λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, ο μοναδικός λόγος εφέσεως που μπορεί να προταθεί και να οδηγήσει στην εξαφάνιση αυτής (εκκαλουμένης) είναι η άρση της παράλειψης με την εκ των υστέρων (συνοδεύον την έφεση) καταβολή του δικαστικού ενσήμου ..., ενώ, χωρίς τέτοιο λόγο εφέσεως δεν υφίσταται πλέον στάδιο καταβολής του δικαστικού ενσήμου.

Η εκκαλούσα επικαλείται με τις προτάσεις της αποδεικτικό καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλέπε τον ηλεκτρονικό αριθμό παραβόλου σε συνδυασμό με το με ημερομηνία 15-09-2021 αντίγραφο αποδεικτικού επιτυχούς εκτέλεσης πληρωμής e-παραβόλου της Alpha Bank) με ημερομηνία εννέα ημερών προ της συζητήσεως της υπόθεσης, η οποία έλαβε χώρα την 24-09-2021, όμως, όπως προαναφέρθηκε, η καταβολή αυτή δεν συνιστά προσήκουσα ώστε να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως αφού δεν υφίσταται, σύμφωνα με τα ανωτέρω, σχετικός λόγος έφεσης (περί άρσης της παράλειψης μη καταβολής) τον οποίο να συνοδεύει η καταβολή αυτού και, χωρίς τέτοιον, δεν υφίσταται στάδιο καταβολής δικαστικού ενσήμου.".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που απέρριψε τον πρόσθετο λόγο της άνω έφεσης της αναιρεσείουσας, ως αλυσιτελώς προτεινόμενο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", κρίνοντας ότι μη νόμιμα προσκομίσθηκε το δικαστικό ένσημο με τις προτάσεις του στο Εφετείο.

Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται μόνον επί παραβάσεως κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι επί κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 2 του ν.

ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων". Ανεξαρτήτως αυτού, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διατάξεως απέρριψε τον πρόσθετο λόγο της έφεσης, διότι κατατέθηκε το δικαστικό ένσημο κατά τη συζήτηση και όχι κατά την άσκηση της έφεσης, ο ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψης με την εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους κατά την άσκηση της έφεσης, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, δηλαδή κατά την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, με παράλληλη επίκληση της γενομένης καταβολής με το δικόγραφο της έφεσης και όχι με τις προτάσεις, όπως εν προκειμένω.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τον αριθ. 1 άρθρ. τρίτο Ν. 4335/2015 και 44 παρ. 2 Ν. 3994/2011, αντίστοιχα, προκύπτει ότι η προφορική συζήτηση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Η απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει, όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, αλλά και για τον αντίδικο του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, διότι διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως (άρθρ. 20 παρ. 2 Συντ.), αλλά και επιβάλλεται για να εξασφαλίζεται η ισότητα των όπλων (άρθρ. 110 ΚΠολΔ) και η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 724/2021, ΑΠ 635/2020, ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 93/2013, ΑΠ 280/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 παρ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόστηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 635/2020, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1858/2014, ΑΠ 1040/2013). Αντίθετα, εξ αντιδιαστολής, δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, ούτε εκείνος από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος δικάσθηκε κατ' αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην (ΑΠ 192/2018, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 481/2016, ΑΠ 166/2011, ΑΠ 716/2002).

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 2 του άνω ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου. Γι' αυτό σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, εφόσον δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνον αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δικάστηκε κατ' αντιμωλία (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 367/2018, AΠ 2031/2017, ΑΠ 219/2005).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.

Έτσι, αν από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, για κάποιο λόγο αναίρεσης, έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (ΑΠ 686/2020, ΑΠ 744/2019, ΑΠ 989/2014, ΑΠ 1197/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη έπρεπε να ερημοδικαστεί, διότι παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ τούτο δεν επιτρεπόταν, λόγω του ότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε ερημοδικασθεί πρωτοδίκως και συνεπώς με το να δεχθεί το Εφετείο την παράσταση της δεύτερης αναιρεσείουσας με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της παράστασης (ως μη προσήκουσας) της δεύτερης αντιδίκου και εντεύθεν της ερημοδικίας της και εξαιτίας του σφάλματος αυτού κατέληξε σε συνεκδίκαση της έφεσης και του πρόσθετου λόγου κατ' αντιμωλία των διαδίκων, μολονότι η εν λόγω διάδικος δεν παρέστη προσηκόντως στο Εφετείο.

Με το δεύτερο δε σκέλος του αυτού δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, ενώ, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν ήρθη η πλημμέλεια της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου από πλευράς της (αναιρεσείουσας), όφειλε να δικάσει ερήμην της και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι, κατ' αμφότερα τα άνω σκέλη του, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι, όπως προεκτέθηκε, αν ο διάδικος δικάσθηκε κατ' αντιμωλία, ενώ έπρεπε να δικασθεί ερήμην, δεν ιδρύεται ο λόγος από τον αριθ. 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε εκείνος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφετέρου δε για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού τέτοιο έννομο συμφέρον δεν προκύπτει ούτε από τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, ούτε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες.

Οι παραδοχές αυτές δεν συνδέονται με δυσμενείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες, ενόψει του ότι και υπό την εκδοχή της μη νόμιμης παράστασης της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία πράγματι εκπροσωπήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κούτα, ενώ η αναιρεσείουσα και η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκαν προσηκόντως δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, η τελευταία (δεύτερη αναιρεσείουσα) θα δικάζονταν μεν ερήμην, πλην όμως, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρούσε σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Δεν θα συνεπάγονταν δηλαδή η ερημοδικία της δεύτερης αναιρεσείουσας το απαράδεκτο της συζήτησης της έφεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου ή άλλη δυσμενή συνέπεια για την αναιρεσείουσα. Σε κάθε δε περίπτωση η απόρριψη της έφεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου έγινε για νομικούς λόγους και δη το Εφετείο απέρριψε τους οικείους λόγους της έφεσης της ενάγουσας, όπως και τον πρόσθετο λόγο έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κρίνοντας ότι η ενάγουσα όφειλε να καταβάλει το αντιστοιχούν στο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής δικαστικό ένσημο, χωρίς η κρίση του αυτή να προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως, τον δε πρόσθετο λόγο της έφεσης της ενάγουσας, κατά το δεύτερο σκέλος του, ως αλυσιτελώς προτεινόμενο, σε τρόπο ώστε, αφού η απόρριψη αυτή δεν έγινε κατά παραδοχή κάποιου ισχυρισμού της μη προσηκόντως παρασταθείσας δεύτερης αναιρεσείουσας, πράγμα που δεν επικαλείται και η αναιρεσείουσα, να μη μπορεί να γίνει λόγος για ίδρυση του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Υπό τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον για την αναιρεσείουσα από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον συγκεκριμένο λόγο, διότι ακόμη και με την εκδοχή ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη έπρεπε να δικαστεί ερήμην, δεν υφίστανται η αναιρεσείουσα βλάβη τέτοια που να δικαιολογεί την άσκηση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στην αναιρεσείουσα προς άσκηση του προκείμενου δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ειδικά δε καθόσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι και η ίδια έπρεπε να δικαστεί ερήμην, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος στο αντικείμενο της δίκης δικαστικού ενσήμου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον η αναιρεσείουσα με όλους τους λόγους της έφεσής της ισχυρίζονταν ότι δεν υπείχε υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και συνεπώς δεν μπορούσε να δικαστεί ερήμην λόγω μη καταβολής του από το Εφετείο.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσας δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. ΕΙΔΙΚΑ ΚΑΛΩΔΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 1/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ