Legislator Case Law & Legislation
904/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court award for moral damages due to lack of work, remanding for new trial.

Case Number 904/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a labor court decision awarding 500 euros in moral damages. The lower court had granted the award based on the employer's failure to assign tasks during specific days, arguing this diminished the employee's professional value. The Supreme Court found this reasoning flawed and remanded the case for a new trial to determine the appropriate compensation amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for retrial when the lower court's assessment of moral damages lacks factual basis or exceeds reasonable discretion, requiring a new determination of the appropriate compensation amount.

Keywords

AI generated
moral damages assessment labor dispute appeal discretionary limits remand for retrial professional value reduction Code of Civil Procedure equitable compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 15 paragraph 2 of Presidential Decree 4201/1961
Article 3 of Presidential Decree 434/1937
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 § 3 Κωδ.
Article 12 of Presidential Decree 434/1937
Article 45 paragraph 7 of Presidential Decree 434/1937

Cited Case Law

AI generated
AP 580 paragraph 3

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 904 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 904/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τ.-Χ. Ζ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Ιορδανίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Τ. του Σ., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τσιλιγγίρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν η 205/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 366/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 22.3.2021 αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 366/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ. 205/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης. Η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεσή της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Mε το κανονιστικό διάταγμα της 19/23.7.1941 <<περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των Αναγκαστικών νόμων 434/1937, 1933/1939, 2182/1940, 2532/1940 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους" προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι τα Υποθηκοφυλακεία είναι άμισθα ή έμμισθα, ότι το προσωπικό εκάστου αμίσθου Υποθηκοφυλακείου σύγκειται εξ ενός Υποθηκοφύλακος, ο οποίος δύναται να βοηθείται από ένα ή πλείονες υπαλλήλους, προσλαμβανομένους και αμειβομένους παρ'αυτού, ως και ότι οι εργάσιμες ώρες τους ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης [άρθρα 3, 12 και 45 παρ.7, όπως αντικ.

με άρθρ.15 παρ.2 του ν.δ. 4201/1961]. Με το ν. 325/1976 καθορίζονται τα εισπραττόμενα δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου και των αμίσθων Υποθηκοφυλάκων, οι οποίοι ανεξαρτήτως των τελών, εισπράττουν από τους αιτούντες την εγγραφή εις τα βιβλία των, πάγια και αναλογικά δικαιώματα, από τα οποία ο άμισθος Υποθηκοφύλακας παρακρατεί για την αμοιβή του και την αντιμετώπιση των γενικών εξόδων της λειτουργίας των Υποθηκοφυλακείων το σύνολο τούτων, εφόσον αυτά δεν υπερβαίνουν το ποσό των 360.000 δραχμών ετησίως, ενώ εάν τα δικαιώματα υπερβαίνουν το ποσό αυτό παρακρατεί και πλέον του ποσού τούτου και ποσοστό 20% πέραν των 360.000 δραχμών [άρθρα 1,2 επ., 16]. 'Ηδη τα ποσά αυτά αναπροσαρμόσθηκαν με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών με τελευταία ισχύουσα την Υ.Α. 26233/2005 [Β'341].

Περαιτέρω, το άρθρο 56 του ως άνω Διατάγματος της 19/23.7.1941, το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 153/1967 και στη συνέχεια με το αρθρο 1 του ν.δ. 811/1971, ορίζει στις παραγράφους 4 και 5 και στη συνέχεια στις αναριθμηθείσες παραγράφους 7 και 8, κατά το άρθρο 22 παρ. 12 του ν. 1868/1989, ότι ο ειδικός άμισθος Υποθηκοφύλακας παρακρατεί πλέον του εις την προηγούμενη παράγραφο ποσού, τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές, που αναλογούν στο πέραν του κατά την παραγρ. 3 παρακρατουμένου ποσού, ως και τις δαπάνες μισθοδοσίας των υπαλλήλων και τις υπέρ των οικείων ασφαλιστικών Ταμείων αντιστοίχως εισφορές τούτων ως εργοδοτών, οι οποίες για κάθε υπάλληλο δεν δύνανται να υπερβαίνουν τα υπό των οικείων συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων καθοριζόμενα όρια.

Ο αριθμός των απαραιτήτως για την κανονική λειτουργία εκάστου αμίσθου Υποθηκοφυλακείου υπαλλήλων, καθορίζεται δι'αποφάσεων των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδιδομένων κατόπιν ειδικώς αιτιολογημένης γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως Πρωτοδικών βάσει του αριθμού των εισαγομένων πάσης φύσεως αιτήσεων και κατ'αναλογίαν ενός υπαλλήλου προς χιλίας τουλάχιστον αιτήσεις εκ των κατ'έτος υποβαλλομένων.

Εάν τα εισπραττόμενα δικαιώματα, μηνιαίως ή ετησίως, είναι κατώτερα των όσων κατά τις προηγούμενες παραγράφους, δικαιούται να παρακρατήσει ο υποθηκοφύλακας για αμοιβή αυτού και προς αντιμετώπιση των γενικών εξόδων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου και μισθοδοσίας του απασχολουμένου προσωπικού του, ως και τις εργοδοτικές εισφορές, ουδεμία υποχρέωση αναλαμβάνει το Δημόσιο προς συμπλήρωση του παρακρατουμένου ποσού μέχρι των οριζομένων ορίων.

Ακόμη κατά το άρθρο 2 του α.ν. 153/1967 τα εισπραττόμενα δικαιώματα κατατίθενται στο οικείο Δημόσιο Ταμείο ανά τρίμηνο εντός του πρώτου 10ημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου. Εάν τα εισπραχθέντα δικαιώματα τριμήνου είναι κατώτερα των όσων δικαιούται να παρακρατήσει ο Υποθηκοφύλακας δι'εαυτόν, δια τας αποδοχάς των υπαλλήλων του, συμπληρούνται αυτά εκ των επί πλέον εισπραττομένων δικαιωμάτων των επομένων τριμήνων εις τρόπον ώστε τα παρακρατούμενα να μην υπερβαίνουν κατ'έτος τα ποσά που ορίζονται στο άρθρο 16 του ν. 325/1976.

Ακόμη κατ'εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 108 παρ.5 του ν. 4055/2012 εκδόθηκε η ΚΥΑ 37480/4.5.2012 "Ρυθμίσεις για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με τη διαδικασία του ν.δ.811/1971, όπως ισχύει" [Β'1532/2012], κατά την οποία το προσωπικό των υποθηκοφυλακείων που προσλαμβάνεται με τη διαδικασία αυτή του ν.δ.811/1971 είναι πλήρους απασχόλησης, παρέχει τις υπηρεσίες του κατά το ωράριο λειτουργίας του άμισθου Υποθηκοφυλακείου και σε κάθε περίπτωση κατά το χρόνο υποδοχής του κοινού.

Από όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι τα άμισθα υποθηκοφυλακεία αποτελούν αυτοτελείς Δημόσιες Υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργικά υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ, ο άμισθος Υποθηκοφύλακας "έχει την ιδιότητα δικαστικού υπαλλήλου". Αυτός "προΐσταται" ή "διευθύνει" τα Υποθηκοφυλακεία ως εκπρόσωπος της δημόσιας αρχής και δεν έχει ιδιότητα απλού επιχειρηματία, που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα για ίδιο λογαριασμό και για ίδιο κέρδος.

Δεν διαχειρίζεται ως ίδια "κέρδη" τα εισπραττόμενα για τις διενεργούμενες πράξεις δικαιώματα, ούτε δύναται να διαθέτει αυτά κατά βούληση δίδοντας, ελεύθερα, δυνάμει του διευθυντικού δικαιώματός του, στους υπαλλήλους του οποιεσδήποτε παροχές. Αντιθέτως, τα εισπραττόμενα ως άνω δικαιώματα αποτελούν χρήματα του Δημοσίου και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 Κωδ.

Δ/τος της 19/23.7.1941, οφείλει να τα αποδώσει σ' αυτό, αφού παρακρατήσει τα ποσά που απαιτούνται: α) για την αμοιβή του, β) για την αντιμετώπιση των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, γ) για τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές και δ) για τις δαπάνες μισθοδοσίας των απασχολουμένων υπαλλήλων και τις αντίστοιχες κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές αυτών.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 § 3 Κωδ. Δ/τος της 19/23.7.1941, οι παρακρατούμενες δαπάνες μισθοδοσίας δεν δύνανται να υπερβαίνουν τα όρια που ορίζονται από τις οικείες σ.σ.ε [ΑΠ 203/2015]. Το προσωπικό των άμισθων υποθηκοφυλακείων προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου κατόπιν επιλογής από τον άμισθο υποθηκοφύλακα, κατά την κρίση του, κατά την διαδικασία που ορίζεται στην υπ'αριθ. 37480/4.5.2012 ΚΥΑ με εργασιακό αντικείμενο καθοριζόμενο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του άμισθου υποθηκοφυλακείου.

Είναι πλήρους απασχόλησης, αποκλειομένης της απασχόλησης υπό τις προβλεπόμενες από την κοινή εργατική νομοθεσία ελαστικές μορφές απασχόλησης μισθωτών επιχειρήσεων, όπως εκείνες της μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης ή της θέσης σε διαθεσιμότητα και παρέχει τις υπηρεσίες του κατά το ωράριο λειτουργίας του άμισθου Υποθηκοφυλακείου.

Οι προσλήψεις γίνονται με τη διαδικασία που ορίζει η ως άνω ΚΥΑ [περιπτ. 10 Α έως ΣΤ] από Επιτροπή Επιλογής, ενώ σε περίπτωση, που ο άμισθος Υποθηκοφύλακας προτίθεται να προβεί σε μείωση του προσωπικού ενημερώνεται εγγράφως ο οικείος Εισαγγελέας Πρωτοδικών, ο οποίος συγκροτεί Επιτροπή για να αποφασίσει αιτιολογημένα για την ανάγκη μείωσης του προσωπικού.

Σε περίπτωση που ως λόγος απόλυσης αναφέρεται η ανεπάρκεια του παρακρατουμένου ποσού από τα προς απόδοση στο δημόσιο δικαιώματα, που προορίζεται για τη μισθοδοσία των απασχολουμένων υπαλλήλων ή η μείωση του αριθμού των εισαγομένων αιτήσεων και αφού προηγουμένως τηρηθούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 του Α.Ν. 153/1967, απολύονται κατά προτεραιότητα όσοι απασχολούνται και σε άλλη θέση εξαρτημένης εργασίας ή λαμβάνουν σύνταξη από οποιοδήποτε άλλο φορέα ή έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Προστατεύονται οι ανάπηροι, ενώ όταν δεν υφίσταται καμία από τις ως άνω περιπτώσεις απολύεται όποιος προσλήφθηκε τελευταίος χρονικά και μεταξύ ομοίων περιπτώσεων εκείνος με τα λιγότερα τυπικά προσόντα [βλ. ΚΥΑ περιπτ. 10 Ζ και ΣΤΕ 2573/2015].

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της ως υπάλληλος του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, του οποίου προίστατο ως Υποθηκοφύλακας η αναιρεσίβλητη και ότι το έτος 2016 η αναιρεσίβλητη αρνούμενη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, η οποία προσήρχετο στο χώρο του υποθηκοφυλακείου για να προσφέρει την εργασία της καθ'όλες τις, κατά τη συμφωνία, εργάσιμες ημέρες εκάστου μήνα, περιήλθε σε υπερημερία και δικαιούται διαφορές αποδοχών, ως μισθούς υπερημερίας για το έτος 2016, των μηνών Ιανουαρίου, Απριλίου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου, επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα, συνολικά 6.747,41 ευρώ, ενώ, για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Μάιο δεν υπάρχουν οφειλές, γιατί η αναιρεσείουσα συμφώνησε και έλαβε άδεια άνευ αποδοχών.

Ακόμη [δέχθηκε] ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία περί λήψεως άδειών άνευ αποδοχών για όσο χρόνο τα έσοδα του υποθηκοφυλακείου ήταν μειωμένα, ότι ως προς την υποχρέωση καταβολής μισθών και πάσης φύσεως αποδοχών ο υποθηκοφύλακας δεν ευθύνεται ο ίδιος ατομικά με την προσωπική του περιουσία και συνακόλουθα τα κονδύλια διαφορών νομίμων και καταβαλλομένων αποδοχών, ως και μισθών υπερημερίας έπρεπε να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν.Δ. 811/1971 και του άρθρου 22 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, όπως ειδικότερα καθορίζουν οι νόμοι.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε υπεύθυνος για την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών έναντι των εργαζομένων στα υποθηκοφυλακεία είναι ο άμισθος υποθηκοφύλακας, ο οποίος είναι εργοδότης τους κατά τη σύμβαση εργασίας, με την ιδιότητα δε αυτή παρακρατεί τις δαπάνες μισθοδοσίας των εργαζομένων και ενέχεται έναντι αυτών στην καταβολή τους [βλ.

και ΑΠ 1864/2019]. Σε περίπτωση δε ανεπάρκειας των παρακρατουμένων ποσών ή μείωσης των εισαγομένων αιτήσεων, δηλαδή όταν απασχολούνται εργαζόμενοι περισσότεροι από έναν ανά χίλιες αιτήσεις [άρθρ. 56 παρ. 5 του κωδ. διατ/τος της 19/23.7.1941], προβλέπεται ειδική διαδικασία μείωσης προσωπικού από Ειδική Επιτροπή με μέριμνα του Εισαγγελέως.

Τέτοια διαδικασία δεν ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, με αίτηση της αναιρεσίβλητης και η τελευταία ευθύνεται ως εργοδότρια, συνδεόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία δεν αναμείχθηκε το Δημόσιο, στην καταβολή των οφειλομένων.

Συνεπώς, η απόφαση του Εφετείου έσφαλε, δεχόμενη ότι η αναιρεσίβλητη Υποθηκοφύλακας δεν νομιμοποιείται παθητικά στην καταβολή των οφειλομένων αποδοχών της αναιρεσείουσας, αφού παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και ο σχετικός εκ του αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος κατ'ουσίαν.

Από το άρθρο 932 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη διάταξη αυτή δεν εξειδικεύονται τα κριτήρια με βάση τα οποία το δικαστήριο θα καθορίσει το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που θα επιδικάσει για ηθική βλάβη στον συγκεκριμένο παθόντα, αλλά αφήνει στο δικαστή την εκτίμηση των ειδικών συνθηκών κάθε περίπτωσης, με βάση κριτήρια που η νομολογία ήδη έχει διαμορφώσει κατά την κοινή πείρα και λογική και τα οποία κυρίως είναι το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών. Κατά το ίδιο άρθρο, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ελεγχόμενη για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της εν λόγω διατάξεως κατά την εξειδίκευσή της με κριτήρια αντικειμενικά, αντλούμενα από το σκοπό του κανόνα δικαίου, στον οποίον περιέχεται, υπόκειται στον έλεγχο της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, και η υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ [ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015].

Με τον δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο με τις παραδοχές <<αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προσέρχεται κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας της στο χώρο του Υποθηκοφυλακείου προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες αλλά η εναγομένη, ορισμένες ημέρες του μήνα που αυτή επιλέγει, δεν της αναθέτει αντικείμενο προς εργασία [διεκπεραίωση αιτήσεων κλπ] και δεν απευθύνεται προς αυτή καθ'όλη τη διάρκεια του ωραρίου.

Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης είναι μειωτική για την προσωπικότητα της ενάγουσας ως εργαζόμενης δεδομένου ότι συνιστά μείωση της επαγγελματικής της αξίας κατά τρόπο που εκθέτει την ενάγουσα στους συναδέλφους της και στο κοινωνικό της περιβάλλον στην πόλη της Ξάνθης, ενόψει και του είδους της απασχολήσεως αλλά και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντός της για πραγματική απασχόληση, δικαιολογεί δε αποζημίωση προς ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης...λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τελέσεως της προσβολής της προσωπικότητάς της ενάγουσας, όπως προεκτέθηκαν, την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, την κοινωνική κατάσταση αυτών και συγκεκριμένα της ενάγουσας ως υπαλλήλου και της εναγομένης ως υποθηκοφύλακος, το είδος και την έκταση της βλάβης, κρίνει ως εύλογο το ποσό των 500,00 ευρώ >>, το Μονομελές Εφετείο υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας στον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού όφειλε να προσδιορίσει το σχετικό ποσό σε 20.000 ευρώ αντί 500 ευρώ και ως εκ τούτου υπέπεσε στην εκ του αριθ. 1 πλημμέλεια του ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατ'ουσίαν, αφού με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας στο ποσό των 500,00 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, γιατί το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Mετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [ΑΠ 580 παρ.3] και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττώμενη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 366/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ