Legislator Case Law & Legislation
904/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order, rejecting claim that lower court ignored prior property judgment.

Case Number 904/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a legal entity seeking to overturn an eviction order against farmers. The appellants argued the Court of Appeal failed to consider a prior 2001 judgment establishing their property rights and possession. The court found the lower court had explicitly reviewed and evaluated this evidence, thereby refuting the claim of non-consideration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(1)(c), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal alleging a lower court failed to consider specific evidence must be substantiated by proof that such evidence was indeed ignored, not merely by the existence of the document.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration property rights judgment eviction order legal entity appellant costs of litigation res judicata

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 212/2011 of the Supreme Court
Decision 17/2014 of the Court of Appeal of Western Macedonia
Decision 203/2001 of the Court of Appeal of Western Macedonia

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 904 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 904/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "Σύλλογος Ακτημόνων και Ανεπαρκώς Αποκατεστημένων Αγροτών της Κοινότητας Ασπροκκλησιάς ΤΑ ΧΑΣΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Τριμίντζιο και Δημήτριο Τσικρικά, οι οποίοι δήλωσαν ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους υπό στοιχεία Β και Γ αναιρεσιβλήτους.

Των αναιρεσιβλήτων: Α.1) Α. συζ. Χ. Ν., κατοίκου ..., 2) Ε. χήρας Π. Σ., κατοίκου ..., 3)α) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., β) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ως κληρονόμων της Β. χήρας Ι. Κ., 4) Χ. Γ. Μ., Β.1) Ι. συζ. Σ. Π., το γένος Ν. Κ., 2) Μ. Δ., το γένος Ν. Κ., κατοίκων ..., 3) Ε. συζ. Σ. Λ., το γένος Α. Σ., 4) Ε. συζ. Χ. Κ., το γένος Α. Σ., Γ. 1α) Κ. Β. Σ., β) Α. Β. Σ., γ) Μ. Β. Σ., δ) Π. χήρας Β. Σ., ως κληρονόμων του Β. Σ., κατοίκων ..., 2) Γ. Σ. του Ε., 3) Α. Σ. του Ε., 4) Ι. Σ. του Ε., 5) Π. Σ. του Ε., 6) Δ. χήρας Ε. Σ., κατοίκων ..., 7) Ε. Σ. του Α., συζ. Γ. Γ., κατοίκου ..., 8) Μ. χήρας Γ. Σ., κατοίκου ..., 9) Μ. συζ. Π. Π., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Π. Π., 10) Ε. Π. του Π., ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμου του Π. Π., κατοίκων ... . Η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, η οποία ανακάλεσε την από 4/11/2014 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ο 3α δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 2η και 3β εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Απαλλαγάκη και ο 4ος παραστάθηκε με την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο. Οι υπό στοιχεία Β και Γ δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 16/9/2003 κύρια παρέμβαση των 1ης, 2ης και 4ου των υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Β. χήρας Π. Σ. που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 175/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 212/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 17/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 10/4/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 24/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με την προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της συζήτησης της υποθέσεως, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης και ότι για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, καθ' όσον αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο δε θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, αφού γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης, Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πριν από την έναρξη της συζητήσεως της υποθέσεως παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους υπό στοιχεία Β1-4 και Γ1-10.

Συνεπώς ως προς αυτούς θεωρείται ως μη ασκηθείσα η αίτηση αναίρεσης.

Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών αγωγή κατά των εναγομένων τότε ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναίρεσης μεταξύ των οποίων και κατά των Ι.

Π., Μ. Δ., Ε. Λ. και Ε. Κ., με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί συγκύριος των επιδίκων ακινήτων και ειδικότερα επί ενός δάσους και επί ογδόντα τριών (83) αυτοτελών, καλλιεργήσιμων αγρών, που βρίσκονται εντός του δάσους επικαλούμενος την έκτακτη χρησικτησία ως τρόπο απόκτησης του δικαιώματος αυτού. Και ενώ ήταν εκκρεμής μεταξύ των προαναφερομένων διαδίκων η δίκη επί της αγωγής, άσκησαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου νομοτύπως με ίδιο δικόγραφο κυρία παρέμβαση (υπ' αριθμ. 76/19-9-2003) οι ήδη αναιρεσίβλητοι, την οποία απηύθυναν κατά των αρχικών διαδίκων, αντιποιούμενοι το αντικείμενο της δίκης επί της αγωγής και ζήτησαν να αναγνωρισθούν αυτοί συγκύριοι του επιδίκου δάσους και αποκλειστικοί συγκύριοι δέκα από τους επιδίκους ογδόντα τρεις αγρούς και ειδικότερα τους κείμενους στις θέσεις "Ποταμιά", "Σουρβάλα" και "Καπίσια", διαφορετικά να αναγνωρισθούν συγκύριοι των ογδόντα τριών αγρών, επικαλούμενοι ότι απέκτησαν τη συγκυριότητά τους με παράγωγο τρόπο, κληρονομική διαδοχή, αλλά και με πρωτότυπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, όσον αφορά το δάσος και τους ογδόντα τρεις αγρούς και με πρωτότυπο τακτική και έκτακτη χρησικτησία, όσον αφορά τους δέκα αγρούς.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 10/2005 οριστική απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τους εναγομένους και καθ' ών η κυρία παρέμβαση και ήδη αναιρεσιβλήτους, Ι. Π., Μ. Δ., Ε. Λ. και Ε. Κ., δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς κάποιους από τους εναγομένους, καθ' ών η κυρία παρέμβαση, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και απέρριψε ως μη νόμιμη την κυρία παρέμβαση.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι ηττηθέντες κυρίως παρεμβάντες, με την οποία διατυπώθηκαν παράπονα κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς την κρίση της τόσο για την αγωγή όσον και για την απόρριψη της κυρίας παρέμβασης, Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 175/2007 απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι οι λόγοι της έφεσης κατά το μέρος που αφορούσαν την κύρια αγωγή, και έγινε δεκτή η έφεση ως προς τους λόγους της, που αφορούσαν την κυρία παρέμβαση.

Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι η κυρία παρέμβαση κατά το μέρος με το οποίο ζητούσαν οι παρεμβαίνοντες να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου δάσους και επικουρικώς των ογδόντα τριών αγρών είναι νόμιμη, καθώς επίσης είναι νόμιμη και ως προς το μερικότερο κύριο αίτημα αυτής για την αναγνώριση της αποκλειστικής συγκυριότητας επί των δέκα αγρών αλλά κατά την έκταση που το αίτημα αυτό δεν υπερβαίνει το αίτημα της αγωγής, καθ' όσον μέχρι την έκταση του αιτήματος αυτού νομίμως εισάγεται με την παρέμβαση αντιποίηση του αντικειμένου της κύριας δίκης, Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο με την κύρια αιτιολογία του ως προς τους δέκα αγρούς ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των κυρίως παρεμβαινόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, προέβη το 1951 σε άτυπη συμφωνία με τους λοιπούς συγκυρίους του επιδίκου δάσους και των ογδόντα τριών αγρών, κατά την οποία, οι μεν λοιποί συγκύριοι παραιτήθηκαν των δικαιωμάτων τους επί των παραπάνω δέκα αγρών και ότι αυτός θα χρησιδέσποζε έκτοτε αποκλειστικά αυτούς, παραιτούμενος των δικαιωμάτων του επί των λοιπών επιδίκων ακινήτων.

Έκρινε ακόμα το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των παρεμβαινόντων νεμήθηκε ποτέ αποκλειστικά ως κύριος τους επίδικους δέκα αγρούς και έτσι δεν κατέστησαν αποκλειστικοί συγκύριοι κατά τους επικαλούμενους τρόπους απόκτησης του δικαιώματος αυτού, επί των δέκα αγρών, οι παρεμβαίνοντες και απέρριψε κατ' ουσίαν κατά το μέρος τούτο την κυρία παρέμβαση.

Επίσης το Εφετείο ως προς την αξίωση των παρεμβαινόντων για την αναγνώρισή τους ως συγκυρίων του δάσους και των ογδόντα τριών αγρών δέχθηκε μεν ότι οι τελευταίοι είχαν πράγματι καταστεί συγκύριοι τούτων, πλην όμως απέρριψε κατ' ουσίαν την κυρία παρέμβαση κατά παραδοχή ένστασης που πρόβαλε το αναιρεσείον ότι έχει παραγραφεί το δικαίωμα των τελευταίων προς διεκδίκηση των επιδίκων, λόγω παρέλευσης εικοσαετίας από την κατάληψή τους από το ίδιο μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και συνεπώς ελλείπει το έννομο συμφέρον τους προς άσκηση αυτής.

Την ίδια αιτιολογία περί παραγραφής και έλλειψης εννόμου συμφέροντος, ως επάλληλη δέχθηκε το Εφετείο για την απόρριψη και της αγωγικής αξίωσης αναγνώρισης της συγκυριότητας των παρεμβαινόντων επί των δέκα αγρών. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 212/2011 απόφαση Αρείου Πάγου κατά παραδοχή αίτησης αναίρεσης των κυρίως παρεμβαινόντων για τις προβλεπόμενες από τους αρ. 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικές πλημμέλειες σε σχέση με τον περί παραγραφής και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος προταθένα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και ειδικότερα ως προς την από τον αρ. 11γ πλημμέλεια επειδή δε λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο εξώδικες ομολογίες του από τις οποίες πρόεκυπτε ότι δεν υπήρξε νομέας των επιδίκων το τελευταίο και η υπόθεση ακολούθως παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας.

Το Εφετείο εκδικάζοντας πλέον την έφεση των κυρίως παρεμβαινόντων, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως επανήλθαν κατ' άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την κυρία παρέμβαση και ειδικότερα ως προς την αξίωση των παρεμβαινόντων για την αναγνώρισή τους ως συγκυρίων του δάσους και των ογδόντα τριών αγρών, την οποία και μόνον ερεύνησε κατ' ουσίαν και σε σχέση με το προαναφερόμενο ισχυρισμό και δέχθηκε κατά το μέρος τούτο, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας τον περί παραγραφής ισχυρισμό ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο αναιρεσείων με την αίτηση αναίρεσης.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 331, 324 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα ως προς την έννομη σχέση που κρίθηκε όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Το ουσιαστικό δεδικασμένο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση που το στηρίζει. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια όσον και αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 322 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη δημιουργεί δεδικασμένο ως προς το δικονομικό ζήτημα που οδήγησε στην απόρριψή της για το συγκεκριμένο λόγο δε λύνει το ζήτημα αν υπάρχει ή όχι το δικαίωμα που επικαλέσθηκε με αυτήν ο ενάγων.

Η απόφαση αυτή δε μετέβαλε την κατάσταση του δικαιώματος, που εξακολουθεί να είναι νομικώς αμφισβητήσιμο και έτσι είναι παραδεκτή η διεξαγωγή της νέας δίκης για το ίδιο ουσιαστικό δικαίωμα. Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου, αποτυπώνεται στο άρθρο 325 Κ.Πολ.Δ., που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων.

Μεταβολή της ταυτότητας της ιδιότητας των διαδίκων δεν υπάρχει όταν μεταβάλλεται απλώς η διαδικαστική τους θέση, όταν δηλαδή ο ενάγων ή ο κυρίως παρεμβαίνων στην πρώτη δίκη είναι στη δεύτερη δίκη εναγόμενος ή καθ' ού η παρέμβαση ή αντιστρόφως. Οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο για το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, εφ' όσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία και δεν περιλαμβάνει τούτο και τις αιτιολογίες της απόφασης, ούτε αφορά δικαιώματα ή έννομες σχέσεις, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος που κρίθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάσθηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του για το ένδικο δικαίωμα ή ως προς εκείνα που κρίθηκαν πλεοναστικά.

Εξάλλου το αντικείμενο της δίκης καθορίζεται με την αγωγή, το δε δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει τη συνδρομή ή όχι των πραγματικών προϋποθέσεων της διάταξης, η οποία προβλέπει το δικαίωμα που υποβάλλει ο ενάγων και την κατάφαση ή άρνηση της προβλεπόμενης έννομης συνέπειας. Περαιτέρω επειδή ο αντιποιούμενος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης και κυρίως κατά το άρθρο 79 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

παρεμβαίνων σ' αυτήν, καθίσταται μεν κύριος διάδικος, πλην, ως αντιδικών προς όλους τους αρχικούς διαδίκους έναντι των οποίων και επιδιώκει με την παρέμβασή του να εξέλθει νικητής, δεν τελεί σε σχέση ομοδικίας, απλής ή αναγκαστικής με κάποιον από αυτούς. Δεσμεύεται δε από το δεδικασμένο που δημιουργείται από την απόφαση επί της κυρίας παρεμβάσεώς του, το οποίο εκτείνεται και στους αρχικούς (κυρίους) διαδίκους, δε μετέχει όμως στη δίκη επί της αγωγής και συνεπώς δε δεσμεύονται από το επ' αυτής δεδικασμένο.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσον για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρου 324 Κ.Πολ.Δ.

προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ότι δηλαδή το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 178/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η κυρία παρέμβαση των κυρίως παρεμβαινόντων και στην παρούσα δίκη και ήδη αναιρεσιβλήτων με το ίδιο με αυτήν περιεχόμενο και αίτημα κατά του αναιρεσείοντος ως εναγομένου στην τότε κύρια δίκη και κατά των τότε εναγουσών Ε.

Λ. και Ε. Κ., οι οποίες ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωρισθούν συγκυρίες των επιδίκων ακινήτων και με την οποία απόφαση κρίθηκε ότι οι παρεμβαίνοντες δεν είναι συγκύριοι αυτών που εμποδίζει την εκ νέου κρίση του ίδιου ζητήματος. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προς διακρίβωση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 10-9-2002 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών κατά του αναιρεσείοντος οι ενάγουσες Ε. Λ. και Ε. Κ. ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκυρίες του ήδη επιδίκου ακινήτου δηλαδή του δάσους και των ογδόντα τριών αγρών. Οι ενάγουσες αυτές είναι μεταξύ των εναγομένων της αγωγής που άσκησε το αναιρεσείον, στην ένδικη υπόθεση και των καθ'ών η υπό κρίση κυρία παρέμβαση.

Στην εκκρεμή μεταξύ των παραπάνω διαδίκων δίκη άσκησαν κυρία παρέμβαση οι κυρίως παρεμβάντες και στην παρούσα δίκη, θεμελιούμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και με ίδιο αίτημα με την ένδικη κυρία παρέμβαση, αντιποιούμενοι εκείνο το αγωγικό δικαίωμα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την κυρία παρέμβαση και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Επί των εφέσεων, που άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο-αναιρεσείον και οι κυρίως παρεμβάντες-αναιρεσίβλητοι, εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση, 178/2007, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η κυρία παρέμβαση ως προς το αίτημά της για την αναγνώριση της συγκυριότητας των παρεμβαινόντων επί του δάσους και των ογδόντα τριών αγρών, κρίθηκε νόμιμη και παραδεκτή ως προς το αίτημά της για την αναγνώριση της αποκλειστικής συγκυριότητας των τελευταίων στους δέκα αγρούς, μόνον κατά την έκταση που δεν υπερβαίνει το αγωγικό αίτημα και ακολούθως απορρίφθηκε η κυρία παρέμβαση κατά το μέρος τούτο που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη με τις παραπάνω κύρια και επάλληλη αιτιολογία με τις οποίες απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και η ένδικη κυρία παρέμβαση με την προαναφερόμενη 175/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου.

Μετά την απόρριψη, όπως προαναφέρθηκε, της κυρίας παρέμβασης ως απαράδεκτης με την παραπάνω 178/2007 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος αυτής που αφορά την αξίωση αναγνώρισης της συγκυριότητας των παρεμβαινόντων στο δάσος και τους ογδόντα τρεις αγρούς, από την απόφαση αυτή παρήχθη δεδικασμένο που αφορά το μερικότερο ουσιαστικό δικαίωμα της κυρίας παρεμβάσεως ότι δηλαδή οι παρεμβαίνοντες δεν απέκτησαν συγκυριότητα επί των προαναφερομένων δέκα αγρών με έκτακτη χρησικτησία επειδή, όπως προαναφέρθηκε δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των τελευταίων, πατέρας τους, χρησιδέσποσε πότε αποκλειστικά μετά από συμφωνία με τους λοιπούς συγκυρίους, τους δέκα αυτούς αγρούς, παραιτηθείς των δικαιωμάτων του επί των λοιπών επιδίκων ακινήτων και το οποίο δεδικασμένο δεσμεύει τους παραπάνω διαδίκους.

Περαιτέρω εκ περισσού κατά την επάλληλη αιτιολογία της ίδιας απόφασης ερευνήθηκε ο ισχυρισμός περί παραγραφής του δικαιώματος διεκδίκησης των αγρών αυτών από τους παρεμβαίνοντες, μετά την παραδοχή του Εφετείου ότι οι παρεμβαίνοντες δεν είναι συγκύριοι των επιδίκων δέκα αγρών, αφού η έρευνα αυτού του ισχυρισμού προϋποθέτει κρίση περί υπάρξεως του δικαιώματος, που αφορά η παραγραφή.

Επομένως οι σχετικές με την έρευνα του θέματος αυτού αιτιολογίες της ίδιας απόφασης, ότι δηλαδή από το Σεπτέμβριο του 1982 το αναιρεσείον κατέλαβε τους παραπάνω αγρούς και τους κατέχει έκτοτε πλέον της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της κυρίας παρέμβασης και έτσι παραγράφηκε το δικαίωμα των τελευταίων, για τη διεκδίκηση της κυριότητάς τους λόγω συμπλήρωσης του χρόνου της παραγραφής, δεν προσδίδει σ' αυτές ισχύ δεδικασμένου.

Στην προκειμένη υπόθεση ταυτίζεται κατ' αρχήν το αντικείμενο της δίκης με εκείνο επί της οποίας εκδόθηκε η 178/2007 απόφαση του Εφετείου, που είναι η κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, δάσους και αγρών, υπάρχει δε και υποκειμενική ταυτότητα στις δύο δίκες. Πλην όμως με την προσβαλλομένη απόφαση δεν κρίθηκε εκ νέου η αξίωση των παρεμβαινόντων για τη συγκυριότητά τους επί των δέκα επιδίκων αγρών, για την έλλειψη της οποίας με δύναμη δεδικασμένου είχε κρίνει η 178/2007 απόφαση του Εφετείου, αλλά ούτε και επί του δάσους και των ογδόντα τριών αγρών, για την οποία αμετακλήτως έκρινε η 175/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία ως προς την κρίση της αυτή, δηλαδή ότι οι παρεμβαίνοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι των δέκα αγρών, καθώς και ότι οι ίδιοι κατέστησαν συγκύριοι του δάσους και των ογδόντα τριών αγρών, δεν αναιρέθηκε με την 212/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως ορθώς μνημονεύεται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση), αναιρέθηκε μόνο κατά το μέρος αυτής που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον περί παραγραφής ισχυρισμό.

Έτσι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν ασχολήθηκε με την εκ νέου έρευνα της συγκυριότητας των παρεμβαινόντων στα επίδικα ακίνητα.

Συνεπώς είναι απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.

Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά το διατακτικό της απόφασης για τον αναιρεσείοντα. Επομένως δεν ιδρύει τον λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο, απαράδεκτο γενικώς, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει σε επίκληση έννομης συνέπειας.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου, που είχε προτείνει με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας, ως εφεσίβλητος προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, που απορρέει από την 177/2007 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η κυρία παρέμβαση των κυρίως παρεμβαινόντων και στην παρούσα δίκη και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος ως εναγομένου στην τότε δίκη και κατά των τότε εναγουσών Ι.

Π. και Μ. Δ. με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν μεταξύ άλλων αποκλειστικοί συγκύριοι των δέκα επιδίκων αγρών. Από την επισκόπηση της παραπάνω απόφασης, 177/2008, προκύπτει ότι οι εναγόμενες στην αγωγή του αναιρεσείοντος της προκειμένης υπόθεσης Ι. Π. και Μ. Δ. άσκησαν κατά του τελευταίου αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκυρίες των επιδίκων ακινήτων δηλαδή του δάσους και των ογδόντα τριών αγρών.

Στη δίκη εκείνη άσκησαν κυρία παρέμβαση οι κυρίως παρεμβαίνοντες και στην παρούσα δίκη με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και αίτημα. Τόσον το πρωτοβάθμιο όσον και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την 177/2007 απόφασή του έκριναν ως προς την αγωγή και την κυρία παρέμβαση όπως και η παραπάνω 178/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου, οι αιτιολογίες της οποίας αναφέρονται στα πλαίσια έρευνας της βασιμότητας του πρώτου αναιρετικού λόγου.

Συνεπώς ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν ασχολήθηκε με το θέμα της συγκυριότητας των παρεμβαινόντων επί των δέκα αγρών, αλλά και του δάσους και των ογδόντα τριών αγρών και γι'αυτό απορρίφθηκε πρώτος αναιρετικός λόγος, ο φερόμενος ως αγνοηθείς περί δεδικασμένου ισχυρισμός ήταν αλυσιτελής ως μη νόμιμος, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη η κυρία παρέμβαση, δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την 203/2001 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της κυρίας παρέμβασης.

Από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει και την παραπάνω απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής τρίτων κατά του τελευταίου με αντικείμενο την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων και με την οποία έγινε δεκτό ότι το αναιρεσείον δια των οργάνων του κατέλαβε τα επίδικα ακίνητα στο τέλος Σεπτεμβρίου του έτους 1982 και έκτοτε τα νέμεται πλέον της εικοσαετίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και την απόφαση αυτή, την οποία μάλιστα ειδικώς μνημονεύει και αξιολογεί χωριστά για αντίκρουση τόσον του προβληθέντος από το αναιρεσείον ισχυρισμού περί δεδικασμένου, που απορρέει από την απόφαση αυτή όσον και της εξώδικης ομολογίας του ότι δεν άσκησε νομή στα επίδικα που είχαν προβάλλει οι αναιρεσίβλητοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 10-4-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 17/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς τους αναιρεσιβλήτους υπό στοιχεία Β1-4 και Γ1-10.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ