Supreme Court dismisses appeal on consumer protection grounds regarding bank account closure as not abusive.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting a consumer protection claim. The appellants argued that the bank's sudden closure of their joint account was abusive under the Consumer Protection Law, citing significant debt repayment prior to the closure. The court found the appellants' arguments legally unfounded because the factual circumstances did not demonstrate an abuse of the bank's contractual right to terminate the agreement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 § 6 and 7 of Law 2251/1994; The court held that a bank's right to terminate a credit agreement and close an account is not considered abusive merely because the account was closed, provided the termination was exercised within the legal framework and did not violate the balance of rights and obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 904 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 904/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Π. του Η. και 2. Α. Θ. του Γ. συζ. Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λεκέα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." και έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.05.2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:25.074/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1429/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1η Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 19 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2§6 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών" όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ) δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή (Ολομ.ΑΠ 15/2007).
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά την σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται (ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 1987/2006).
Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου καταχρηστικοί ενδεικτικά είναι οι ΓΟΣ, που μεταξύ άλλων ... επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης ή τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο ... . Οι αναφερόμενες ενδεικτικές περιπτώσεις των γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου, από τον νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 (ΑΠ 1996/2010).
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του Α.Κ. με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μή ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (ΑΠ 1430/2005).
Εξάλλου, κατ' άρθρο 2 παρ. β' της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ ''σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές'' καταναλωτής είναι ''Κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς, οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες''.
Επίσης με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής παρέχεται η δυνατότητα στα Κράτη μέλη "να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνα προς την συνθήκη για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή". Η ευχέρεια όμως δεν φθάνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα Κράτη μέλη να διευρύνουν τον κύκλο των προσώπων που ορίζονται ως καταναλωτές.
Ως προς την έννοια του καταναλωτή εκτός της αναφοράς που γίνεται στην ανωτέρω οδηγία, κατά την νομολογία του ΔΕΚ, η οποία είναι δεσμευτική για τα Κράτη μέλη, υπό τη μορφή της αυθεντικής ερμηνείας (Πρωτόκολλο της 3-6-1971, κυρωθέν με το Ν. 1814/1988 - Ολ.ΑΠ 1738/2009), ως σύμβαση καταναλωτή θεωρείται μόνον εκείνη που αποβλέπει στην κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών ή εμπορικών του δραστηριοτήτων.
Συγκεκριμένα επί της υπόθεσης 269/1995 το ΔΕΚ αποφάνθηκε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 της σύμβασης των Βρυξελλών ότι "μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως οικονομικώς ασθενέστερο μέρος" (βλ.
Ελ.Δνη 39, 238). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 2251/1994 και ειδικώτερα εκείνων του άρθρου 8§§1,2,3 και 4, στις προέχουσες υπηρεσίες εμπίπτουν και οι Τράπεζες, οι οποίες υπέχουν, έναντι του καταναλωτικού κοινού, ανταλλακτικές υποχρεώσεις (ΑΠ 11/2001). Όμως ο εγγυητής στη σύμβαση τραπεζικής πιστώσεως δεν παρίσταται ως αποδέκτης των υπηρεσιών της τράπεζας, δηλαδή ως καταναλωτής, ώστε δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της νομοθεσίας περί προστασίας του καταναλωτή (Ν. 2.251/1994, όπως ισχύει).
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι με την υπ' αριθμό .../11-3-2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό τρεχούμενο (αλληλόχρεο) λογαριασμό η καθής η ανακοπή ''Άλφα Τράπεζα'' χορήγησε στις 11-3-2004 στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''ΕΠΙΛΕΚΤΟ ΑΕ'' πίστωση με ανοικτό λογαριασμό ποσού εκ 250.000 ευρώ με τόκο και προμήθεια, οι οποίοι θα υπολογίζοντο με το ανώτατο όριο των Τραπεζικών συναλλαγών καθώς και με τους όρους και τις συμφωνίες, που αναγράφονται σε αυτήν.
Το ποσό της πιστώσεως αυξήθηκε κατά 250.000 ευρώ με την από 11-11-2004 πρόσθετη πράξη αυξήσεως που συνάφθηκε επίσης μεταξύ της πιστοδότριας Τράπεζας και της ως άνω εταιρίας και την οποία υπέγραψαν ως εγγυητές οι ανακόπτοντες αποδεχθέντες κατά την υπογραφή της τους όρους της υπ' αριθμό 725-... σύμβασης πίστωσης, εγγυηθέντες έτσι την τήρηση των όρων της και την εξόφληση του καταλοίπου.
Ότι με τον 10ον όρο παρ.2 της σύμβασης πίστωσης ορίζετο ότι η Τράπεζα δικαιούται κατά την κρίση της, για οποιοδήποτε λόγο και σε οποιοδήποτε χρόνο ακόμη και πριν από οποιαδήποτε χρήση της, να κλείνει οριστικά την πίστωση και του ή τους λογαριασμούς που την εξυπηρετούν, το κατάλοιπο των οποίων, θα γίνεται με το οριστικό αυτό κλείσιμο αμέσως απαιτητό χωρίς προηγούμενη καταγγελία ή ειδοποίηση του πιστούχου, ο οποίος περιέρχεται αυτοδικαίως σε υπερημερία, οφείλοντας επί του καταλοίπου τον εκάστοτε τόκο υπερημερίας και τον επί αυτού τόκο".
Ότι η ανωτέρω, συμφωνία με την οποία η καθής η ανακοπή Τράπεζα επιφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα του μονομερούς κλεισίματος του λογαριασμού είναι έγκυρη και ισχυρή κατά το άρθρ. 112 παρ.2 εδ. β εισ. ΝΑΚ. Ότι εις εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, ανοίχθηκε λογαριασμός, στον οποίο καταχωρήθηκαν, με τον τύπο και την μορφή Πιστοχρεωστικών Κονδυλίων, όλες οι δοσοληψίες μεταξύ των συμβληθέντων, όπως χορηγήσεις, πληρωμές, καταθέσεις, προϊόν από μεταβίβαση αξιόγραφων κ.λ.π.
Ότι ο πιο πάνω ανοικτός αλληλόχρεος λογαριασμός λειτούργησε κανονικά μέχρι την 14-3-2006, οπότε κλείσθηκε οριστικά από την πιστοδότρια Τράπεζα, η οποία απέστειλε στην πιστούχο και στους εγγυητές την από 15-3-2006 καταγγελία της, στην οποία αναφέρετο χρεωστικό κατάλοιπο εκ 33.813,86 ευρώ. Οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίστηκαν ότι το οριστικό κλείσιμο εκ μέρους της καθής Τράπεζας του αλληλοχρέου λογαριασμού ενέχει τον χαρακτήρα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της Τράπεζας να καταγγείλει αιφνιδιαστικά την σύμβαση πίστωσης και να κλείσει οριστικά τον λογαριασμό αυτό μολονότι οι ανακόπτοντες αν και ήσαν εγγυητές κατά το χρονικό διάστημα από 30-11-2004 και έως 30-5-2005 είχαν προβεί σε σημαντικές καταβολές με αποτέλεσμα μέσα σε ένα εξάμηνο το χρεωστικό υπόλοιπο να μειωθεί κατά 210.000 ευρώ και να ανέλθει σε 33.881 ευρώ στις 20-5-2005.
Ότι επιπλέον η ενέργεια αυτή της Τράπεζας να ενεργοποιήσει τον παραπάνω γενικό συμβατικό όρο (ΓΟΣ), ο οποίος είναι άκυρος ως καταχρηστικός, διότι προσκρούει στην διάταξη του αρθρ. 2 παρ.6-7 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας καταναλωτή", αφού έχει ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος των ανακοπτόντων ως εγγυητών - καταναλωτών, είναι καταχρηστική και τούτο διότι η Τράπεζα ενεργώντας με την ιδιότητα του προμηθευτή επιχείρησε κατά παράβαση του άρθρ. 2 του Ν. 2251/1994 να λύσει την σύμβαση, χωρίς ειδικό ορισμένο και σπουδαίο λόγο.
Ότι ο ισχυρισμός αυτός, κατά το πρώτο του σκέλος είναι μη νόμιμος, διότι τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται προς επιστήριξή του και αληθινά υποτιθέμενα δεν είναι ικανά να προσδώσουν στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, εκ μέρους της καθής Τράπεζας, τον χαρακτήρα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της Τράπεζας, να κλείσει οποτεδήποτε τον λογαριασμό και να καταγγείλει την σύμβαση, όπως είχε δικαίωμα από τον νόμο, ενέργεια που και σύννομη ήταν και δεν υπερέβαινε και μάλιστα "προφανώς" τα όρια που τάσσονται στο άρθρο 281 Α.Κ.
Ο ίδιος ισχυρισμός κατά το δεύτερο σκέλος του αλυσιτελώς προβάλλεται υπό των ανακοπτόντων, με την ιδιότητα αυτών ως εγγυητών, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, στην μείζονα σκέψη της παρούσας, οι εγγυητές τραπεζικών πιστώσεων (αλληλοχρέου λογαριασμού) δεν θεωρούνται καταναλωτές και συνεπώς ως προς αυτούς δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 2251/1994.
Ακολούθως απέρριψε το λόγο αυτό και την ανακοπή. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1§4, 2§§6 και 7 Ν. 2251/1994, 1§5 και 2 Ν. 3587/2007, 112§2 ΕισΝΑΚ, 281 ΑΚ. Με τις ως άνω παρατιθέμενες παραδοχές, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες.
Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2010 αίτηση των: 1) Α. Η. Π. και 2) Α. θυγ. Γ. Θ., συζ. Α. Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1429/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ