Legislator Case Law & Legislation
904/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract judgment for procedural violations of evidence rules.

Case Number 904/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a lower court judgment in a dispute between an insurance company and a limited liability company. The appellant argued that the appellate court improperly considered evidence not explicitly cited in its submissions and violated international private law rules regarding applicable law. The court rejected these claims, ruling that the evidence was properly referenced in the appellant's own submissions and that the appeal lacked specific grounds for the alleged procedural errors.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 11 lit. b' C.Pol.D.; Art. 240 C.Pol.D.: An appeal based on the improper consideration of evidence must specifically identify the documents and cite them in the appeal petition; general references to previous proceedings do not satisfy the requirement for a clear and certain citation.

Keywords

AI generated
appellate review evidence citation procedural admissibility insurance contract dispute applicable law selection

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 11 lit. b' C.Pol.D.
Art. 240 C.Pol.D.
Art. 25 para. a' A.K.
Art. 3 para. 1 of the Rome Convention 1980

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 9/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 904 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 904/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, που εδρεύει στο ....... Αττικής, με την επωνυμία "........Ε.Π.Ε" και το διακριτικό τίτλο "........." εκ μετατροπής της πρώην Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "........ Ο.Ε" και με τον αυτό ως άνω διακριτικό τίτλο, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Τιμαγένη.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε" (πρώην "Φοίνιξ Γενικαί Ασφάλειαι της Ελλάδος ΑΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Φιλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Απριλίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4215/1997 μη οριστική , την 5409/1999 επίσης μη οριστική, την 7196/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7678/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23 Απριλίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν ουσιαστικού δικαίου κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ή (και) των διεθνών συμβάσεων. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει και το άρθρο 25 εδ. α' ΑΚ, κατά το οποίο "οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη".

Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται και το άρθρο 3 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν. 1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, το οποίο ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι "η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη", στο δεύτερο εδάφιο ότι "η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ήτα δεδομένα της υπόθεσης" και στο τρίτο εδάφιο ότι "με την επιλογή αυτή οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος της σύμβασής τους".

Με βάση έτσι την, απορρέουσα από αμφότερους τους ως άνω κανόνες, αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή ή να αναφέρεται σε ορισμένο κλάδο ή τμήμα του εν λόγω δικαίου, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί ηθελημένο περιεχόμενο της συμβάσεως. Εξάλλου, η ύπαρξη ή μη συμφωνίας περί του εφαρμοστέου δικαίου είναι πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα, γι' αυτό και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποτελούσα πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ότι στην επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που περιέχεται στον αγγλικό νόμο περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906 (Marine Insurance Act 1906) και το οποίο οι διάδικοι (συμβαλλόμενες) επέλεξαν "ρητά αλλά και σιωπηρά", αφού η σχετική μεταξύ τους συμφωνία περιέχεται στον υπ' αριθμ. 19 "ρητό" όρο του κρίσιμου ασφαλιστηρίου εγγράφου, το οποίο έχει "συναφθεί" με τον τύπο της θαλασσίας ασφαλίσεως φορτίου (Marine Cargo Insurance Pοlicy), δηλαδή με βάση τις διατάξεις του ως άνω αγγλικού νόμου, οι οποίες έτσι, κατά τη σαφή βούληση των διαδίκων, διέπουν την ειρημένη σύμβαση ασφαλίσεως και των οποίων, άλλωστε, η συμφωνημένη ανάλογη εν προκειμένω εφαρμογή συνομολογείται από αμφότερες τις διαδίκους, ενόψει του ότι στις διατάξεις αυτές στήριξαν, η μεν αναιρεσείουσα την αγωγή της, η δε αναιρεσίβλητη τους προς απόκρουση αυτής (αγωγής) προβληθέντες ισχυρισμούς της.

Με βάση τις πραγματικές αυτές διαπιστώσεις (παραδοχές) του εφετείου, οι οποίες ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής τόσο του άρθρου 25 εδ. α' ΑΚ όσο και του άρθρου 3 παρ. 1 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση υπάγεται, πράγματι, στις ρυθμίσεις του αγγλικού νόμου περί θαλασσίας ασφαλίσεως (Marine Insurance Act 1906) και όχι στις διατάξεις του αγγλικού δικαίου περί ασφαλίσεως κατά των κινδύνων χερσαίας μεταφοράς.

Ως εκ τούτου, το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 11 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο εφετείο οι αιτιάσεις: α) ότι, με τις αναφερόμενες πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου παραδοχές του, παρεβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, το εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο, αφού σύμφωνα με αυτό στη χερσαία μεταφορά δεν εφαρμόζεται ο νόμος περί θαλασσίας ασφαλίσεως αλλά οι διατάξεις του αγγλικού δικαίου για την ασφάλιση της χερσαίας μεταφοράς και β) ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι την από 6-4-2005 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου και την από ...... γνωμοδότηση του άγγλου δικηγόρου David Kendal, από τα οποία (στοιχεία) προκύπτει ότι κατά το εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω ο αγγλικός νόμος περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906 αλλά οι κανόνες του αγγλικού δικαίου για την ασφάλιση χερσαίας μεταφοράς. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου, το εφετείο δέχθηκε ότι οι διάδικοι επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο, ειδικώς τον αγγλικό νόμο περί θαλασσίας ασφαλίσεως και όχι, γενικώς, το αγγλικό δίκαιο. Επομένως, ο λόγος αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.

ΙΙΙ. Λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 α' ΚΠολΔ, δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή στις αντίστοιχες ερμηνευτικές διατάξεις του τυχόν εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου προς εξακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων.

Εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, το εφετείο δεν διεπίστωσε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή (και) ασάφειας στη δηλωθείσα με το ασφαλιστήριο βούληση των διαδίκων για την επιλογή του αγγλικού νόμου περί θαλασσίας ασφαλίσεως ως εφαρμοστέου δικαίου, ενώ, εξάλλου, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η ύπαρξη της συμφωνίας των διαδίκων για την εφαρμογή του ως άνω αγγλικού νόμου συνομολογείται τόσο από την αναιρεσίβλητη όσο και από την αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ψέγει το εφετείο ότι, αν και διεπίστωσε την ύπαρξη κενού στην ασφαλιστική σύμβαση σχετικώς με τη βούληση των διαδίκων για το εφαρμοστέο δίκαιο, εντούτοις παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή στις αντίστοιχες ερμηνευτικές διατάξεις του αγγλικού δικαίου, είναι αβάσιμος.

IV. Με τον τέταρτο λόγο, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 20 ΚΠολΔ, προσάπτει στο εφετείο, αντιστοίχως, τις αιτιάσεις: a) ότι δεχθέν τη - στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 46 του αγγλικού νόμου για τη θαλάσσια ασφάλιση - ένσταση της αναιρεσίβλητης περί παρεκκλίσεως του μεταφορικού μέσου (φορτηγού αυτοκινήτου) και εντεύθεν απαλλαγής της από την υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος, παρεβίασε τη διάταξη αυτή, διότι την εφήρμοσε παρόλο που δεν ήταν εφαρμοστέα, β) ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ως λόγο εφέσεως ισχυρισμό της, περί του ότι το φορτηγό αυτοκίνητο, ευρισκόμενο στην Αθήνα κατά τον χρόνο επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δεν παρεξέκλινε της πορείας του, αφού η κρίσιμη ασφάλιση κάλυπτε όλες τις κινήσεις του εντός των Αθηνών και γ) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επίμαχου ασφαλιστηρίου, αφού δέχθηκε ότι τα εμπορεύματά της είχαν ασφαλισθεί για τη μεταφορά τους από το εργοστάσιο μέχρι τον προορισμό τους στη Σόφια Βουλγαρίας, εγώ τούτο (ασφαλιστήριο) προβλέπει ρητώς ότι η ασφάλιση ισχύει στην Αθήνα και από την Αθήνα μέχρι τη Σόφια (At and from Athens Greece to Sofia Bulgaria).

Ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση των τριών πρώτων λόγων. Ως προς τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, ο ίδιος λόγος ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία περί προβολής του ανωτέρω ισχυρισμού και στον πρώτο βαθμό, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή επαναφορά του στην έκκλητη δίκη (άρθρο 527 ΚΠολΔ).

Ως προς την τρίτη (υπό γ' ) αιτίαση, ο ερευνώμενος λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αμέσως πιο πάνω ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου είχε προσκομισθεί το φερόμενο ως παραμορφωθέν ασφαλιστήριο, προβλήθηκε και στην πρωτοβάθμια δίκη. V. Με τον πέμπτο λόγο, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ. 8 και 20 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο:

α) ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ως λόγο εφέσεως προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί του ότι η παρέκκλιση του φορτηγού αυτοκινήτου επετρέπετο από το ασφαλιστήριο και τις προσαρτημένες σ' αυτό ρήτρες του Ινστιτούτου Φορτίων Α και β) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων (ασφαλιστηρίου και ρητρών), αφού κατά την ανάγνωσή τους παρέλειψε τις σχετικές με τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό περικοπές του κειμένου τους.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος δεν ελήφθη υπόψη και προς απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, είχε προβληθεί από αυτή και στην πρωτοβάθμια δίκη. Για την ίδια αιτία, διότι, δηλαδή, δεν γίνεται στο αναιρετήριο μνεία περί προβολής στον πρώτο βαθμό του μη ληφθέντος υπόψη ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, είναι αόριστος και ο έκτος λόγος, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ.

VI. Σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ "για τη επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο".

Από τη διάταξη αυτή, της οποίας σκοπός είναι, κατά την αιτιολογική έκθεση του ν.δ. 958/1971, η αποτροπή της υπέρμετρης καταπονήσεως των δικαστών από την αναζήτηση αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών περιεχομένων σε επαναφερόμενες από προηγούμενες συζητήσεις σχοινοτενείς και πολυσέλιδες προτάσεις των διαδίκων, συνάγεται, κατά τελολογική συστολή του πεδίου εφαρμογής της, ότι η ρυθμιστική της εμβέλειας καλύπτει μόνο τους ισχυρισμούς εκείνους, οι οποίοι δεν εξετάσθηκαν από το δικαστήριο, μολονότι η επαναφορά τους από προηγούμενες συζητήσεις είχε γίνει με τον οριζόμενο σ' αυτή (διάταξη) τρόπο, χωρίς να εκτείνεται και στους επαναφερόμενους με τις προτάσεις προηγούμενων συζητήσεων ισχυρισμούς, οι οποίοι, παρά τη μη τήρηση των ως άνω διατυπώσεων, εξετάσθηκαν από το δικαστήριο κατά τη διεξαχθείσα στο ακροατήριο (ή στον εισηγητή δικαστή κατά το προϊσχύον δίκαιο) αποδεικτική διαδικασία (βλ.

σχετ. ΑΠ 406/2003, 75/2001). Στην τελευταία έτσι περίπτωση η εξέταση των - περιεχομένων σε επαναφερόμενες προτάσεις προηγούμενων συζητήσεων - ισχυρισμών, για τους οποίους δεν έγινε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων προηγούμενες συζητήσεως, δεν υπόκειται, αυτή καθεαυτή, σε αναιρετικό έλεγχο.

Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, καταλογίζονται στο εφετείο οι πλημμέλειες: ) ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τους περί παρεκκλίσεως και καθυστερήσεως του φορτηγού αυτοκινήτου ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι, τόσο κατά τη δεύτερη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, μετά την οποία εξεδόθη η διατάξασα γι' αυτούς (ισχυρισμούς) απόδειξη 5409/1999 απόφαση του πρωτοδικείου, όσο και κατά τη συζήτηση ενώπιον του εφετείου, είχαν επανυποβληθεί, όχι με τον οριζόμενο στο άρθρο 240 ΚΠολΔ τρόπο, αλλά με γενική αναφορά στις επαναφερθείσες από την αναιρεσίβλητη προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την απόρριψη του προταθέντος από την αναιρεσείουσα λόγου εφέσεως για παράνομη από το πρωτοδικείο λήψη υπόψη και αποδοχή των ανωτέρω, μη νομίμως επαναφερθέντων, ισχυρισμών.

Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση του συλλογισμού τούτου, η λήψη υπόψη των ως άνω ισχυρισμών, καίτοι μη επαναφερθέντων κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. VII. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τα προσκόμισε (Ολ.

ΑΠ 9/2000). Η εκ μέρους του αντιδίκου του, όμως, επίκληση των άνω αποδεικτικών μέσων αποκλείει τη θεμελίωση αυτού του λόγου. Εξάλλου, για τη διαδικαστική πληρότητά του πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση.

Εν προκειμένω, με τον όγδοο λόγο του αναιρετηρίου, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι, για την αποδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμων των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης περί παρεκκλίσεως και καθυστερήσεως του φορτηγού αυτοκινήτου, έλαβε υπόψη του και αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις με επιμέλεια αυτής (αναιρεσίβλητης) δοθείσες στην πρωτοβάθμια δίκη ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις και τα εκ μέρους της ίδιας προσκομισθέντα στον πρώτο βαθμό αποδεικτικά έγγραφα, μολονότι στις ενώπιον αυτού (εφετείου) κατατεθείσες προτάσεις της δεν γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, αλλά γενική αναφορά στα πρωτοδίκως προσκομισθέντα και επαναφερθέντα στην έκκλητη δίκη αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός, σε σχέση με τις μαρτυρικές καταθέσεις, είναι αβάσιμος, διότι τις είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα με τις κατατεθείσες ενώπιον του εφετείου προτάσεις της (σελ. 59 και 88, καθώς και σελ. 1,3 και 11 της προσθήκης). Αναφορικώς προς τα αποδεικτικά έγγραφα, ο ίδιος λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα έγγραφα που φέρονται ως ληφθέντα υπόψη χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκλησή τους.

Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2007 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "........ΕΠΕ-......" περί αναιρέσεως της 7678/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ