Appeal dismissed; appeal against acquittal rejected due to lack of specific reasoning and procedural defects cured. The court upheld the acquittal. The appeal was dismissed because the lower court exceeded its authority by examining the merits of the appeal against an acquittal, and the procedural defect regarding the prior civil action was cured by the defendant's failure to object. The Supreme Court ruled that the appeal against the acquittal was inadmissible as it lacked the specific and detailed reasoning required by law, and the procedural defect regarding the prior civil action was cured by the defendant's failure to object. The appeal was dismissed because the lower court exceeded its authority by examining the merits of the appeal against an acquittal, and the procedural defect regarding the prior civil action was cured by the defendant's failure to object. The Supreme Court ruled that the appeal against the acquittal was inadmissible as it lacked the specific and detailed reasoning required by law, and the procedural defect regarding the prior civil action was cured by the defendant's failure to object.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the acquittal, ordering the appellant to pay court costs. The appellant argued the lower court exceeded its authority by examining the merits of the appeal and that a prior civil action improperly influenced the criminal trial. The court rejected these claims, finding the lower court's examination of the appeal against acquittal was a valid exercise of its jurisdiction and the procedural defect was cured by the appellant's failure to object.
Legislator headnote
AI generatedArticles 486(3) and 510(1)(θ) of the Code of Criminal Procedure; The appeal against an acquittal is inadmissible if the lower court fails to provide specific and detailed reasoning, and any procedural defect is cured by the appellant's failure to object.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 904 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 904/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθέριου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μέντη, περί αναιρέσεως της ΑΤ1779/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Φ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 3 Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 910/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρ. 4 παρ. 1 στοιχ. γ’ και 5 παρ. 1 στοιχ. δ’ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών λειτουργών (ν. 1756/1988), το τριμελές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές αναπληρώνονται κατ’ αρχαιότητα ένας πρωτοδίκης από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 5 Κ.Ποιν.Δ., το δικαστήριο των πλημμελειοδικών αποτελείται από τρεις τακτικούς δικαστές. Επιτρέπεται η αναπλήρωση ενός μόνο δικαστή από πάρεδρο στο πρωτοδικείο, από πταισματοδίκη ή από ειρηνοδίκη, όταν για οποιοδήποτε λόγο είναι αδύνατη αυτή η σύνθεση. Στη δικαιοδοσία του τριμελούς πλημμελειοδικείου ανήκει εκτός των άλλων και η εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων του μονομελούς πλημμελειοδικείου (άρθρ. 112 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ.).
Εξ άλλου σύμφωνα με το κεφάλαιο Β’ του άρθρου 17 § 1 του ίδιου ν. 1756/1988, όπως ισχύει: "Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση, κατά δε την § 3 του ίδιου άρθρου 17, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 του Ν. 1868/1989, και στη συνέχεια με τη παράγραφο 2 του άρθρου 4 του Ν. 2172/93 (ΦΕΚ Α 207) "Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του Συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ’ αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα.
Στα πρωτοδικεία α) όλων των προέδρων πρωτοδικών β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλη/κείων και δικαστές των μονομελών πλημ/κείων, δ) των παρέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται μόνο αριστερά μέλη στις συνθέσεις τριμελών πλη/κείων .
Κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 17, "Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς. Τα πρόχειρα πρακτικά της κληρώσεως συντάσσονται με χρήση χημικού χάρτη σε δύο όμοια πρωτότυπα, τα οποία υπογράφονται στην έδρα.
Το ένα απ’ αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 17 παρ. 7 περ. β’ , όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 αρθ. 2 Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11.3.2005, όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής και ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανισθεί ανυπερβλητή δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα, αντιστοίχως.
Τέλος, κατά την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου 17, η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι και πριν από την ισχύ του ν. 3327/2005, στα δικαστήρια των οποίων οι ποινικές συνθέσεις καθορίζονται με κλήρωση, δεν ήταν δυνατή η μετά την κλήρωση αναπλήρωση μέλους της συνθέσεως με πράξη του Δ/ντος το Δικαστήριο τούτο, δεν αποκλείετο όμως πριν από την ισχύν αυτού κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 § 1 ΚΠΔ σε περίπτωση που ήταν αδύνατη η συγκρότηση των ποινικών Συνθέσεων του Δικαστηρίου από τον αριθμό τους υπηρετούντων σ’ αυτό Δικαστών, να τεθούν στην κληρωτίδα και κληρωθούν και ειρηνοδίκες ή πταισματοδίκες υπηρετούντες στην περιφέρεια του Δικαστηρίου τούτου, ύστερα από πράξη του Δ/τος το Δικαστήριο, η οποία θα μνημόνευε την αδυναμία συγκρότησης των Συνθέσεων.
Στη τελευταία περίπτωση, όταν δηλαδή στη σύνθεση του Δικαστηρίου έλαβε μέρος ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης, του οποίου το όνομα είχε τεθεί στην κληρωτίδα και κληρώθηκε, δεν απαιτείτο στην απόφαση του Δικαστηρίου ν’ αναφέρεται η πράξη του Δ/ντος το Δικαστήριο, βάσει της οποίας συμπεριελήφθη το όνομα τούτου στην κληρωτίδα, αφού εκ της γενομένης κληρώσεως δεν στερήθηκε ο κατηγορούμενος του φυσικού του Δικαστού, το όνομα του οποίου μπορούσε να πληροφορηθεί από τα πρακτικά της κλήρωσης, τα οποία αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου, να προβάλει δε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας τυχόν ακυρότητες εκ της μη τηρήσεως των παραπάνω διατάξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. ΑΤ-1779/11.3.2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά, που δίκασε κατ’ έφεση της υπ’ αριθμ. ΒΜ-5424/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά, για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη νομίμου συνθέσεως του Δικαστηρίου, ήτοι προβλεπόμενο από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ.
Α’ του Κ.Π.Δ. με την αιτίαση ότι στην σύνθεση του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση μετείχε πταισματοδίκης, χωρίς να μνημονεύεται στην απόφαση ότι η αναπλήρωση του κωλυομένου πρωτοδίκη έγινε με πράξη του Δ/ντος Δικαστή του Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν επικαλείται ο αναιρεσείων αν η πράξη αυτή του Δ/ντος το Τριμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, στο οποίο οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων ορίζονται κατόπιν κληρώσεως έγινε πριν ή μετά την κλήρωση, η οποία έλαβε χώρα πριν από την ισχύ του Ν. 3327/2005.
Σε κάθε πάντως περίπτωση είναι απορριπτέος κατ’ ουσία δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της παραπάνω προσβαλλομένης απόφασης η συγκρότηση του οποίου αποτελείτο από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Τζιώτη Μαρία, την Πλημ/κη Παπαγρηγοράκου Μαρία και την πταισματοδίκη Βαγενά Αικατερίνη κάτω από το όνομα της οποίας, ειρήσθω υπάρχει η διάταξη του άρθρου 5 § 1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας καμμία ακυρότητα όσον αφορά την σύνθεση του Δικαστηρίου και συνεπώς τυχόν ακυρότητα έχει καλυφθεί από την μη πρότασή της.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και κατά το πρώτο σκέλος αυτού ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας με την αιτίαση, ότι το Τριμελές Πλη/κείο Αθηνών, αποκρούοντας τον ισχυρισμό του ότι είχε εργατικές απαιτήσεις κατά της ως άνω συντεχνίας για τις οποίες αφ’ ενός προέβη σε καταγγελία στο Ι.Κ.Α., αφετέρου ήγειρε αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, δέχθηκε ότι με την 1415/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η σχετική σε βάρος της συντεχνίας καταγγελία στο Ι.Κ.Α., ενώ με την υπ’ αριθ. 846/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η σχετική αγωγή του, το μεν αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, το δε έλυσε προκαταρτικό ζήτημα που υπάγεται στα πολιτικά δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος καθόσον, υπό την επίκληση της από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η λόγου της υπέρβασης εξουσίας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου. Με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση του αναιρετηρίου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την αιτίαση ότι δεν αξιολόγησε και δεν έλαβε το Δικαστήριο υπόψη του την από 7-3-2005 και με αριθμό καταθ. 434/2005 έφεσή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως και την από 7-6-2004 και με αριθμό κατάθεσης 6674/2004 έφεσή του ενώπιον του Πολυμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την στην αρχή της προσβαλλομένης απόφασης σκέψη, αναφέρεται ότι προς σχηματισμό της περί ενοχής κρίση του το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον μεταξύ άλλων κατ’ είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω εφέσεις.
IV. Με τους πρώτο και 4ο λόγο του από 3/2/2006 δικογράφου των προσθέτων, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις αιτιάσεις α) ότι δεν αιτιολογείται από ποίες πράξεις συνάγει το στοιχείο της ιδιοποιήσεως απ’ αυτόν του ποσού για το οποίο κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε, β) ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού όσον αφορά το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού, και γ) ότι αν και εξετάσθηκε μάρτυρας υπερασπίσεως δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε την κατάθεσή του.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς που την εξέδωσε δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα σ’ αυτή κατ’ είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ’ αριθ. πρωτ. .../27-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ του κατ/νου και της "Συντεχνίας Επιπλοποιών και Ξυλουργών Καταστηματαρχών Αθηνών και Προαστίων" (εκπροσωπουμένης από τον τότε Πρόεδρό της Γ.
Π. - εξετασθέντα μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο) καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση έργου, με την οποία αυτός (κατ/νος) ανέλαβε την είσπραξη συνδρομών, από τα μέλη της συντεχνίας, ως και την εγγραφή νέων μελών, έναντι αμοιβής, συμφωνημένης σε ποσοστό 25% επί των εισπράξεων, ενώ στο ίδιο συμφωνητικό ορίσθηκε ότι αυτό ισχύει για τις εισπράξεις που γίνονται εκτός των γραφείων της Συντεχνίας.
Για την ανάληψη δε των καθηκόντων του αυτός (κατ/νος) παρέλαβε ένα μπλοκ εισπράξεων με αρίθμηση ... και συμφωνήθηκε η απόδοση λογαριασμού εκ μέρους του με την εκκαθάριση της συμφωνημένης εκάστοτε παρακρατούμενης αμοιβής του, να γίνεται με την απόδοση του εκάστοτε μπλοκ (εισπράξεων). Στις 7-10-98 ο κατ/νος παρέδωσε στον Πρόεδρο της Συντεχνίας (μέσω της εξετασθείσης, ως μάρτυρος, Κ.
Φ., που, ως συζύγου μέλους της συντεχνίας, παρευρίσκετο στα γραφεία της και εξυπηρετούσε, λόγων των γραμματικών γνώσεών της, τις οικονομικές συναλλαγές των μελών της Συντεχνίας - βλ. κατάθεσή της στα πρακτικά) το μπλοκ εισπράξεως συνδρομών με αριθ. ... βάσει του οποίου είχε εισπράξει συνδρομές μελών της Συντεχνίας συνολικού ύψους 489.600 δρχ., ποσόν, από το οποίο, μετ’ αφαίρεση του συμφωνημένου ποσοστού (25%) της προμηθείας - αμοιβή του, που ανερχόταν σε 122.400 δρχ. (489.600 Χ 25%) έπρεπε να αποδώσει το υπόλοιπο των 367.200 δρχ.
Όμως κατά την ανωτέρω ημερομηνία (7-10-98) αυτός απέδωσε (μέσω της ανωτέρω εξυπηρετούσης τα μέλη της συντεχνίας Κ. Φ.) μόνον 150.000 δρχ., υποσχόμενος την παράδοση του υπολοίπου των 217.000 δρχ. την επομένη ημέρα (8-10-98) οπότε και παρέλαβε το επόμενο μπλοκ εισπράξεων με αρίθμηση .... Η εκ μέρους τούτου (κατ/νου) οφειλή του ανωτέρω εισπραχθέντος οφειλόμενου υπολοίπου ποσού στη Συντεχνία, σημειώθηκε εγγράφως (με ημερομηνία 7-10-98) στο εξώφυλλο του παραδοθέντος μπλοκ εισπράξεων (Νο ...) και υπεγράφη αυθημερόν από τον ίδιο.
Έκτοτε όμως ο κατ/νος όχι μόνο δεν απέδωσε το παραπάνω οφειλόμενο ποσό των εισπραχθέντων εισφορών, για λογαριασμό της Συντεχνίας το οποίο παρακράτησε, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, αλλά διέκοψε και κάθε επαφή και συνεργασία με τα μέλη της Συντεχνίας. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλη/κείο Πειραιά και αφού στη συνέχεια με ιδιαίτερες σκέψεις και συλλογισμούς στο σκεπτικό απήντησε, στους αρνητικούς ισχυρισμούς της κατηγορίας και τα επιχειρήματα που πρόβαλε ο κατηγορούμενος, αν και δεν υποχρεούτο προς τούτο, κήρυξε αυτόν ένοχο υπεξαίρεσης και του επέβαλε την ποινή των τεσσάρων μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 Ευρώ την ημέρα.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι’ αυτήν τελικώς κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 Π.Κ. , τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση και πρέπει ν’ απορριφθούν οι τ’ αντίθετα υποστηρίζοντας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ ως άνω λόγοι αναίρεσης.
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης των ενδίκων μέσων της έφεσης πρέπει, κατ’ αρχήν, να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1999 και ισχύει από 4-6-1996 "η άσκηση της έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και απαιτείται να εκτίθενται με σαφήνεια οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην αθωωτική απόφαση.
Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την δεχθεί κατά τύπους και προβεί στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ’ αριθμ.
ΒΜ 5424/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος του πλημ/τος της υπεξαίρεσης με την στο σκεπτικό αιτιολογία ότι το δικαστήριο από τα κατ’ είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Πειραιώς άσκησε εμπροθέσμως έφεση, για την οποία συντάχθηκε η σχετική έκθεση του αρμοδίου γραμματέα του Πλημ/κείου Πειραιά.
Η έκθεση αυτή εφέσεως περιείχε το εξής περιεχόμενο "Συγκεκριμένα ενώ, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του Α/Τ Μοσχάτου της 9-6-99 ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει ότι οφείλει τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο κινητά, γεγονός για το οποίο οχλήθηκε στη συνέχεια, δια εξωδίκου με ημερομηνία 28/7/1999.
Τα περιστατικά αυτά προηγήθηκαν της καταγγελίας του κατηγορουμένου και στο ΙΚΑ σε βάρος του σωματείου. Εξ άλλου η παραδοχή περί της οφειλής των χρημάτων προκύπτει από την σημείωση στο εξώφυλλο του μπλοκ αποδείξεων με ημερομηνία 7-10-98. Τα στοιχεία αυτά που αποδεικνύουν την ενοχή του κατηγορουμένου ουδόλως ανατράπηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο".
Έτσι όπως έχει η έκθεση κρίσεως του εισαγγελέως περιέχει, εν όψει και της ανυπάρκτου σχεδόν αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης, την από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη εξειδίκευσή της. Το Τριμελές επομένως Πλημ/κείο Πειραιώς που δέχθηκε τυπικά την έφεση και απεφάνθη επί της ουσίας κηρύττοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα δεν υπερέβη την εξουσία του και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων.
VI. Με τον τελευταίο (πέμπτο) λόγο του δικογράφου των προσθέτων προσάπτεται η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α πλημμέλεια λόγω απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του λόγου ότι το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της περί ενοχής κρίση του το υπ’ αριθμ. 5078/13-5-2004 υπόμνημα που υπέβαλε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας η αποβληθείσα πρωτοδίκως πολιτική αγωγή και το οποίο όπως από τα πρακτικά αυτής προκύπτει περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι όπως από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ο αναιρεσείων δεν αντετάχθη στην ανάγνωσή του. Μετά από αυτά πρέπει ν’ απορριφθούν κατ’ ολοκληρίαν τόσο η αίτηση αναίρεσης όσο και όλοι οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/4/2005 αίτηση και τους από 3/2/2006 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1779/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα εκ διακοσίων δέκα (210) Ευρώ δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ