Supreme Court allows appeal against medical residency fees, ruling they are educational stipends not wages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court's decision regarding medical residency fees. The plaintiff argued that the fees were wages for work performed, while the defendants contended they were educational stipends. The court ruled that the relationship is one of education and training, not employment, meaning the funds are not wages and cannot be withheld.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 648 et seq. of the Civil Code; Article 1, paragraphs 1-4 of Law 123/1975: The relationship between a medical institution and a resident doctor is one of education and training, not employment; therefore, the provided funds are educational stipends and not wages subject to wage retention rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 903 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 903/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Π. Γ. Ν. Θ. Α..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Πανούση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Φανής Ακριτίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ.-Α. Μ. του Ι., κατοίκου ... 3) Ε. Σ. του Π., 4) Ν. Σ. του Χ. και 5) Α. Τ. του Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Φλώρου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, εκτός του με α/α 3ου αναιρεσίβλητου που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 1214/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1271/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 15-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15.4.2019 [με αριθ. καταθ. 805/7259/15.4.2019] αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 1271/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου νομικού προσώπου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ'αριθ. 1214/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς την επί των άρθρων 361, 648 επ.
ΑΚ βάση της και τους επιδίκασε τα σε αυτήν αναφερόμενα ποσά ως αμοιβή από εφημερίες των ετών 2010 έως 2013, τις οποίες πραγματοποίησαν, κατόπιν συμφωνίας με το αναιρεσείον - εναγόμενο, καθ'υπέρβαση του αριθμού των προβλεπομένων εκ του νόμου εφημεριών. Η προσβαλλομένη απόφαση, δεχόμενη κατά ένα μέρος την ένσταση διετούς παραγραφής των απαιτήσεων των εφεσιβλήτων τους επιδίκασε τα σε αυτήν αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ], απόντος του τρίτου αναιρεσιβλήτου [Ε. Σ.], ο οποίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παρότι, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 4897/29.9.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Μ.
Γ. ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο επιδόθηκε σε αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα, γι' αυτό η συζήτηση θα προχωρήσει και ως προς αυτόν [άρθρ. 576 παρ.3 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την § 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 1 § 2 εδ. θ` του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου, ενώ οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, χωρίς η ιδιότητα του εναγομένου (Δημοσίου, ΟΤΑ, Ν.Π.Δ.Δ) να μεταβάλλει τη σχέση αυτή, γιατί δεν υπάρχει υπερκείμενη εξουσία βούλησης του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ., αλλά ο συμβατικός δεσμός συναρτάται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ11/1992, ΑΠ1366/2018, ΑΠ2/2016, ΑΠ1341/2014, ΑΠ1635/2012, ΑΠ302/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος παρ. 6 οι καθηγητές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό επιτελεί δημόσιο λειτούργημα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Τα σχετικά με την κατάσταση αυτών καθορίζονται από τον Οργανισμό του οικείου ιδρύματος.
Κατά την υπ'αριθ. Υ4α/οικ.6321/17.1.2013 κοινή Υπουργική Απόφαση Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης - Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού - Υγείας (ΦΕΚ Β' 174) που αφορά τον Οργανισμό του Π. Γ. Ν. Θ. Α., το εν λόγω νοσοκομείο αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει σκοπό την παροχή φροντίδας υγείας στον πληθυσμό της 4ης Υ.ΠΕ.
Μακεδονίας Θράκης. Στο άρθρο 16 αυτής, που αφορά τις θέσεις ιατρικής υπηρεσίας ορίζεται ότι η Ιατρική Υπηρεσία στελεχώνεται Α] από ειδικευμένους ιατρούς Ε.Σ.Υ., που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1397/1983, όπως ισχύουν στον κλάδο γιατρών Ε.Σ.Υ. του Υπουργείου Υγείας και κατανέμονται στο νοσοκομείο, όπως ορίζεται σε αυτό.
Ακόμη, κατά το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Ν. 1397/1983, που είχε καταργηθεί με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992 και επανήλθε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994, οι θέσεις του ιατρικού προσωπικού των νοσοκομείων οποιασδήποτε νομικής μορφής και των κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού κέντρων υγείας, εκτός από τα νοσοκομεία των ενόπλων δυνάμεων και των Α.Ε.Ι.
συνιστώνται ως θέσεις γιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Οι γιατροί αυτοί είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί και απαγορεύεται να ασκούν την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα εκτός από αυτά που έχουν σχέση με συγγραφική ή καλλιτεχνική δραστηριότητα και να κατέχουν οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική θέση.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 3 παρ. 7 του Ν. 1268/1982 στα μέλη των Α.Ε.Ι. ανήκει και το Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό [Δ.Ε.Π.]. Κατά το άρθρο 13 παρ. 1, 4 του ιδίου νόμου το Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό αποτελείται από Kαθηγητές, Αναπληρωτές Καθηγητές, Επίκουρους Καθηγητές και Λέκτορες. Οι Καθηγητές και οι Αναπληρωτές Καθηγητές εκλέγονται ως μόνιμοι.
Τα μέλη του Δ.Ε.Π είναι δημόσιοι λειτουργοί, ενώ οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία για τους καθηγητές των Α.Ε.Ι. επεκτείνονται εφεξής και στο σύνολο των μελών του Δ.Ε.Π. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 του Ν. 3204/2003, που αντικατέστησε την παράγρ. 5 του άρθρου 11 του Ν.2889/2001 ορίζεται ότι οι ιατροί που προσλαμβάνονται για πρώτη φορά σε θέση Επιμελητών Α', Β' και Γ' διορίζονται με πενταετή θητεία.
Στο τέλος της πενταετίας η θέση επαναπροκηρύσσεται και εφόσον επιλεγεί ο ίδιος γιατρός διορίζεται ως μόνιμος. Οι γιατροί που επιλέγονται δύο φορές για κατάληψη θέσεως στο Ε.Σ.Υ. μονιμοποιούνται αυτοδίκαια στο βαθμό που κατέχουν μετά τη συμπλήρωση υπηρεσίας πέντε ετών. Μετά την μονιμοποίηση των παραπάνω ιατρών ισχύουν για την εξέλιξή τους οι διατάξεις του άρθρου 35 του Ν. 2519/1997.
Με το Ν. 4009/2011 [ΦΕΚ 195 τεύχος πρώτο/6.9.2011] καταργήθηκε το ως άνω άρθρο 13 του Ν. 1268 /1982 [ άρθρ. 81 παρ.3 Ν. 4009/2011 - εκτός από την παράγραφο 5] και κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού [που καταργήθηκε πρόσφατα με το άρθρο 485 του Ν. 4957/2022] οι καθηγητές διακρίνονται σε καθηγητές πρώτης βαθμίδας [καθηγητές], αναπληρωτές καθηγητές και επίκουρους.
Εξ αυτών οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές εκλέγονται ως μόνιμοι, οι δε επίκουροι εκλέγονται για τετραετή θητεία με δυνατότητα ανανέωσης για άλλη μια θητεία ύστερα από κρίση. Το άρθρο 77 του ιδίου νόμου στις παραγρ. 4 και 5 προβλέπει τις διαδικασίες εξέλιξης των μονίμων επίκουρων καθηγητών και τις διαδικασίες εξέλιξης ή αποχώρησης των επί θητεία επίκουρων καθηγητών [παράγρ. 4 περ.
α και β], ως και τις διαδικασίες αποχώρησης των μόνιμων λεκτόρων και επί θητεία λεκτόρων για τους οποίους δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία διορισμού κατά τη δημοσίευση του νόμου [παράγρ. 5 περ. α και β]. Aκόμη στην παραγραφο 5γ του ιδίου άρθρου 77 ορίζεται ότι <<λέκτορες που εξελίσσονται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου διορίζονται στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή με τετραετή θητεία και έχουν κατ'εξαίρεση το δικαίωμα να ζητήσουν μετά τρία έτη από το διορισμό τους στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή την εξέλιξή τους στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή.
Αν δεν εξελιχθούν σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο παραμένουν στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή έως τη λήξη της θητείας τους και η ανανέωση της θητείας τους και η περαιτέρω εξέλιξή τους διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου>>. Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (ΚΠολΔ 562 παρ. 2 εδ. γ', ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 16/2020).
Εν προκειμένω από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης συνάγεται ότι ο Κ. Σ. [τρίτος εφεσίβλητος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος] ανέλαβε υπηρεσία στο εναγόμενο ως Επιμελητής Β' Χειρουργικής θέσης του κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ επί θητεία στις .... Στις ... ανέλαβε υπηρεσία σε θέση Επιμελητή Β 'Χειρουργικής του κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ. για δεύτερη θητεία του Π.Γ.Ν.Θ. Α. και μονιμοποιήθηκε βάσει των διατάξεων του Ν. 3204/2003. Στις ... προάχθηκε στο βαθμό του Επιμελητή Α' Χειρουργικής κλάδου ΕΣΥ και στις ... διαγράφηκε λόγω παραίτησης, αφού ορκίσθηκε ως μέλος ΔΕΠ [λέκτορας] στο Α. Π. Θ.. Αμέσως μετά, στις ... εντάχθηκε ως μέλος ΔΕΠ του Α.Π.Θ. στη Γ' Χειρουργική κλινική του Π.Γ.Ν.Θ. Α. και στις ... ορκίσθηκε και ανέλαβε καθήκοντα στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή. 'Εως την ... κατείχε θέση μόνιμου Επιμελητή. Το επίδικο χρονικό διάστημα, από Ιανουάριο του 2012 [...] έως τον Αύγουστο του 2013 ο πρώτος αναιρεσίβλητος [Κ.. Σ.] ήταν μέλος του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του ... ως λέκτορας, ήτοι ήταν μέλος προσωπικού που επιτελούσε δημόσιο λειτούργημα και είχε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα καθηγητού Α.Ε.Ι. Εξελίχθηκε αργότερα σε επίκουρο καθηγητή, από .... Όπως ο ίδιος εκθέτει στην αγωγή του ανήκε στον κλάδο των ιατρών του Ε.Σ.Υ ως Επιμελητής αλλά και μετά την παραίτησή του, που εντάχθηκε στη Γ' Χειρουργική Κλινική του Α. ως μέλος ΔΕΠ, λέκτορας.
Συνεπώς ως γιατρός του Εθνικού Συστήματος Υγείας και μέλος ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής του Α. Π. η σχέση που τον συνέδεε με το αναιρεσείον ήταν δημοσίου δικαίου. Κατ' ακολουθίαν, η σχετική με τις αποδοχές του διαφορά με το αναιρεσείον υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον επικαλείται παραβίαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εκ του αριθ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνεδέετο μετ'αυτού με σχέση δημοσίου δικαίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 1 ΚΠολΔ να αναιρεθούν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω, ο νόμος 123/1975 "περί ρυθμίσεως θεμάτων ιατρικού προσωπικού νοσηλευτικών ιδρυμάτων κλπ" ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 4 τα εξής: "1.-Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος η εις θέσιν ειδικευομένου πρόσληψις ιατρών εις τα νοσηλευτικά ιδρύματα δια την πλήρωσιν των κενών και εκάστοτε κενουμένων πάσης φύσεως νενομοθετημένων θέσεων ενεργείται δια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. 2.-Η διάρκεια της συμβάσεως των εις θέσιν ειδικευομένου τοποθετουμένων ιατρών ορίζεται ίση προς τον απαιτούμενον, σε κάθε περίπτωση χρόνον δια την απόκτησιν μιας κυρίας και μόνον ειδικότητος ή δι'όσον χρόνον παρέχει άσκησιν η κλινική, το εργαστήριον ή το τμήμα του νοσηλευτικού ιδρύματος εις ό ούτος ασκείται και μέχρι συμπληρώσεως του απαιτουμένου δια την απόκτησιν της μιας κυρίας και μόνον ειδικότητος. 4.-Εις τους καθ' οιονδήποτε τρόπον ειδικευομένους ιατρούς δια την απόκτησιν της μιας και μόνον κυρίας ιατρικής ειδικότητος καταβάλλεται αποζημίωσις ίση προς τας αποδοχάς ειδικευομένου βοηθού και δι'όσον χρόνον μόνον απαιτείται δια την απόκτησιν ταύτης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας που συνάπτεται βάσει αυτών μεταξύ νοσηλευτικού ιδρύματος και ειδικευόμενου ιατρού αποσκοπεί στην παροχή δυνατότητας άσκησης του τελευταίου για την απόκτηση μιας και μόνον κύριας ειδικότητας και όχι στην εξασφάλιση εργασίας αυτού, η δε καταβαλλόμενη αποζημίωση σκοπό έχει την εξασφάλιση των μέσων συντήρησής του ώστε να επιδίδεται απερίσπαστος στην ειδίκευση και δεν αποτελεί αντάλλαγμα παρεχόμενης εργασίας αυτού [ΑΠ 1190/2004, 461/1995].
Εξ άλλου κατά την παράγρ. 11 του άρθρου 45 του Ν. 3205/2003, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3868/2010 <<Αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητος του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης>> και ρυθμίζει την αποζημίωση των εφημεριών των ιατρών των Νοσοκομείων και των Κέντρων Υγείας του Ε.Σ.Υ.
οι ειδικευόμενοι ιατροί σε όλες τις ζώνες λαμβάνουν μηνιαίως αποζημίωση, που αντιστοιχεί σε 7 ενεργές εφημερίες κάθε μήνα [5 καθημερινές, 1 Σάββατο, 1 Κυριακή - Εξαιρέσιμη ημέρα]. Η καταβολή της αποζημίωσης για τις εφημερίες που πραγματοποιήθηκαν μηνιαίως, γίνεται με ξεχωριστή μισθοδοτική κατάσταση στο τελευταίο δεκαήμερο του επόμενου μήνα, μετά από σχετική βεβαίωση για την πραγματοποίησή τους από το Διοικητή του Νοσοκομείου, η οποία εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα.
Με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, που εκδίδεται με εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου του νοσοκομείου, ύστερα από γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου του, μπορεί να εγκρίνονται πρόσθετες εφημερίες, με σκοπό την κάλυψη αναγκών του νοσοκομείου, ενώ με κοινή απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία καταβολής της αποζημίωσης και κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά την έγκριση και τη χορήγηση των επί πλέον εφημεριών από τα νοσοκομεία.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.
Από τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του [κατ'εξοχήν για την καταβολή του μισθού] δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του μέχρις ότου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά [ΑΠ 947/2019, 145/2019, 680/2017, 1502/2010].
Κατά την παράγρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη ότι οι ενάγοντες ειδικευόμενοι ιατροί συμμετείχαν σε νόμιμη επίσχεση εργασίας, γιατί είχαν τέτοιο δικαίωμα ως εργαζόμενοι κατά τον επίδικο χρόνο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου κατά τη διάρκεια των οποίων επραγματοποίησαν εφημερίες, που υπερέβαιναν τον εκ του νόμου επιτρεπόμενο αριθμό υπερωριών, για τις οποίες δεν τους καταβλήθηκε η οφειλόμενη αμοιβή.
Με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1 έως 4 του νόμου 123/1975 και τις διατάξεις των άρθρων 325, 349 και 656 Α.Κ. δεδομένου ότι συμφώνως προς τα ανωτέρω η ειδική ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας που συνάπτεται μεταξύ του νοσηλευτικού ιδρύματος και του ειδικευόμενου ιατρού εντάσσεται στο πλαίσιο της μετεκπαίδευσης των πτυχιούχων της ιατρικής, αποσκοπεί στην άσκηση των ειδικευομένων, δεν συνιστά διορισμό σε υπαλληλική θέση και το καταβαλλόμενο ποσό χρημάτων δεν αποτελεί αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, αλλά αποζημίωση προς εξασφάλιση των μέσων συντήρησής τους κατά το διάστημα της ειδίκευσής των, η δε σχέση που τους συνδέει με το νοσηλευτικό ίδρυμα δεν είναι σχέση εργασίας αλλά σχέση εκπαίδευσης και μαθητείας, αποτελεί δε υποχρέωση του ιδρύματος να παρέχει κατά τις διατάξεις του νόμου τις προϋποθέσεις για την απόκτηση ειδικότητας χάριν του δημοσίου συμφέροντος και την προστασία της δημόσιας υγείας και ως εκ τούτου οι ενδιαφερόμενοι ιατροί δεν έχουν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας για την αποζημίωση που δικαιούνται εξ αυτού του λόγου, αφού δεν πρόκειται για δεδουλευμένες αποδοχές, που παρέχονται ως αντάλλαγμα της εργασίας τους.
Συνεπώς, ο σχετικός εκ του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως, δια του οποίου προσάπτεται η εν λόγω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη ως προς το κεφάλαιο αυτό, ως και ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ] Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 1271/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την υπ'αριθ. 1214/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, καθ'ό μέρος αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και απορρίπτει την αγωγή του.
Αναιρεί την ως άνω, υπ'αριθ. 1271/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης] το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ