Appeal dismissed; common sense teachings do not constitute legal rules unless used for interpretation or subsumption.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision in an industrial accident case involving an employee's death. The appellants argued that the lower court erred by failing to apply a specific common sense teaching regarding the control of a press during transport to establish liability. The court ruled that such teachings are not legal rules and therefore their alleged violation does not constitute grounds for appeal unless they were used to interpret substantive law or subsume facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Common sense teachings are not legal rules and do not constitute grounds for appeal unless used for interpreting legal norms or subsuming facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 903 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 903/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)E. (Έ.) S. (Σ.), ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της K. (Κ.) S. (Σ.) (δεύτερου των αναιρεσειόντων), κατοίκου ... 2)K. (Κ.) S. (Σ.), κατοίκου ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου από την ασκούσα τη γονική του μέριμνα μητέρα του (πρώτης των αναιρεσειόντων) και 3)F. (Φ.) S. (Σ.) του M., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "A…. Ο.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσιπινιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1523/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 393/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/7/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15-7-2019 και με αριθ. κατ. 7021/675/24-7- 2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 393/19-1-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 11-11-2013 και με αριθ. κατ. 6906/27- 11-2013 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. 1523/20-8-2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-4-2010 και με αριθ. κατ. 76123/2139/26-4-2010 αγωγή αυτών. Με την εν λόγω αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγομένη εταιρία, η οποία ασκεί επιχείρηση παραγωγής, εμπορίας και εγκατάστασης εξοπλισμού καταστημάτων, προσέλαβε την 1-12-2005 και έκτοτε απασχολούσε ως ανειδίκευτο εργάτη, το σύζυγο της πρώτης ενάγουσας, πατέρα του ανήλικου δεύτερου ενάγοντος, του οποίου η πρώτη ενάγουσα ασκεί τη γονική μέριμνα και αδελφό του τρίτου ενάγοντος, R. S. και ότι την 26-6-2007, κατά την παροχή της εργασίας του τελευταίου, επήλθε από υπαιτιότητα της εναγόμενης το περιγραφόμενο στην αγωγή ατύχημα, από το οποίο προκλήθηκε ο θάνατος του. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 ν.551/1915, εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν που πλήττει το μισθωτό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν και επιφέρει είτε το θάνατο του είτε ανικανότητα αυτού προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο θανών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα.
Εφόσον επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330), το ύψος της οποίας καθορίζεται κατ' αποκοπή με βάση τα όσα ο νόμος αυτός ορίζει, αναλόγως της έκτασης και της διάρκειας της ανικανότητας (ΑΠ 630/1976).
Η ευθύνη του εργοδότη για την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι αντικειμενική, δηλαδή δεν προϋποθέτει δικό του πταίσμα. Η λειτουργία της ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρα 16 ν. 551/1915, 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951). Παράλληλα, όμως, προς την αξίωση για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας δημιουργείται και αξίωση για αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου (ή των μελών της οικογένειάς του, σε περίπτωση θανάτου), με την εκ μέρους του εργοδότη, που ευθύνεται και για τις πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων στα οποία αναθέτει την εκπλήρωση των εργοδοτικών του υποχρεώσεων (δηλαδή των προστηθέντων, άρθρο 922 ΑΚ), καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ΑΚ 299, 932).
Η αξίωση αυτή είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Ως παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη νοείται και η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (ΑΚ 662), την οποία αυτός υπέχει έναντι του εργαζομένου και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων.
Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, δηλαδή οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ. 1 ν. 551/1915. Και, επιπλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο πταίσμα και στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια, ότι, με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη (ΑΠ 472/2018, ΑΠ 370/2018, ΑΠ 757/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 491/2019).
Με τον πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη δεν ευθύνεται για την καταβολή σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τη διάταξη του άρθρου 9 παράρτημα
ΙΙ στοιχ. 3.1.1. του π.δ. 395/1994, που ορίζει ότι οι λυόμενοι ή κινητοί εξοπλισμοί εργασίας για την ανύψωση φορτίων πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ευστάθεια του εξοπλισμού εργασίας κατά την χρησιμοποίησή του υπό όλες τις προβλεπτές συνθήκες, ανάλογα με τη φύση του δαπέδου ή του εδάφους.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη έχει ως αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία εξοπλισμού καταστημάτων καθώς και την τοποθέτηση και τη θέση σε λειτουργία του εν λόγω εξοπλισμού της εγκατάστασης των πελατών της, εδρεύει δε στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης και διατηρεί υποκατάστημα επί της οδού ..., στη Μεταμόρφωση Αττικής.
Η εναγομένη ανέθετε τη μεταφορά των ως άνω εμπορευμάτων της σε ανεξάρτητες μεταφορικές επιχειρήσεις, είτε ατομικές είτε υπό εταιρική μορφή χωρίς να διαθέτει δικά της μεταφορικά μέσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προσέλαβε τον R. S.t του M., ως εργοδηγό. Τα καθήκοντα του τελευταίου ήταν να διευθύνει ως εργοδηγός της σύνδεση των μηχανημάτων και του λοιπού εξοπλισμού που εμπορευόταν η εναγομένη στις εγκαταστάσεις των πελατών της, να προγραμματίζει τις εργασίες αυτές και να επιβλέπει την ταξινόμηση των εμπορευμάτων στην αποθήκη της εναγομένης.
Την 26-6-2007 εκλήθη από την υπάλληλο της εναγομένης στο ως άνω υποκατάστημά της, Θ. Κ., η οποία ασκούσε τα καθήκοντα της γραμματέως, ο μεταφορέας Χ. Ν., ο οποίος ασκεί ατομική επιχείρηση μεταφορών, προκειμένου να μεταφέρει από την αποθήκη της εναγομένης στο ανωτέρω υποκατάστημά της στη Μεταμόρφωση Αττικής στις εγκαταστάσεις του …… στα Γλυκά Νερά μια πρέσσα χαρτοκιβωτίων μάρκας ORWAK 3200, βάρους 650 kg, η οποία ήταν τοποθετημένη σε ξύλινη παλέτα.
Ο ως άνω μεταφορές, ο οποίος προσήλθε στο υποκατάστημα της εναγομένης με το δικό του φορτηγό αυτοκίνητο και το δικό του χειροκίνητο παλετοφόρο ενεργώντας με δική του ευθύνη, μη υποκείμενος σε οδηγίες εκ μέρους της εναγομένης, στάθμευσε το φορτηγό του έμπροσθεν και πλαγίως της όψεως του υποκαταστήματος και συγκεκριμένα πλησίον της κεκλιμένης ράμπας της εισόδου του υπογείου χώρου της όμορης οικοδομής, ενώ για την ασφαλή μεταφορά της ως άνω πρέσσας από την αποθήκη της εναγομένης έπρεπε να σταθμεύσει το φορτηγό του εντός της ράμπας εισόδου της αποθήκης της.
Η προαναφερόμενη πρέσσα τοποθετήθηκε από τον μεταφορέα Χ. Ν. στο παλετοφόρο και κατά τη μεταφορά της με το παλετοφόρο στην καρότσα του φορτηγού για την εκφόρτωση, διαταράχθηκε η ισορροπία του μετακινούμενου παλετοφόρου λόγω απότομης μεταβολής της υψομετρικής διακύμανσης του εδάφους και ανισοσταθμίας των δύο σκελών του (κοινώς "παλατζάρισε"), με αποτέλεσμα να ανατραπεί η πρέσσα και πέφτοντας να καταπλακώσει τον ως άνω R.
S., ο οποίος υπέστη σύνθλιψη και ευρισκόμενος σε αιμορραγική καταπληξία, συνεχιζόμενη, παρά τις μεταγγίσεις που εγένοντο, απεβίωσε. Ο τελευταίος, με δική του θέληση, χωρίς καμία εντολή εκ μέρους της εργοδότριας του εναγομένης είχε προστρέξει να βοηθήσει το μεταφορέα Χ. Ν. κατά τη μεταφορά της πρέσσας και βρισκόταν παραπλεύρως του φορτίου, την συγκρατούσε δε ελαφρώς καθόλη την πορεία της μετακίνησής της.
Το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, εάν με δεδομένη την επιλεγείσα θέση στάθμευσης, πλησίον δηλαδή της ράμπας εισόδου του υπογείου χώρου της όμορης οικοδομής, είχε επιλεγεί διαφορετική πορεία μετακίνησης του φορτίου της πρέσσας με το χειροκίνητο παλετοφόρο, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, εάν είχε ακολουθήσει πορεία μετακινήσεως επάνω στο επίπεδο οδόστρωμα και όχι πλησίον της κεκλιμένης ράμπας εισόδου του υπόγειου χώρου της όμορης οικοδομής, ούτως ώστε να μην υφίσταται ο κίνδυνος ανατροπής ή απότομης μετακινήσεως του παλετοφόρου και του φορτίου του, εξαιτίας των δεδομένων τοπικών διαμορφώσεων και ανωμαλιών του επιπέδου κύλισης (σχ.
Άρθρο 9 παράρτημα II, παρ. 3.1.1. του π.δ. 395/1994, όπως τροποπ. με το π.δ. 89/1999). Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η εναγομένη δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε πταίσμα για το θάνατο του R. S., του οποίου σύζυγος, τέκνο και αδελφός τυγχάνουν οι ενάγοντες, αντιστοίχως, ο οποίος (θάνατος) έλαβε χώρα υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες.".
Για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η εναγομένη δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε πταίσμα για το θάνατο του R. S., κατ' επέκταση του οποίου έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες, με το να δεχθεί ότι:
α) ο αποβιώσας προσέτρεξε σε βοήθεια του μεταφορέα Χ. Ν., που δεν ενέπιπτε στα αναφερόμενα στην απόφαση καθήκοντά του, με δική του θέληση χωρίς καμία εντολή εκ μέρους της εργοδότριας εναγομένης (οπότε, κατά συνέπεια, το ατύχημα δεν έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της εργασίας του αποβιώσαντος), β) ο μεταφορέας χρησιμοποίησε για τη μεταφορά της πρέσσας, την οποία ανέλαβε ως ασκών ατομική επιχείρηση μεταφορών, το δικό του φορτηγό αυτοκίνητο και το δικό του χειροκίνητο παλετοφόρο και προέβη στις απαραίτητες για τη μεταφορά ενέργειες με δική του ευθύνη, μη υποκείμενος σε οδηγίες εκ μέρους της εναγομένης (οπότε, κατά συνέπεια, δεν ενήργησε ως προστηθείς αυτής), γ) η πρέσσα ανετράπη επειδή διαταράχθηκε η ισορροπία του μετακινούμενου παλετοφόρου, λόγω απότομης μεταβολής της υψομετρικής διακύμανσης του εδάφους στο σημείο, που ο μεταφορέας επέλεξε για να σταθμεύσει το φορτηγό αυτοκίνητο του, δηλαδή έμπροσθεν και πλαγίως της όψης του υποκαταστήματος της εναγομένης και συγκεκριμένα πλησίον της κεκλιμένης ράμπας εισόδου του υπογείου χώρου της όμορης οικοδομής , ενώ για την ασφαλή μεταφορά της πρέσσας από την αποθήκη της εναγομένης έπρεπε να σταθμεύσει το φορτηγό εντός της ράμπας εισόδου της αποθήκης της, καθώς και ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν με δεδομένη την επιλεγείσα θέση στάθμευσης, είχε επιλεγεί (από το μεταφορέα) διαφορετική πορεία μετακίνησης του φορτίου της πρέσσας με το χειροκίνητο παλετοφόρο (οπότε, κατά συνέπεια, το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργειες που δεν αποδίδονται σε συμπεριφορά της εναγομένης ή των προστηθέντων αυτής, ούτε συνδέονται με τη μορφολογία του εδάφους του υποκαταστήματός της).
Επομένως ο, ως άνω, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ειδικότερα, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου (ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 797/2014) δεν αποτελούν κανόνες δικαίου. Γι' αυτό και η παράβασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008). Αν όμως χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων και παραβιασθούν, ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση του συγκεκριμένου αυτού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1874/2011, ΑΠ 314/2011).
Με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων κοινής πείρας, ισχυριζόμενοι, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπήγαγε το γενόμενο δεκτό ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, ότι ο αποβιώσας συγκρατούσε τη μεταφερόμενη πρέσσα καθόλη την πορεία της μετακίνησής της, στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του άρθρου 9 παρ. 3.1.1 του π.δ. 395/1994, τον οποίο δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν χρησιμοποίησε το δίδαγμα της κοινής πείρας, που συνίσταται, κατά την ακριβή διατύπωση στην αίτηση αναίρεσης, στο ότι "κάποιος συγκρατεί ένα αντικείμενο καθόλη τη μεταφορά του, επειδή καθόλη τη διάρκεια της μεταφοράς υπάρχει κίνδυνος ταλάντωσης και ανισορροπίας, άλλως δεν υφίσταται λόγος να το συγκρατεί". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η χρησιμοποίηση του επικαλούμενου, ως άνω, διδάγματος της κοινής πείρας δεν οδηγεί στην, κατόπιν υπαγωγής του προαναφερομένου πραγματικού περιστατικού στον κανόνα δικαίου του άρθρου 9 Παράρτημα
ΙΙ στοιχ. 3.1.1. του π.δ. 395/1994 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 12 παρ. 7 περ. δ του π.δ. 89/1999, εφαρμογή αυτού για τη θεμελίωση ευθύνης της εναγομένης για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ενόψει μάλιστα και της παραδοχής ότι στην ενέργειά του αυτή ο θανών προέβη με δική του θέληση, χωρίς καμία εντολή εκ μέρους της εργοδότριας εναγομένης. Κατόπιν των παραπάνω, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 15-7-2019 και με αριθ. κατ. 7021/675/24-7-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 393/19-1-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ