Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's finding of employer insolvency as valid defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute involving unpaid wages. The appellants argued the employer's refusal to pay was due to bad faith, but the court found the refusal stemmed from genuine economic insolvency rather than malice. Consequently, the court ruled that the employer's failure to pay was justified under the principle of good faith, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 of the Civil Code; The employer's failure to pay agreed wages due to genuine economic insolvency, rather than bad faith, constitutes a valid defense that precludes the employee's right to withhold work as a means of enforcement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 903 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 903/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., και 3) Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστρατίου Μαυραγάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 1804/28-1-2014. Εκδόθηκαν η 10505/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 956/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία διορθώθηκε με την 2188/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης 233/5-9-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 20-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης 233/5-9-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 956/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 2188/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την 10505/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, και είχε δεχθεί εν μέρει την από 25-1-2014 και με αριθμό κατάθεσης 1804/28-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, στη συνέχεια, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως προς τις δύο πρώτες ενάγουσες και επιδίκασε σε αυτές τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως μισθολογικές διαφορές, ενώ ως προς τον τρίτο ενάγοντα την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2.Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν, για την καταβολή του μισθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 145/2019, ΑΠ 835/2018, ΑΠ 940/2015).
3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 1420/2013).
4.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 956/2017 απόφασή του (όπως διορθώθηκε με την 2188/2017 απόφασή του), μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο), ο οποίος διατηρεί βιοτεχνική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ανδρικών ενδυμάτων επί της οδού ..., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, η πρώτη την 24-6-2010 ως βοηθός λογιστή και οι δεύτερη και τρίτος την 3-9-2001 και 1-2-2004, αντίστοιχα, ως αποθηκάριοι, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πιο πάνω επιχείρηση, η μεν πρώτη αμειβόμενη με το νόμιμο μισθό τον προβλεπόμενο από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών των βιομηχανικών, βιοτεχνικών, ξενοδοχειακών, εμπορικών και των πάσης φύσεως επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων όλης της χώρας", οι δε λοιποί αμειβόμενοι με το νόμιμο μισθό τον προβλεπόμενο από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοϋπαλλήλων στις επιχειρήσεις ιματισμού, πιλοποιίας, στρωματοποιίας και εφαπλωματοποιίας όλης της χώρας".
Ότι οι ενάγοντες, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, παρείχαν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο, πλην όμως ο τελευταίος, από τις αρχές του 2012, επικαλούμενος οικονομικά προβλήματα της επιχείρησής του, άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Ότι σε γενόμενο έλεγχο του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας στην επιχείρηση του εναγομένου, που έλαβε χώρα την 7-3-2013, βρέθηκαν να απασχολούνται σε αυτή τέσσερις (4) συνολικά μισθωτοί, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ενώ διαπιστώθηκε ότι υπήρχε καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών όλου του προσωπικού για τους μήνες Οκτώβριο 2012 έως και Φεβρουάριο 2013, των επιδομάτων άδειας των ετών 2010, 2011 και 2012, καθώς και του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012.
Ότι ο εναγόμενος συνέχισε να καθυστερεί τις καταβολές των δεδουλευμένων των εναγόντων, με αποτέλεσμα την 10-5-2013 να οφείλει στην πρώτη ενάγουσα δεδουλευμένες αποδοχές από 1-11-2012 έως 30-4-2013, τα επιδόματα άδειας των ετών 2010, 2011 και 2012 και το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2012, στη δεύτερη ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2013, τις αποδοχές και τα επιδόματα άδειας των ετών 2010, 2011 και 2012, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2012, αναδρομικές αποδοχές έτους 2008 και το υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών Μαρτίου 2011 και στον τρίτο ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές από 1-11-2012 έως 30-4-2013, τα επιδόματα άδειας των ετών 2010, 2011 και 2012, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2012 και αναδρομικές αποδοχές έτους 2008.
Ότι για το λόγο αυτό οι ενάγοντες απέστειλαν την από 10-5-2013 εξώδικη δήλωσή τους προς τον εναγόμενο, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στον τελευταίο, διαμαρτυρόμενοι για την καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους και των λοιπών επιδομάτων, οι οποίες ανέρχονταν στα εκεί αναγραφόμενα ποσά αναλυτικά για κάθε αιτία και για καθένα από αυτούς, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι θα προέβαιναν σε επίσχεση εργασίας από την επίδοση αυτής (δήλωσης) μέχρι την πλήρη αποπληρωμή των δεδουλευμένων τους.
Ότι το ανωτέρω δικαίωμα επίσχεσης των εναγόντων ασκήθηκε νόμιμα, με σαφή δήλωσή τους προς τον εργοδότη και με σκοπό την εξασφάλιση της ικανοποίησης των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών τους. Ότι για τις απαιτήσεις αυτές οι ενάγοντες άσκησαν ακολούθως την ένδικη αγωγή, προσαρμόζοντας τα αιτούμενα κονδύλια στα ποσά που προκύπτουν βάσει του νομίμου κάθε φορά μισθού τους και όχι βάσει του καταβαλλόμενου, όπως εξάλλου είχαν επιφυλαχθεί στη σχετική εξώδικη δήλωσή τους.
Ότι ο εναγόμενος, κατά το χρόνο της επίσχεσης, όφειλε στους ενάγοντες για δεδουλευμένες αποδοχές τα ακόλουθα ποσά: 1) Στην πρώτη ενάγουσα καθυστερούσε να καταβάλει τα ποσά που αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα, εκ των οποίων ο μισθός Μαΐου 2013 και το επίδομα εορτών Πάσχα 2013 υπολογίζονται ως μικτές αποδοχές, ενώ τα υπόλοιπα ως καθαρές αποδοχές, εφόσον αυτές θέτει ως βάση υπολογισμού στην αγωγή της.
Έναντι των ποσών αυτών ο εναγόμενος της κατέβαλε τμηματικά, μετά την επίσχεση, το ποσό των 2.630 ευρώ (ήτοι 1.330 € την 11-7-2013, 600 € την 31-7-2013 και 700 € την 22-11-2013), το ποσό των 600,71 ευρώ έναντι του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2013, το ποσό των 3.000 ευρώ την 21-5-2014, σε εκτέλεση της 7004/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και το ποσό των 2.592,22 ευρώ την 30-9-2014, με νομότυπη κατάθεση αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, μετά την άρνηση της πρώτης ενάγουσας να προσέλθει στην επιχείρηση του εναγομένου για να το παραλάβει.
Με βάση τον πίνακα που διαλαμβάνεται στις σελ. 32 και 33 της προσβαλλόμενης απόφασης, οι καθυστερούμενες δεδουλευμένες αποδοχές, περιλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και άδειας, από Δεκέμβριο 2012 έως και Απρίλιο 2013, μετά την αφαίρεση των καταβληθέντων, ανέρχονται σε 945,34 ευρώ μικτά και σε 5.998,43 ευρώ καθαρά. 2) Στη δεύτερη ενάγουσα οφείλονταν:
α) για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2013 το ποσό των 1.136,23 ευρώ μηνιαίως μικτά και 881,4-2 ευρώ μηνιαίως καθαρά (μετά την αφαίρεση 254,81 € για νόμιμες κρατήσεις) και συνολικά 1.762,84 ευρώ (ήτοι 881,42 € Χ 2 μήνες), β) για αποδοχές άδειας έτους 2010 το ποσό των 1.087,58 ευρώ μικτά και 932,02 ευρώ καθαρά (1.087,58 € - 155,56 € για νόμιμες κρατήσεις), έναντι των οποίων ο εναγόμενος της κατέβαλε τμηματικά, μετά την επίσχεση, το ποσό των 2.630 ευρώ (ήτοι 1.330 € την 11-7-2013, 600 € την 31-7-2013 και 700 € την 22-11-2013), το οποίο καταλογίσθηκε στις παλαιότερες οφειλές και, συνεπώς, ο εναγόμενος οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα ως υπόλοιπο αποδοχών άδειας έτους 2010 το ποσό των 207,28 ευρώ, γ) για επίδομα άδειας έτους 2010 το ποσό των 466,01 ευρώ, δ) για αποδοχές άδειας έτους 2011 το ποσό των 1.136,23 ευρώ μικτά και 873,77 ευρώ καθαρά (μετά την αφαίρεση 93,74 € για νόμιμες κρατήσεις), ε) για επίδομα άδειας έτους 2011 το ποσό των 568,12 ευρώ μικτά και 474,38 ευρώ καθαρά (μετά την αφαίρεση 93,74 € για νόμιμες κρατήσεις), στ) για αποδοχές άδειας έτους 2012 το ποσό των 1.136,23 ευρώ μικτά και 873,77 ευρώ καθαρά (μετά την αφαίρεση 262,46 € για νόμιμες κρατήσεις), ζ) για επίδομα άδειας έτους 2012 το ποσό των 568,12 ευρώ μικτά και 436,89 ευρώ καθαρά (μετά την αφαίρεση 131,22 € για νόμιμες κρατήσεις), η) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2012 το ποσό των 905,90 ευρώ καθαρά και θ) για διαφορά επιδόματος εορτών Πάσχα 2013 το ποσό των 179,33 ευρώ μικτά.
Ότι την 21-5-2014, σε εκτέλεση της 7004/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ο εναγόμενος κατέβαλε στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 2.300 ευρώ και ειδικότερα κατέβαλε έναντι του επιδόματος άδειας έτους 2010 το ποσό των 408,34 ευρώ (απομένει υπόλοιπο 57,67 €), έναντι του επιδόματος άδειας έτους 2011 το ποσό των 474,38 ευρώ (δεν απομένει υπόλοιπο), έναντι των αποδοχών άδειας του έτους 2011 το ποσό των 600,60 ευρώ (απομένει υπόλοιπο 273,77 €) και για αποδοχές άδειας του έτους 2010 το ποσό των 816,68 ευρώ και, ως εκ τούτου, κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 609,40 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταλογισθεί στα ως άνω οφειλόμενα για αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας έτους 2011 (ήτοι 57,67 € και 273,17 ευρώ, τα οποία έτσι εξοφλούνται) και στις αποδοχές άδειας 2012 ύψους 873,77 ευρώ, από το οποίο απομένει υπόλοιπο 542,93 ευρώ.
Ότι μετά τις ανωτέρω καταβολές, ο εναγόμενος οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα για επίδομα άδειας έτους 2012 το ποσό των 436,89 ευρώ καθαρά, για αποδοχές άδειας έτους 2012 το ποσό των 542,93 ευρώ καθαρά, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2012 το ποσό των 905,90 ευρώ καθαρά και για διαφορά επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2013 το ποσό των 179,33 ευρώ μικτά και συνολικά το ποσό των 1.885,72 ευρώ καθαρά και το ποσό των 179,33 ευρώ μικτά.
Ότι, όπως προαναφέρθηκε, εξαιτίας της καθυστέρησης των ανωτέρω οφειλών, οι ενάγοντες προέβησαν σε επίσχεση της εργασίας τους. Ότι, κατά το χρόνο της επίσχεσης, η ως άνω καθυστέρηση των έξι μηνών στην καταβολή των δεδουλευμένων μισθών της πρώτης και του τρίτου των εναγόντων και των δύο μηνών στην καταβολή των δεδουλευμένων μισθών της δεύτερης των εναγόντων και περαιτέρω των δύο ετών στην καταβολή των επιδομάτων άδειας 2010, του ενός έτους στην καταβολή των επιδομάτων άδειας 2011 και των πέντε μηνών στην καταβολή των επιδομάτων άδειας 2012 και του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2012, ως προς όλους, αλλά και της αντίστοιχης καθυστέρησης στην καταβολή των αποδοχών άδειας των ετών 2010, 2011 και 2012 ως προς τη δεύτερη ενάγουσα, σε συνδυασμό και με το συνολικό ύψος όλων αυτών, με την οικογενειακή κατάσταση των εναγόντων και την έλλειψη άλλων πόρων συντήρησής τους, αποτελεί αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης της υποχρέωσης του εναγομένου για καταβολή αποδοχών.
Ότι από το έτος 2009, η αρχόμενη οικονομική κρίση που ενέσκηψε και στην Ελλάδα για τα επόμενα έτη, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πολλών εσόδων και τη δραματική μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης του εναγομένου. Ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των ισολογισμών της επιχείρησης, τα ποσοστά της μείωσης του κύκλου εργασιών ξεκίνησαν από 12,6% το έτος 2009 για να καταλήξουν σε ποσοστό 52,75% το έτος 2013.
Ότι αντίστοιχη και μεγαλύτερη πτώση παρουσίασαν τα κέρδη της επιχείρησης τα έτη 2008 έως 2011, ενώ τα έτη 2012 και 2013 έκλεισαν με ζημίες 36.111,13 ευρώ και 51.656,16 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι το ίδιο χρονικό διάστημα εμφανίσθηκε, παράλληλα, και αδυναμία των πελατών της επιχείρησης να ανταπεξέλθουν στις πληρωμές τους, δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα ρευστότητας σε αυτή.
Ότι το σύνολο των επισφαλών και των ανεπίδεκτων είσπραξης απαιτήσεων ανέρχεται ήδη στο ποσό των 180.529 ευρώ τουλάχιστον, το οποίο αφορά συνολικά 29 πελάτες. Ότι στην προσπάθεια του εναγομένου να εισπράξει το παραπάνω ποσό, απαιτήθηκαν και πρόσθετα δικαστικά έξοδα, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ότι για να καλυφθούν τα γενικά έξοδα της επιχείρησης (μισθοδοσία προσωπικού, υποχρεώσεις προς το ΙΚΑ και την ΔΟΥ, κόστος παραγωγής κλπ), ο εναγόμενος αναγκάσθηκε να λάβει χρηματοδότηση μέσω τραπεζικών δανείων, η οποία επιβαρύνεται με τόκους και άλλα έξοδα εκταμίευσης, προσημείωσης κλπ, μείωσε τα πάγια έξοδα (μισθώματα, μετακινήσεις κλπ) και επιχείρησε να πωλήσει την πατρική του οικία, αρχικά ανεπιτυχώς, αλλά τελικά επετεύχθη η πώληση το έτος 2014.
Ότι χαρακτηριστικά αναφέρεται η οικονομική δυσκολία, που αυτός αντιμετώπισε στην εξόφληση ποσού 180.000 ευρώ, ως υπολοίπου τιμήματος για την, κατά το έτος 2006, αγορά από την Eurobank ... ενός βιοτεχνικού χώρου, στην ..., στη Θεσσαλονίκη, η καταβολή του οποίου έπρεπε να γίνει σταδιακά έως το έτος 2011, μέσω συναλλαγματικών που αποδέχθηκε ο ίδιος.
Ότι, συγκεκριμένα, η εξόφληση του ποσού αυτού έγινε τμηματικά και με καθυστέρηση, αφού η τελευταία δόση καταβλήθηκε το Σεπτέμβριο του 2012, πολύ μετά τη λήξη των συναλλαγματικών. Ότι λόγω των σοβαρών προβλημάτων ρευστότητας, που αντιμετώπιζε, για την εξόφληση της τελευταίας δόσης, ύψους 28.320,72 ευρώ, έλαβε την 31-8-2012, δάνειο από την Eurobank Ergasias, ύψους 100.000 ευρώ, επιβαρυνόμενος με νέους τόκους και έξοδα και εξόφλησε τη δόση, πετυχαίνοντας έτσι, τον Απρίλιο του έτους 2013, να γίνει και τυπικά το συμβόλαιο εξόφλησης του τιμήματος και η άρση της διαλυτικής αίρεσης της μη μεταβίβασης του ακινήτου.
Ότι, παράλληλα, με το υπόλοιπο ποσό του δανείου κάλυψε και άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές, που τον επιβάρυναν με έξοδα και τόκους, ήτοι δάνειο από την Eurobank, δάνειο από τη Γενική Τράπεζα, οφειλές προμηθειών, οφειλές προς το ΙΚΑ κλπ. Ότι παρ' όλες, όμως, τις προσπάθειες, η συνεχής πτωτική πορεία του τζίρου της επιχείρησης, λόγω της κατάρρευσης της αγοράς, ειδικά στον κλάδο του ενδύματος, που δραστηριοποιείτο ο ίδιος, οι μεγάλες ζημίες, η αδυναμία λήψης, ικανής για τη λειτουργία της επιχείρησης, χρηματοδότησης από πιστωτικά ιδρύματα και οι δυσανάλογες για τα οικονομικά μεγέθη της επιχείρησης ανείσπρακτες απαιτήσεις, οδήγησαν αυτόν σε οικονομικό αδιέξοδο, με αποτέλεσμα, από τις αρχές του έτους 2012, να εμφανίσει και τις προαναφερθείσες καθυστερήσεις στην πληρωμή των αποδοχών των εναγόντων.
Ότι παρ' όλα αυτά, ανάλογα με την ευχέρεια ρευστότητας, που είχε, κατέβαλε διαρκώς έναντι των οφειλόμενων και κάποια ποσά για τη μισθοδοσία του προσωπικού, τα οποία για το έτος 2012 ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 39.415,09 ευρώ και για το έτος 2013 στο ποσό των 26.097,08 ευρώ. Ότι τις καταβολές αυτές προς τους ενάγοντες ο εναγόμενος συνέχισε και μετά την άσκηση από αυτούς του δικαιώματος επίσχεσης.
Ότι την ανωτέρω δύσκολη οικονομική κατάσταση της επιχείρησης γνώριζαν όλοι οι εργαζόμενοι, ήτοι και οι ενάγοντες, αφού επανειλημμένα τους είχε γνωστοποιήσει αυτήν ο εναγόμενος, αλλά και, ως εκ της θέσης τους (ιδίως η πρώτη που απασχολείτο ως βοηθός λογιστή), διαπίστωναν καθημερινά οι ίδιοι τη μεγάλη απώλεια πελατών και εσόδων της επιχείρησης.
Ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι ενάγοντες άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, εφόσον είχαν αξίωση από ληξιπρόθεσμες παροχές, πλην όμως αυτό υπερβαίνει τα όρια τα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ, καθόσον η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών τους δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα ή δυστροπία του εναγομένου, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτού, την οποία γνώριζαν οι ενάγοντες, οι οποίοι, με την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος, στέρησαν από την επιχείρηση τους τρεις από τους τέσσερις εργαζομένους, δυσχεραίνοντας, με τον τρόπο αυτό, υπέρμετρα τη λειτουργία και κάθε προσπάθεια ανάκαμψής της, η δε επιβίωσή της επιχειρείται πλέον από τον ίδιο τον εναγόμενο με μία εργαζόμενη (τη Μ.
Κ.) και τη συνδρομή των μελών της οικογένειάς του. Ότι, επομένως, οι ενάγοντες περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την προσφορά της εργασίας τους και δεν δικαιούνται τις αξιούμενες αποδοχές υπερημερίας, λόγω επίσχεσης εργασίας, από 11-5-2013 έως 10-5-2014, κατά παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, που παραδεκτά πρότεινε ο εναγόμενος, το δε σχετικό αίτημα της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, εκτός των άλλων, είχε απορριφθεί η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και είχαν επιδικασθεί στους ενάγοντες αποδοχές υπερημερίας, λόγω επίσχεσης εργασίας και αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη κατά το μέρος αυτό (ενώ, κατά τα λοιπά, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τις δύο πρώτες ενάγουσες και επιδικάσθηκαν σε αυτές τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως μισθολογικές διαφορές).
5.Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 325, 329, 353 και 656 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των αναιρεσειόντων και της υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, τα ανελέγκτως υπ' αυτού γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι των αναιρεσειόντων, δεν είναι προϊόν κακοβουλίας ή δυστροπίας, αλλά υπαρκτής οικονομικής αδυναμίας, ενόψει της οποίας η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας δεν είναι εφεξής πρόσφορη να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεων των εναγόντων, αφού η επιχείρηση βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και αδυνατούσε να καλύψει τις υποχρεώσεις της, συνολικώς εκτιμώμενα, θεμελιώνουν πλήρως την άσκηση του δικαιώματος καθ' υπέρβαση των ορίων των επιβαλλόμενων από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού.
Για την πληρότητα των αιτιολογιών δεν όφειλε να προσδιορίσει περαιτέρω, ως αναιρετικά της υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στοιχεία, τους πραγματικούς αριθμούς του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, τα χρηματικά ποσά στα οποία κυμαινόταν η ρευστότητα της επιχείρησης, τουλάχιστον σε ετήσια βάση καθ' όλη την επίδικη περίοδο, ώστε να κριθεί αν αρκούσαν και σε ποιο βαθμό για την κάλυψη του μισθολογικού κόστους και εντεύθεν αν οφειλόταν σε υπαίτια συμπεριφορά ή δυστροπία του εναγομένου και τελικά αν η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας και η στέρηση των υπηρεσιών τους από την επιχείρηση ασκήθηκε καταχρηστικά ή όχι.
Ούτε η παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν την απώλεια πελατών και εσόδων της επιχείρησης, καθώς και ότι με την άσκηση του δικαιώματός τους να προβούν στην επίσχεση εργασίας στέρησαν από την επιχείρηση τους τρεις από τους τέσσερις εργαζομένους, δυσχεραίνοντας υπέρμετρα τη λειτουργία και κάθε προσπάθεια ανάκαμψής της, συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς τη γνώση από την πλευρά των εναγόντων των πραγματικών ταμειακών διαθεσίμων της επιχείρησης.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής ή μη των όρων του πραγματικού του ως άνω κανόνα δικαίου (ΑΚ 281), είναι αβάσιμος.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης 233/5-9-2018 αίτηση για αναίρεση της 956/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 2188/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Απριλίου 2020.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ