Supreme Court dismisses appeal on defamation claim where court found no abuse of right despite factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision in a defamation lawsuit. The plaintiff alleged that the defendants published false and defamatory political analysis in a newspaper owned by the appellants, causing moral damage. The court rejected the appeal because the lower court correctly concluded that the defendants did not abuse their right to sue, despite any errors in their factual investigation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) Civil Procedure Code; Art. 281 Civil Code: An appeal based on the violation of a substantive law rule is inadmissible if the lower court, despite factual errors, reached a correct substantive decision without abusing the right to sue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 903 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 903/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...." η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ...., 3. ... και 4..... Οι μεν 1η, 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιαφάκο, ο δε 4ος παραστάθηκε με τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Φέλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1423/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7999/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 28-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (Ολ.
Α.Π. 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο υπό στοιχ. Α από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διατύπωσε εσφαλμένα και ελλιπώς τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, περί της έννοιας του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και των ορίων της επιτρεπτής κατά πολιτικών προσώπων, όπως ο αναιρεσίβλητος, κριτικής, παραλείποντας να δεχθεί ότι τα όρια αυτά επί πολιτικών προσώπων είναι πολύ ευρύτερα από εκείνα που ισχύουν επί των λοιπών ιδιωτών και έτσι παραβίασε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Κατά το άρθρο 26 του Α.Κ. οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Τόπος τελέσεως του αδικήματος-και ως τέτοιο εννοείται η αδικοπραξία υπό ευρεία έννοια-είναι τόσο ο τόπος που ενήργησε ή παρέλειψε να ενεργήσει ο υπαίτιος της αδικοπραξίας όσο και ο τόπος στον οποίο επήλθε η ζημία.
Στην περίπτωση δε που τα πραγματικά περιστατικά που υλοποιούν την αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, συντελούνται στο έδαφος περισσοτέρων πολιτειών, στον ζημιωθέντα απόκειται η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου. Έτσι, επί προσβολής της προσωπικότητας μέσω εφημερίδας που εκδίδεται στην αλλοδαπή και κυκλοφορεί σε περισσότερες χώρες, τόπος τελέσεως της αδικοπραξίας είναι τόσο ο τόπος στον οποίο εκδόθηκε η εφημερίδα όσο και κάθε τόπος στον οποίο αυτή κυκλοφόρησε και επήλθε η ζημία, ο τόπος δε της συνήθους διαμονής του προσβληθέντος είναι ο τόπος στον οποίο κατά κύριο λόγο επήλθε η ζημία.
Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη, ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, έχει την έδρα της στις Η.Π.Α., οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων είναι κάτοικοι ... και ο τέταρτος εναγόμενος είναι κάτοικος Ελλάδος, κατά τις παραδοχές δε του Εφετείου, η εφημερίδα που δημοσίευσε το επιλήψιμο δημοσίευμα εκδίδεται στο ...
και κυκλοφορεί σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, όπου κατοικεί ο ενάγων. Με τα δεδομένα αυτά, εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο επί της ένδικης διαφοράς από αδικοπραξία είναι κατά το άρθρο 26 του Α.Κ. το ελληνικό δίκαιο, διότι στην Ελληνική Επικράτεια, όπου κατοικεί ο ενάγων, επήλθε (κατά κύριο μάλιστα λόγο) η ζημία, δηλαδή η προσβολή της προσωπικότητάς του από το δημοσίευμα της εφημερίδας.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο είναι το Ελληνικό Δίκαιο, ως το δίκαιο του τόπου όπου επήλθε η ζημία από την αδικοπραξία, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ. και ο περί του αντιθέτου δεύτερος υπό στοιχ. Α' από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά την παρ.1 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 "Ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρον 914 του Α.Κ.
υπαιτιότης, ή κατά το άρθρον 919 του Α.Κ. πρόθεσις και ή κατά το άρθρον 920 του Α.Κ. γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχη εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Η κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του Τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών για τις Ημερήσιες Εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των Πρακτορείων Εφημερίδων και των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών για τις άλλες εφημερίδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση για αποζημίωση".
Οι διατάξεις αυτές, του νόμου μη διακρίνοντος, έχουν εφαρμογή όχι μόνο επί των εντύπων που εκδίδονται στην Ελλάδα, αλλά και επί των εντύπων που εκδίδονται εκτός Ελλάδος, αλλά κυκλοφορούν στην Ελληνική Επικράτεια, αφού ο ίδιος συντρέχει δικαιολογητικός λόγος της εξασφάλισης ελάχιστης αποζημίωσης του παθόντος από έντονες προσβολές της προσωπικότητας του προσώπου δια του τύπου, την οποία αποζημίωση οι επιχειρήσεις του τύπου έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν.
Επιχείρημα περί του αντιθέτου δεν μπορεί να συναχθεί από την παρ. 3 του άρθρου μόνου του ν. 1187/1981, η οποία καθιστά υποχρεωτικό τον καθορισμό ως εκδοτών και διευθυντών των εντύπων προσώπων που έχουν μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, διότι η υποχρέωση αυτή επιβλήθηκε για τις ανάγκες της ποινικής δίκης. Επομένως, ο δεύτερος κατά δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981 και δέχθηκε ότι η τελευταία έχει εφαρμογή και επί αλλοδαπών εντύπων, όπως η εφημερίδα της πρώτης των εναγομένων που εκδίδεται στο ...
και κυκλοφορεί και στην Ελλάδα, είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο υπό στοιχ. Α από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε παρά τον νόμο υπόψη του την από το άρθρο 367 παρ. 2 του Π.Κ. αντένσταση του αναιρεσιβλήτου, ότι υπήρχε ειδικός σκοπός εξύβρισης αυτού, κατ' αποδοχή της οποίας απέρριψε την από το άρθρο 367 παρ. 1 γ' του Π.Κ.
ένσταση των αναιρεσειόντων, ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, παρότι η αντένσταση αυτή προβλήθηκε το πρώτον, απαραδέκτως στη διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και των από 24-5-2007 εγγράφων προτάσεων, που προσκόμισε στο Εφετείο ο αναιρεσίβλητος με την ιδιότητα του εφεσίβλητου, προκύπτει ότι την ύπαρξη στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων ειδικού σκοπού εξύβρισης του ενάγοντος επικαλέστηκε ο τελευταίος νομίμως, αφενός καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής του και αφετέρου με τις παραπάνω έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, δικαιούμενος ως εφεσίβλητος να προβάλει σε κάθε περίπτωση το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη νέους αυτοτελείς ισχυρισμούς ως υπεράσπιση κατά της εναντίον του έφεσης (άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363 ΠΚ), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη, γραπτά ή προφορικά για κάποιον άλλο, λέξεις ή φράσεις που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου.
Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης αν οι σχετικές εκδηλώσεις έγιναν για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δεν προκύπτει σκοπός που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου και ο οποίος υπάρχει όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη, για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του και που, ενώ το γνώριζε, τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Ο ενάγων είναι ένας εκ των ιδρυτικών μελών και ηγετικών στελεχών του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), διετέλεσε βουλευτής της Βουλής των Ελλήνων και Υπουργός και μέχρι τις 3-7-2003 κατείχε τη θέση του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ.
Στις 3-7-2003 παραιτήθηκε από τη θέση αυτή του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής, μετά από πρόταση του Πρωθυπουργού ... προς αυτόν να αναλάβει το Υπουργείο Γεωργίας. Η παραίτηση αυτή θεωρήθηκε από την κοινή γνώμη και χαρακτηρίστηκε από μεγάλη μερίδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην Ελλάδα ως απομάκρυνση του τελευταίου από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος.
Την 8η Ιουλίου 2003, ήτοι πέντε ημέρες μετά από την παραίτησή του και την εκλογή ως νέου Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ του ..., στην ευρωπαϊκή έκδοση της εφημερίδας WALL STREET JOURNAL, δηλαδή στην WALL STREET JOURNAL EUROPE, η οποία εκδίδεται στις ... του ... στην αγγλική γλώσσα και κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα και της οποίας ιδιοκτήτρια είναι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, εκδότης ο δεύτερος εναγόμενος και διευθυντής σύνταξης ο τρίτος εναγόμενος, δημοσιεύτηκε στη στήλη "opinion" ("γνώμη") αυτής, με την έγκριση των δεύτερου και τρίτου εναγομένων, οι οποίοι ως όργανα του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης ήταν επιφορτισμένοι με την ευθύνη επιλογής του περιεχομένου του εντύπου και υπεύθυνοι για την επιλογή των κειμένων, το συνταχθέν από τον τέταρτο εναγόμενο δημοσίευμα (στην αγγλική γλώσσα), με τίτλο κατά την απόδοσή του στα ελληνικά "Το Κόμμα της Ελλάδας στρέφεται (σαλπάρει ΠΕΧΩΔΕ με τον υπότιτλο "Ο Ψ σε πιο πολυάσχολες ημέρες προς τον εκσυγχρονισμό" και φωτογραφία του ενάγοντος ως Υπουργού, έχει ως εξής: "Το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που κυβερνά στην Ελλάδα, ξεκινά τελικά -έστω και καθυστερημένα την προσπάθειά του να εισέλθει στον 21ο αιώνα και να εξαφανίσει τον ξινό αντιαμερικανισμό του που αιωρείτο στον αέρα από τη δεκαετία του '60.
Ο πρωθυπουργός ... ανακοίνωσε το νέο Υπουργικό Συμβούλιο την προηγούμενη εβδομάδα και σε μια απόπειρα να κόψει τους δεσμούς εξάρτησης, έβαλε τους νέους υπουργούς να επιλέξουν μεταξύ κόμματος και θέσεων στην κυβέρνηση. Όσο σημαντικά και αν είναι τα βήματα αυτά για την εκσυγχρονιστική πορεία του κόμματος, ωχριούν μπροστά στην αποπομπή του γραμματέα του ΠΑΣΟΚ Ψ.
Κατά το παρελθόν ο κ. Ψ είχε ταυτίσει τον εαυτό του με την σκληροπυρηνική αριστερή νομενκλατούρα καθώς και με μια σειρά από διάφορα κινήματα της βάσης που επιθυμούσαν την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στις γνήσιες σοσιαλιστικές του ρίζες, οι οποίες περιελάμβαναν και τον αντι-αμερικανισμό του .... Είναι δε ειρωνεία της τύχης το ότι η πιο πραγματιστική εικόνα που κτίζει το κόμμα σήμερα, είναι συχνά συνδεδεμένη με τον γιο του "πρώην πρωθυπουργού, τον ....
Ο κ. Ψ ήταν, τύποις, σωστός όταν κατηγόρησε τις Ην. Πολιτείες για την πτώση του, στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του. Όπως πολλοί αντι-αμερικανοί, αρνήθηκε με πάθος ότι διακατέχεται από "τυφλό αντι-αμερικανισμό". Διαμαρτυρήθηκε ότι είχε άδικα δεχτεί αυτήν την κριτική "από αρκετά κέντρα, ειδικότερα από τον αμερικανό πρεσβευτή ...".
Την επομένη, ορισμένοι επώνυμοι έσπευσαν προς υποστήριξη του, ανάμεσά τους ο συνθέτης ..., ο οποίος περιέγραψε τις εξελίξεις ως "αμερικανοποίηση" του ΠΑΣΟΚ. Περιπαικτικά ο δημοσιογράφος ... παρατήρησε: "αυτό αποτελεί την καινούργια μόδα στην Ελλάδα. Όποιος απολύεται από τη δουλειά του στη χώρα τα ρίχνει στον αμερικανό πρεσβευτή".
Είναι δύσκολο να μάθει κανείς κατά πόσο η πρεσβεία των Ην. Πολιτειών στην Αθήνα διαδραμάτισε έστω κάποιο ρόλο στην αποχώρηση Ψ. Αυτό που στα σίγουρα είναι αληθές, είναι ότι ο πρώην γραμματέας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, μέσω συνεντεύξεων και δηλώσεων, για την κινητοποίηση της κοινής γνώμης ενάντια στον πόλεμο του Ιράκ.
Έπαιξε κύριο ρόλο στην διοργάνωση μαζικών αντι-αμερικανικών διαδηλώσεων κατά την διάρκεια του πολέμου. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο κ. Ψ έφτασε στο σημείο να καταδικάσει τον πρέσβη κ. ... για την πρότασή του να κατευθύνονται οι πορείες προς την Ιρακινή Πρεσβεία. Η παρατήρηση αυτή ήταν, είπε ο κ. Ψ, "εκτός τόπου" και προσέθεσε ότι "οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν τον ...
κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησαν τον ..., ώστε να ενισχύσουν τη θέση τους στο Αφγανιστάν. Ως εκ τούτου, δεν δεχόμαστε μαθήματα από τον πρεσβευτή μιας χώρας η οποία αρνείται να ασκήσει αυτοκριτική". Όσο άτοπη και αν υπήρξε η συμπεριφορά Ψ είναι απίθανο ο κ. ... να τον εκδίωξε εξ αιτίας των απόψεων του για τις ΗΠΑ.
Στο κάτω-κάτω, η απόφαση να κηρυχθεί μία ημέρα ως δημόσια αργία κατά τη διάρκεια του πολέμου, ώστε να επιτραπεί στα παιδιά των δημοτικών σχολείων να διαδηλώσουν ενάντια στους "αμερικάνους φονιάδες" δεν ελήφθη από τον κ. Ψ. Ήταν απόφαση της κυβέρνησης. Οι αιτίες της απόλυσης του κ. Ψ δεν πρέπει, λοιπόν, να αναζητηθούν στο ιδεολογικό πεδίο.
Οι επιλογές των Ελλήνων πολιτικών, τόσο των αριστερών όσο και των δεξιών, εκπορεύονται συνήθως από ένα ένστικτο πολιτικής επιβίωσης. Συμπορεύονται ευχαρίστως με το αντι-αμερικανισμό εφόσον αυτός τους αποφέρει ψήφους. Η αποχώρηση του κ.Ψ -και η απόπειρα να μεταμορφωθεί το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ σε ένα φυσιολογικό (κανονικό) σοσιαλδημοκρατικό κόμμα- κατέστη αναγκαία για εκλογικούς λόγους.
Οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι το ΠΑΣΟΚ χάνει τις ψήφους της μεσαίας τάξης, οι ψηφοφόροι της οποίας μετατοπίζονται προς το κόμμα της αντιπολίτευσης, τη Νέα Δημοκρατία. Η απόφαση να ανακαινισθεί το ΠΑΣΟΚ είναι ως εκ τούτου μια απόπειρα να σταματήσει η μετατόπιση αυτή. Αυτό δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί αν η κυρίαρχη φωνή ήταν κάποιου, ο οποίος ολοφάνερα ταυτιζόταν με τις ξεπερασμένες αριστερόστροφες σοσιαλιστικές πολιτικές της ...
περιόδου. Αλλά, εάν, καθ' υπόθεση, τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων υποδείκνυαν ένα άλλο σενάριο -για παράδειγμα ότι το ΠΑΣΟΚ κινδύνευε να χάσει ψήφους προς τα αριστερά- τότε ο κ. Ψ θα είχε κατά πάσα πιθανότητα και κρατήσει και τη θέση και την αίγλη του. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αποπομπή του κ. Ψ είχε απλώς εξωραϊστικό (διακοσμητικό) χαρακτήρα.
Αντιθέτως, αντιπροσωπεύει μια μείζονα εξέλιξη στην πολιτική ιστορία του ΠΑΣΟΚ. Απομένει να δούμε κατά πόσον θα συνοδευτεί και από μια αλλαγή στις κομματικές πολιτικές. Δυστυχώς, με δεδομένες τις αγκυλώσεις που κυριαρχούν όχι μόνον στο ΠΑΣΟΚ αλλά και στην ελληνική κοινωνία γενικά, είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να δει κανείς την υιοθέτηση δομικών, φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων -αναγκαίων σε κρίσιμους τομείς, όπως η αγορά εργασίας ή η κοινωνική ασφάλιση- από οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα.
Ακόμη και αν η εκδίωξη του δεν συνοδευτεί από άμεσες αλλαγές πολιτικής, έχει σημαντική συμβολική αξία. Η απαλλαγή από τον κ. Ψ σημαίνει απαλλαγή από κάποιον, ο οποίος έχει ταυτιστεί με μία περίοδο οχλοκρατίας (ή κατά άλλη μεταφραστική εκδοχή "με μία περίοδο κυριαρχίας του νόμου του υποκόσμου"), με την κυριαρχία των κομματικών αφεντικών, με την υπόθαλψη της διεθνούς τρομοκρατίας, με την δημιουργία δυσβάστακτων ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό, με την επιβάρυνση της χώρας με δημόσιο χρέος και με την σταδιακή διάβρωση πολλών από τις παραδοσιακές αξίες της ελληνικής κοινωνίας.
Όπως και να έχει, πάντως, με την απόλυση του κ. Ψ ο Έλληνας πρωθυπουργός πήρε ένα μεγάλο ρίσκο. Εάν χάσει τις επόμενες εκλογές, που είναι προγραμματισμένες για την ερχόμενη άνοιξη, η μετεξέλιξη του κόμματος του προς μια κεντρώα κατεύθυνση μπορεί να φτάσει σε αδιέξοδο. Ο κ. Ψ και ο κομματικός μηχανισμός θα χρεώσουν την ήττα στην "προδοσία" της κομματικής ιδεολογίας και θα πιέσουν για την επιστροφή στις πολιτικές της σοσιαλιστικής αυθεντικότητας.
Εάν το επιτύχουν, το αποτέλεσμα δεν θα επηρεάσει μόνον το μέλλον του κ. ..., αλλά και τις προοπτικές όσων, όπως ο κ. ..., έχουν ταυτίσει τον εαυτό τους με τον εκσυγχρονισμό του ΠΑΣΟΚ και της ελληνικής κοινωνίας". Το δημοσίευμα αυτό, παρότι ο τίτλος του άρθρου παραπέμπει στη στροφή του ΠΑΣΟΚ προς τον εκσυγχρονισμό, υπό την έννοια της μεταστροφής της πολιτικής της τότε Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, κατά το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών με τη μεταστροφή αυτή αναφορών, επικεντρώνεται στο πρόσωπο του ενάγοντος, με την ενσωμάτωση σ' αυτό και της φωτογραφίας του ως Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ με τον υπότιτλο "Ο Ψ σε πιο πολυάσχολες ημέρες".
Ήδη από τη δεύτερη παράγραφο ο συντάκτης του -τέταρτος εναγόμενος- συνδέει την αντιαμερικανική πολιτική του ΠΑΣΟΚ με το πρόσωπο του ενάγοντος, αναφέροντας ότι αυτός είχε κατά το παρελθόν ταυτίσει τον εαυτό του με "την σκληροπυρηνική αριστερή νομενκλατούρα του κόμματος", που χαρακτηριζόταν από την επιθυμία της επιστροφής του κόμματος στις γνήσιες σοσιαλιστικές του ρίζες και από τον αντιαμερικανισμό, αντιαμερικανισμός, που κατά το συντάκτη του δημοσιεύματος, εκδηλώθηκε με την κινητοποίηση από τον ενάγοντα μέρους της ελληνικής κοινής γνώμης εναντίον του πολέμου στο Ιράκ, αλλά και με τις κατά τη διάρκεια της αποχαιρετιστήριας ομιλίας του, αναφορές στο θέμα αυτό, καταλήγοντας στο ότι η αποπομπή του ενάγοντος από τη θέση του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ δεν σχετιζόταν μάλλον με την στάση του απέναντι στην Αμερική, όσο με πολιτικούς εκλογικούς λόγους και ειδικότερα με το ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε επιλέξει να μην χάσει, στις επικείμενες για την εποχή βουλευτικές εκλογές, τους ψηφοφόρους που είχαν αρχίσει να μετατοπίζονται προς το κόμμα της τότε αντιπολίτευσης, δηλαδή τη Νέα Δημοκρατία.
Ο συντάκτης συνέχιζε λέγοντας, ότι η απόκτηση ψηφοφόρων και η εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, εάν κυρίαρχη φωνή στο ΠΑΣΟΚ ήταν κάποιου (εννοεί του ενάγοντος) "που ταυτιζόταν ολοφάνερα με τις ξεπερασμένες αριστερόστροφες πολιτικές της ... περιόδου" και συνεκδοχικά και με την επιστροφή στις γνήσιες σοσιαλιστικές ρίζες του κινήματος και στον αντιαμερικανισμό και κατέληγε με το να αποδίδει στην αποπομπή του ενάγοντος, την οποία χαρακτήριζε και ως "εκδίωξη", καθαρά συμβολική σημασία, ισχυριζόμενος ότι ο εκσυγχρονισμός του κόμματος του ΠΑΣΟΚ συνδεόταν άμεσα με την απαλλαγή του κόμματος του ΠΑΣΟΚ από αυτόν (ενάγοντα), η οποία (απαλλαγή) κατά την άποψή του, σήμαινε για το κυβερνών τότε κόμμα του ΠΑΣΟΚ απαλλαγή από κάποιον (τον ενάγοντα) που είχε ταυτιστεί με μία περίοδο οχλοκρατίας (κατά την πιο δόκιμη ερμηνευτική εκδοχή στην ελληνική απόδοση της αγγλικής λέξεως "mob"), είχε ταυτιστεί με την "κυριαρχία των κομματικών αφεντικών" (στην αγγλική γλώσσα "party bosses"), "με την υπόθαλψη της διεθνούς τρομοκρατίας", "με τη δημιουργία δυσβάστακτων ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό, με την επιβάρυνση της χώρας με δημόσιο χρέος και με τη σταδιακή, διάβρωση πολλών από τις ελληνικές παραδοσιακές αξίες".
Οι παραπάνω αναφερόμενες στο δημοσίευμα κρίσεις και χαρακτηρισμοί του ενάγοντος, ότι έχει ταυτίσει τον εαυτό του με την σκληροπυρηνική αριστερή νομενκλατούρα του κόμματος, τον αντιαμερικανισμό, ότι ταυτιζόταν ολοφάνερα με τις ξεπερασμένες αριστερόστροφες πολιτικές της ... περιόδου, ότι αποπέμφθηκε και εκδιώχθηκε χάριν του εκσυγχρονισμού του Κόμματος, αξιολογούμενες από το σύνολο του δημοσιεύματος και σε απόλυτη συνάρτηση και σχέση με αυτό, συνιστούν διατύπωση αξιολογικών κρίσεων εκ μέρους του τέταρτου εναγομένου, στο πλαίσιο απολύτως θεμιτής και βέβαια σύννομης άσκησης εκ μέρους του πολιτικής κριτικής έναντι της δημόσιας στάσης και πολιτικής συμπεριφοράς του ενάγοντος και των απόψεών του, τις οποίες όπως κάθε πολίτης δικαιούται να αξιολογήσει ως θεσμικά επικίνδυνες και αναχρονιστικές.
Η χρησιμοποίηση των παραπάνω φράσεων ήταν απολύτως αναγκαία για να εκφράσει το περιεχόμενο της άποψης του συντάκτη και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης του. Ούτε βεβαίως η χρήση έντονου ύφους υποδηλώνει σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος από τον τέταρτο εναγόμενο, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του τύπου να ασκεί κριτική ακόμα και σε δριμύ τόνο ή με δυσμενείς φράσεις σε δημόσια πρόσωπα και δη ασχολούμενα με την πολιτική ζωή του τόπου.
Όμως, η επόμενη παράγραφος ότι "η απαλλαγή από τον Ψ (ενάγοντα) σημαίνει απαλλαγή από κάποιον, ο οποίος έχει ταυτιστεί με μια περίοδο οχλοκρατίας, με την κυριαρχία των κομματικών αφεντικών, με την υπόθαλψη της διεθνούς τρομοκρατίας, με τη δημιουργία δυσβάστακτων ελλειμμάτων, δημόσιο χρέος και διάβρωση πολλών από τις παραδοσιακές αξίες της ελληνικής κοινωνίας", κατά την οποία σαφώς δίνεται το μήνυμα προς το αναγνωστικό κοινό, ότι στην Ελλάδα, μέχρι την παραίτηση του Ψ, κυριαρχούσε περίοδος οχλοκρατίας και κομματικής κυριαρχίας (αναξιοκρατίας) με την οποία αυτός ήταν ταυτισμένος, αντί της δημοκρατίας, ότι η χώρα υπέθαλπε τη διεθνή τρομοκρατία και ότι αυτός είχε ταυτιστεί με την πρακτική αυτή, άρα ότι θα μπορούσε να υπάρχει και σχέση αυτού με την τρομοκρατία και ότι ταυτίζεται προσωπικά με τη δημιουργία οικονομικών προβλημάτων της χώρας, καθώς και με τη διάβρωση των παραδοσιακών ελληνικών αξιών, τα οποία εκμηδενίζονται ως φαινόμενα με την απομάκρυνση του, άρα αυτός είναι ο εκφραστής και υπαίτιος γι' αυτά, συνιστούν μειωτικές για την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ως ατόμου και πολιτικού, κρίσεις και έκφραση γνώμης, δεν συνοδεύονται όμως στο επίμαχο δημοσίευμα από αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, που να συγκροτούν την έννοια του γεγονότος, ώστε με τη σύνδεση τους με αυτά να μπορούν οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου να υπαχθούν στην έννοια του "γεγονότος", όπως αυτή προσδιορίστηκε ανωτέρω στη μείζονα πρόταση.
Επομένως, δεν στοιχειοθετούνται αντικειμενικά οι αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου και της απλής δυσφήμησης δια του τύπου σε βάρος των εναγομένων. Και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που αν και με διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (ΚΠολΔ 534), έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε και ο μοναδικός λόγος της αντέφεσης, με τον οποίο οι αντεκκαλών παραπονείται για την κρίση αυτή της εκκαλουμένης ότι η συμπεριφορά των εναγομένων δεν συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.
Οι φράσεις όμως αυτές, ως έντονα μειωτικές και προσβλητικές από μόνες τους, συνιστούν την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης, διότι προσβάλλουν την υπόληψη του ενάγοντος και συνιστούν καταφρονητική συμπεριφορά προς το πρόσωπό του. Ειδικότερα, ως στοιχεία της πολιτικής δράσης του ενάγοντος, σε μια περίοδο όπου η Ελληνική και διεθνής κοινή γνώμη ήταν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένες σε θέματα διεθνούς τρομοκρατίας, στην πολιτική δράση του ενάγοντος και στα δρώμενα της πολιτικής εξέλιξης του ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 2003, τα αναφερόμενα, ότι η απομάκρυνση του ενάγοντος από την Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ οφείλεται μεταξύ των άλλων και στο ότι είχε αυτός ταυτιστεί με μια περίοδο οχλοκρατίας και υπόθαλψης της διεθνούς τρομοκρατίας και με τη δημιουργία οικονομικών προβλημάτων της χώρας, μειώνουν την πολιτική εικόνα του προσώπου του στο αλλοδαπό και ελληνικό αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται η εφημερίδα WALL STREET JOURNAL EUROPE, η οποία αποτελεί μια από τις πιο έγκριτες εφημερίδες διεθνούς εμβέλειας και κύρους που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη.
Και αυτό γιατί ο ενάγων ακόμα και ως εκφραστής του κόμματος του ΠΑΣΟΚ, αλλά και προσωπικώς ως ιδιώτης, ουδέποτε αποδείχτηκε ότι υπέθαλψε, με την έννοια της ενίσχυσης ή της συντήρησης μιας τέτοιας κατάστασης, ή ότι υποστήριξε τη διεθνή τρομοκρατία, ούτε ότι είχε σχέση με την οχλοκρατία και με όποιο συνειρμό μπορεί να δημιουργήσει η σωρευτική χρησιμοποίηση των δύο αυτών εννοιών στο νου του αναγνώστη της άνω εφημερίδας, ούτε βεβαίως η ιδιότητά του ως βασικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ μπορεί να σημαίνει ότι αυτός υπέθαλψε ή τήρησε στάση ανοχής ο ίδιος απέναντι στη διεθνή τρομοκρατία.
Σημειωτέον ότι ουδέποτε διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών, Δημόσιας Τάξης ή Οικονομικών. Με το να επιλέξουν δε οι εναγόμενοι τα θέματα αυτά και να τα παρουσιάσουν με το δημοσίευμα σε μια εφημερίδα διεθνούς κύρους και σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τον ενάγοντα, ως στοιχεία της πολιτικής του δράσης, είχαν σκοπό, όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα, τον τρόπο εμφάνισης του ενάγοντος και τον χρόνο δημοσίευσης του άρθρου, να αμφισβητήσουν, εμμέσως πλην σαφώς, από εμπάθεια, λόγω των φραστικών δηλώσεων του ενάγοντος σχετικά με τις ΗΠΑ, την αξία του ενάγοντος ως πολιτικής προσωπικότητας της χώρας και να πλήξουν αυτόν στη συγκεκριμένη πολιτική περίοδο της απομάκρυνσης του από το ΠΑΣΟΚ, εξ αφορμής της απομάκρυνσής του από αυτό και επομένως ενυπάρχει στη συμπεριφορά τους ειδικός σκοπός εξύβρισης του προσώπου του ενάγοντος.
Το εν λόγω τμήμα του δημοσιεύματος δεν αποτελούσε το αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, δηλαδή της άσκησης του έργου της ενημέρωσης, καθόσον ο τρόπος αυτός εμφάνισης του ενάγοντος και τα όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα που ήταν έντονα προσβλητικά δεν ήταν αναγκαία για την απόδοση της σκέψης του δημοσιεύματος, να κριτικάρει και σχολιάσει αντικειμενικά την πολιτική αυτού δράση.
Προς τούτο οι εναγόμενοι είχαν τη δυνατότητα, λόγω και της εμπειρίας τους στα πολιτικά θέματα και σχόλια, να ασκήσουν οξεία κριτική στον ενάγοντα ακόμα και με δυσμενείς χαρακτηρισμούς, με εκφράσεις και σχόλια μη υβριστικές, όπως αυτές ή παρεμφερείς που χρησιμοποίησαν στο υπόλοιπο κείμενο. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων, τον οποίο πρόβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τον έβδομο λόγο εφέσεως ότι συνέτρεχαν εν προκειμένω οι όροι του άρθρου 367 ΠΚ, διότι τις ανωτέρω κρίσεις και χαρακτηρισμούς χρησιμοποίησε ο τέταρτος εναγόμενος στο επίμαχο δημοσίευμα του, αναγκαίως σε εκπλήρωση του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης και της ελευθεροτυπίας χωρίς να προκύπτει από το περιεχόμενο αυτού σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω όσον αφορά την υπαιτιότητα των εναγομένων, πρέπει να προστεθούν και τα εξής: Η πρώτη εναγομένη, ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, ευθύνεται αντικειμενικά, κατά την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν 1178/1981, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Ο νόμος αυτός, όπως προειπώθηκε, αφορά τον ιδιοκτήτη κάθε εντύπου, εφόσον εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (και όχι μόνο τον ιδιοκτήτη εντύπου που εκδίδεται στην Ελλάδα) και επομένως ο ισχυρισμός των εναγομένων και δεύτερος λόγος εφέσεως ότι ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται επί της επίμαχης αλλοδαπής εφημερίδας, είναι απορριπτέος.
Στη συνέχεια οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η πρώτη εναγομένη δεν είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης εφημερίδας αλλά αποτελεί ιδιοκτησία τρίτης εταιρείας της Βελγικής WALL STREET JOURNAL SPRL. Ο ισχυρισμός τους αυτός ουδόλως αποδεικνύεται, αφού οι ιδιότητες των εναγομένων ως ιδιοκτήτης, εκδότης, αρχισυντάκτης και συντάκτης αντίστοιχα της εφημερίδας του δημοσιεύματος, προκύπτουν από τα στοιχεία εκδόσεως του συγκεκριμένου εντύπου που αναφέρονται στο φύλλο που περιέχεται το επίδικο δημοσίευμα, η αναφορά δε στο άρθρο 3 του καταστατικού της εταιρείας WALL STREET JOURNAL SPRL που λέει κατά την απόδοση του στην ελληνική γλώσσα (κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων) ότι "(η εταιρεία αυτή) έχει ως αντικείμενο τη σύνταξη, τη δημοσίευση και την πώληση της (επίδικης εφημερίδας)", δεν ομιλεί περί της ιδιοκτησίας της εφημερίδας.
Επομένως και οι σχετικοί υπό στοιχ. 3.1 και πέμπτος λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν. Ως προς τους λοιπούς εναγόμενους στοιχειοθετείται υπαιτιότητα αυτών για τη διάδοση των εξυβριστικών ισχυρισμών σε βάρος του ενάγοντος, αφού ο μεν τέταρτος εναγόμενος ήταν ο συντάκτης του δημοσιεύματος, οι δε δεύτερος και τρίτος αυτών, με το να δημοσιεύσουν το επίμαχο δημοσίευμα στην ως άνω εφημερίδα και να θέσουν αυτή σε κυκλοφορία, αγνοώντας υπαίτια, ως εκ της θέσεως τους στην εφημερίδα και της υποχρέωσης τους να ελέγχουν τα προς αυτή σταλθέντα προς δημοσίευση αρθρογραφήματα και πολιτικά ρεπορτάζ, τους δυσφημιστικούς ισχυρισμούς σε βάρος του και μάλιστα σε βαθμό ενδεχόμενου δόλου, τους οποίους υιοθέτησαν, χωρίς να διατυπώνουν την παραμικρή έστω επιφύλαξη για την βασιμότητά τους.
Έτσι απορριπτέος είναι και ο περί του αντιθέτου υπό στοιχ. 3.2 λόγος εφέσεως. Από το κατά τα άνω δημοσίευμα και τις επιμέρους άδικες και υπαίτιες πράξεις που τελέστηκαν σε βάρος του ενάγοντος προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα αυτού και υπέστη ηθική βλάβη, βλάβη της τιμής και της υπόληψης του ως κοινωνικού ανθρώπου και πολιτικού, προς αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο τούτο θεωρεί ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, με γνώμονα την ένταση της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τον βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, την έκταση της κυκλοφορίας της εφημερίδας που κυκλοφορεί στις χώρες της Ευρώπης και στην Ελλάδα, της συμπεριφοράς των εναγομένων μετά την τέλεση της αδικοπραξίας (η πρώτη εναγομένη πρότεινε στον ενάγοντα, μετά από την άσκηση της αγωγής, να προβεί σε διευκρινιστική δήλωση, πρόταση την οποία δεν αποδέχτηκε ο ενάγων) και γενικά όλες τις συνθήκες, τηρούμενης και της αρχής της αναλογικότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ χρησιμοποιούμενου μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού, προσδιορίζεται στο ποσό των 30.000 €, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη.
Άρα η εκκαλουμένη απόφαση που αν και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις παρούσες, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το άνω ποσό των 30.000 €, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε....". Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, αφού με τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, στις οποίες περιέχονται όλα τα απαιτούμενα, για την εφαρμογή των άρθρων 57 εδ.
α, 59 εδ. α', 914 και 932 ΑΚ, 361, 362 και 363 Π.Κ. και άρθρου μόνου ν. 1178/1981 και τη μη εφαρμογή του άρθρου 367 Π.Κ., περιστατικά. Ειδικότερα, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του δέχεται σαφώς ότι οι αναιρεσείοντες, αν και γνώριζαν το αναγκαίο μέτρο και τρόπο έκφρασης, το υπερέβησαν και χρησιμοποίησαν τον ανωτέρω προσβλητικό της προσωπικότητας του ενάγοντος, κινούμενοι από εμπάθεια και με ειδικό σκοπό εξύβρισης αυτού, τον οποίο ήθελαν να πλήξουν ως άτομο και ως πολιτικό και λόγω των φραστικών του δηλώσεων σχετικά με τις ΗΠΑ, είναι δε σαφές ότι το Εφετείο προσδιόρισε τα όρια της εναντίον του ενάγοντος κριτικής λαμβάνοντας υπόψη του την ιδιότητα του ως πολιτικού προσώπου.
Δεν ήταν δε αναγκαίος για την αιτιολόγηση της μη εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ ο προσδιορισμός ειδικά και των φράσεων και εκφράσεων που ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τους αναιρεσείοντες, αντί των χρησιμοποιηθεισών ανωτέρω εξυβριστικών λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος υπό στοιχ. Β' και τρίτος υπό στοιχ. Β' από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι αυτοί αν και είχαν, λόγω της ιδιότητας τους ως εκδότη και διευθυντή σύνταξης αντίστοιχα της εφημερίδας που δημοσίευσε το προσβλητικό για τον ενάγοντα άρθρο, την υποχρέωση να ελέγχουν τα προς δημοσίευση αποστελλόμενα δημοσιεύματα και πολιτικά ρεπορτάζ, υιοθέτησαν και δημοσίευσαν το επίμαχο δημοσίευμα, αν και γνώριζαν ότι ενδέχεται αυτό να είναι εξυβριστικό για τον ενάγοντα, το οποίο και αποδέχθηκαν.
Ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφαση του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση καταλείπονται αμφιβολίες αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του: α) τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες για την απόκρουση της αντένστασης ειδικού σκοπού εξύβρισης, καθώς και την 9818/2004 ένορκη βεβαίωση του ..., που επίσης επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο και β) την περιεχόμενη στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρά τους, καθώς και το φύλλο της εφημερίδας που δημοσίευσε το σχετικό άρθρο.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τόσο την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, την οποία ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο τη μνημονεύει ρητά στην απόφασή του, όσο και την κατάθεση του μάρτυρα, από τη διαβεβαίωσή του δε ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, έστω και αν δεν τα μνημονεύει ρητά.
Με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του Α.Κ., απορρίπτοντας χωρίς καμία αιτιολογία ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, την οποία επανέφεραν με λόγο έφεσης και για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκαν τα εξής περιστατικά: α) ότι ο ενάγων έσπευσε να ασκήσει την αγωγή χωρίς προηγουμένως να ζητήσει οποιαδήποτε αποκατάσταση ή διευκρίνιση, β) ενέμεινε στην αγωγή του, παρά την εκπεφρασμένη πρόθεσή τους να προβούν σε διευκρινιστική δήλωση, γ) παρά το γεγονός ότι είχε δεχθεί το παρελθόν οξύτερη προσωπική κριτική από ξένα και Ελληνικά έντυπα και δ) παρά το ότι γνώριζε ότι το δημοσίευμα περιείχε αξιολογικές κρίσεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος. To Εφετείο, αν και εσφαλμένως προέβη στην κατ' ουσίαν διερεύνηση του ανωτέρω ισχυρισμού, κατέληξε σε ορθό διατακτικό ( άρθρο 578 ΚΠολΔ ).
Στην ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε κατ' έφεση η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι την 8-7-2003 δημοσιεύτηκε στην ευρωπαϊκή έκδοση της εφημερίδας WALL STREET JOYRNAL, δηλαδή στην WALL TREEET JOYRNAL EYROPE, η οποία εκδίδεται στο ..., ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων, της οποίας εκδότης και διευθυντής σύνταξης είναι ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, αντίστοιχα, κάτοικοι ..., η οποία κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα, το παρατιθέμενο στην αγωγή άρθρο με τίτλο Greece's Party Lyrches into Modernity και κατά την απόδοση στα ελληνικά "Το κόμμα της Ελλάδας στρέφεται (σαλπάρει) προς τον εκσυγχρονισμό", το οποίο συνέταξε ο τέταρτος των εναγομένων δημοσιογράφος.
Ότι οι εναγόμενοι με το εν λόγω δημοσίευμα και υπό την επίφαση της πολιτικής ανάλυσης από πρόθεση και παράνομα διέδωσαν και ισχυρίστηκαν για την προσωπικότητα του ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναληθείας τους και με αποκλειστικό σκοπό να τον πλήξουν ως άτομο και πολιτικό άνδρα και να μειώσουν την τιμή και την αξιοπρέπειά του.
Ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 3.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση. Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία από τα άρθρα 216 ΚΠολΔ, 57, 59, 914, 932 Α.Κ., για τη θεμελίωσή της στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει τα αναγκαία για το κατά το άρθρο 26 Α.Κ.
εφαρμοστέο δίκαιο στοιχεία, δηλ. τον τόπο επέλευσης της ζημίας και εκείνα που θεμελιώνουν υποκειμενική ευθύνη των εναγομένων, πλην της πρώτης που ευθύνεται αντικειμενικά. Περαιτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πρόκειται για ενιαία και από κοινού πράξη των εναγομένων, οι οποίοι ευθύνονται καθένας εις ολόκληρον (άρθρο 926 ΑΚ).
Επομένως, η αγωγή είναι κατά πάντα ορισμένη και το Εφετείο που απέρριψε σιγή τον περί αοριστίας της αγωγής λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2008 αίτηση των: 1) εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ..., 2) ..., 3) ... και 4) ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 7999/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ