Legislator Case Law & Legislation
903/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal due to contradictory reasoning and lack of legal basis regarding tax debt penalties.

Case Number 903/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court's conviction for tax debt penalties. The defendant argued that the trial court's reasoning was contradictory, admitting guilt in the facts but denying intent in the legal assessment. The court found this inconsistency and the lack of a clear legal basis for the conviction to be fatal, declaring the defendant innocent for the specific offense while remanding the remaining charges for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 23(1) of Law 2523/1997 and 510(1)(D), (E) of the Code of Criminal Procedure; A criminal conviction based on contradictory reasoning regarding the existence of intent and lacking a specific legal basis is void and must be set aside.

Keywords

AI generated
tax debt penalties contradictory reasoning lack of legal basis intent requirement remand for retrial criminal appeal innocence declaration

Cited Legislation

AI generated
Article 23(1) of Law 2523/1997
Article 510(1)(D), (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 903 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 903/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 254/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 901/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.-Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν.1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής.

Η πιο πάνω διάταξη του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ., όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δρχ.

όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ. γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά την τελευταία παράγραφο του νέου άρθρου 25 "αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από τα οριζόμενα ανωτέρω και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν εκτελούνται.

Αν άρχισε η εκτέλεσή τους διακόπτεται...". Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 εδ. α’ του ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, τόσο από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, όσο και από λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος των από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές εφόσον πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, ή τα δύο εκατομμύρια δραχμές, αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, και συνεπώς, αν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν την ισχύ του Ν.2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών, μικρότερων εκείνων που ορίζονται, κατά περίπτωση, με το νόμο αυτό, πρέπει, εφόσον εκδικάζεται η υπόθεση μετά την ισχύ του, να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος, β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης , όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.

Περαιτέρω, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για καθεμία από τις δύο άνω κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής.

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 α - γ, 7 ν. 1882/90, όπως το άρθρο 25 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο αιτιολογικό του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "..

στην Κομοτηνή, κατά τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, ο κατηγορούμενος παρεβίασε την προθεσμία καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και συγκεκριμένα, χρεών που ήταν βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής και πληρωτέα είτε εφάπαξ, είτε σε δόσεις, τα οποία έχουν κατά κεφάλαιο, δόσεις και χρόνους καταβολής όπως αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό.

Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί εξοφλήσεως, αφού δεν προέκυψε ότι έγινε υπαγωγή των επιδίκων χρεών στη ρύθμιση του νέου ν. 3259/2004, ώστε να τύχει εφαρμογής ο νόμος αυτός στην προκείμενη περίπτωση. Περαιτέρω, όμως πρέπει να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο ότι ωθήθηκε στην τέλεση της άνω πράξης από αίτια μη ταπεινά [άρθρο 84 παρ. 2 β ΠΚ], αφού από τα παραπάνω στοιχεία δεν προέκυψε πρόθεση αυτού για καθυστέρηση εξόφλησης των επιδίκων οφειλών, αλλά πραγματική αδυναμία καταβολής, λόγω και του σημαντικού ύψους των χρεών".

Στο διατακτικό δε διαλαμβάνεται ότι: "Στην Κομοτηνή, στους παρακάτω χρόνους παραβίασε την προθεσμία και δεν κατέβαλε στο Ελληνικό Δημόσιο οφειλές από βεβαιωθέντες φόρους και ειδικότερα: α) Στις 1-4-97 δεν κατέβαλε το ποσό των 2.361.078 δραχμών καταβλητέο σε 18 μηνιαίες δόσεις, από τις 31-1-1997 μέχρι 29-5-98, ήτοι δεν κατέβαλε τις τρεις πρώτες δόσεις από 31-1-97 μέχρι 31-3-97, β) Στις 31-7-97 δεν κατέβαλε το ποσό των 201.300 δραχμών, βεβαιωθέν από τη Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής, μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-5-1997, γ) Στις 1-11-1998 δεν κατέβαλε το ποσό των 21.344.533 δραχμών, βεβαιωθέν από τη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 31-8-1998, δ) Στις 1-11-1998 δεν κατέβαλε το ποσό των 47.490.108 δραχμών, βεβαιωθέν από τη Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής, μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 31-8-1998, ε)) Στις 1-3-1999 δεν κατέβαλε το ποσό των 1.078.265 δραχμών, βεβαιωθέν από τη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 31-12-1998, στ) Στις 1-11-1998 δεν κατέβαλε το ποσό των 399.369.511 δραχμών, βεβαιωθέν από τη Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής, μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 31-8-1998, ζ) Στις 1-11-1998 δεν κατέβαλε το ποσό των 36.476.554 δραχμών, βεβαιωθέν από τη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 31-8-1998, η) Στις 1-10-1999 δεν κατέβαλε το ποσό των 3.817.926 δραχμών, βεβαιωθέν από τη Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής, μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-7-1999, θ) Στις 1-6-1999 δεν κατέβαλε το ποσό των 6.984.769 δραχμών, βεβαιωθέν από τη Δ,Ο.Υ. Κομοτηνής, μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 31-3-1999, ήτοι συνολικά δεν κατέβαλε φόρους ποσού 516.762.966 δραχμών.

ΙΙΙ. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, ως προς την παραπάνω υπό στοιχ. β’ μερικότερη πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 31-7-97, και αφορά οφειλή από βεβαιωθέντες φόρους ποσού 201.300 δραχμών, δηλαδή ποσού φόρων που σε οποιαδήποτε περίπτωση, είτε εμπίπτουν στην κατηγορία παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων, είτε στην κατηγορία των λοιπών φόρων, ήταν κατώτερο του προβλεπόμενου από το άνω άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 ορίου [1.000.000 ή 2.000.000 δρχ., αντιστοίχως] που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, και συνεπώς δεν υπήρχε αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τον άνω επιεικέστερο νόμο. Πρέπει ως εκ τούτου καθ' όσον αφορά την μερικότερη αυτή πράξη που έπαυσε να είναι αξιόποινη και κατέστη ανέγκλητη, να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε’ του ΚΠΔ σχετικός λόγος της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της αυτό, και, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ, να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος της πράξης αυτής.

IV.-Εξάλλου, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναίρεσης βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ’ Κ.Π.Δ.), η δε υπό στοιχ. α’ πιο πάνω μερικότερη πράξη της χαρακτηριζόμενης στο νόμο ως πλημμέλημα παράβασης του άρθρου 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, και η οποία αφορά καθυστέρηση πληρωμής ποσού 2.361.078 δρχ., φέρεται ότι τελέστηκε την 1.4.1997, από το χρόνο δε τελέσεως της μερικότερης αυτής πράξης και μέχρι τη μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης (13.1.06) παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο της πράξης αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή [άρθρ. 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ].

Επομένως, αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς το μέρος της που αφορά την πράξη αυτή, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη γι' αυτή, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β’ Κ.Π.Δ. V. Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά τις υπόλοιπες μερικότερες πράξεις [υπό στοιχ. γ’ έως θ’ πιο πάνω] της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, όπως προεκτέθηκαν, δεν περιέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, αλλά υπάρχει εντελώς τυπική αιτιολογία με την οποία γίνεται αφηρημένα λόγος για "μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο" πληρωτέα είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις" και στη συνέχεια γίνεται παραπομπή στο διατακτικό, στο οποίο αναφέρεται ότι τα χρέη του αναιρεσείοντος αφορούν οφειλές από βεβαιωθέντες φόρους, χωρίς όμως να διασαφηνίζεται, για κάθε συγκεκριμένο χρέος, το είδος των οφειλόμενων φόρων, δηλαδή αν αυτοί [στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος] εμπίπτουν στην κατηγορία παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων, ή πρόκειται για φόρους που εμπίπτουν στην κατηγορία των λοιπών φόρων, περιστατικά που είναι αναγκαία, ενόψει της από τις άνω διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 διαφορετικής ρύθμισης της ποινικής μεταχείρισης, και διαφορετικού πλαισίου ποινής καθεμιάς από τις άνω κατηγορίες φόρων.

Επίσης, προκύπτει αντίφαση και ασάφεια ως προς το στοιχείο του δόλου, αφού αν και στο αιτιολογικό της απόφασης, κατά το μέρος της που αφορά την ενοχή του αναιρεσείοντος, από το σύνολο των άνω ουσιαστικών παραδοχών και τη, με βάση αυτές, κρίση περί ενοχής του, συνάγεται η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή η από πρόθεση μη έγκαιρη καταβολή των άνω χρεών, στη συνέχεια το Εφετείο, αντιμετωπίζοντας την προαναφερόμενη ελαφρυντική περίσταση, δέχεται όλως αντιφατικά ότι "..δεν προέκυψε πρόθεση αυτού για καθυστέρηση εξόφλησης των επίδικων οφειλών,...".

Στο διατακτικού, εξάλλου, δεν αναφέρεται καθόλου η ύπαρξή του. Οι ελλείψεις και ασάφειες αυτές της αιτιολογίας καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 και έτσι η απόφαση δεν έχει και νόμιμη βάση. Επομένως, αναφορικά με τις υπόλοιπες υπό στοιχ.

γ’ έως θ’ μερικότερες πράξεις, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι, συνακόλουθα δε πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το υπόλοιπο μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την έχει εκδώσει, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 254/15.2.2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα αθώο για τη μερικότερη πράξη της παράβασης του άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση, που αφορά την καθυστέρηση καταβολής στο Ελληνικό Δημόσιο οφειλής του, ποσού των 201.300 δρχ., από βεβαιωθέντες φόρους, που φέρεται ότι τελέστηκε στην Κομοτηνή στις 31.1.97 .

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του πιο πάνω αναιρεσείοντος για τη μερικότερη πράξη της ίδιας πιο πάνω παράβασης που αφορά την καθυστέρηση καταβολής στο Ελληνικό Δημόσιο οφειλής του, ποσού 2.361.078 δρχ., από βεβαιωθέντες φόρους, που φέρεται ότι τελέστηκε στην Κομοτηνή την 1.4.1997.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά και, συγκεκριμένα, ως προς τις μερικότερες πράξεις της παράβασης του άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση, που αφορούν καθυστέρηση καταβολής στο Ελληνικό Δημόσιο οφειλών του, ποσών 21.344.533, 47.490.108, 1.078.265, 399.369.511, 36.476.554, 3.817.926 και 6.984.769 δραχμών, από βεβαιωθέντες φόρους, που φέρονται ότι τελέστηκαν στην Κομοτηνή, την 1-11-1998, 1-11-1998, 1-3-1999, 1-11-1998, 1-11-1998, 1-10-1999 και 1-6-1999, αντιστοίχως, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ