Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling continuous damage negates limitation period start date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment regarding compensation for the destruction of a cemetery. The appellants argued that the limitation period had expired, but the court found they did not contest that they knew of the destruction immediately. Instead, they claimed the damage was continuous, which the court accepted as the basis for the claim. Consequently, the appeal was rejected because the limitation period did not begin until the continuous harmful state ceased.
Legislator headnote
AI generatedArticles 292, 293, 294 of the Civil Code; The statute of limitations does not commence when damage is continuous, but rather when the harmful state ceases to exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 902 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 902/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε.Κ. του Ι., το γένος Ι.Π., κατοίκου ... 2) Μ.Κ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Δ.Π. του Ε., κατοίκου ..., 4) Ε.Μ. του Σ., κατοίκου ... 5) Π.Σ. του Α., κατοίκου ... 6) Ε.Μ. του Α., κατοίκου ... 7) Κ.Μ. του Α., κατοίκου ..., 8) Ζ.Τ. του Χ. και της Λ., κατοίκου ..... του Δήμου ... 9) Χ.Τ. του Α., κατοίκου ... 10) Μ.Γ., το γένος Α.Τ., κατοίκου ... 11) Ι.Τ.
του Α. και της Ζ., κατοίκου Εργατικών Κατοικών ... 12) Α.Τ. του Α., κατοίκου ... 13) Α.Η. του Χ., κατοίκου ..., 14) Ε.Η. του Α., κατοίκου ..., 15) Ά.Η.-Ο. του Χ., κατοίκου ..., 16) Λ.Ο. του Α., κατοίκου ..., 17) Δ.Ο. του Α., κατοίκου ..., 18) Ε.Α. του Χ., κατοίκου … ..., 19) Α.Α. του Α., κατοίκου ..., 20) Γ.Τ.-Η. του Χ., κατοίκου ... του Δήμου ... 21) Λ.Τ. του Λ. και της ..., κατοίκου Τ.Κ. ...
του Δήμου ... 22) Ζ.Τ. του Λ., κατοίκου ..., 23) Α.Ρ. του Α., κατοίκου ... 24) Α.Α. του Δ., κατοίκου … ..., 25) Α. Λ. του Λ., κατοίκου ... 26) Ε. Λ. του Λ., κατοίκου ... 27) Π. Λ. του Λ., κατοίκου ... 28) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ... 29) Ν. Α. του Α., κατοίκου ... 30) Χ. Φ. του Σ., κατοίκου ... (....), 31) Α.Φ. του Σ., κατοίκου ..., 32) Α.Φ. του Α., κατοίκου ..., 33) Α. . του Α., κατοίκου ..., 34) Δ.Φ.
του Α., κατοίκου ..., 35) Μ.Φ. του Α., κατοίκου ..., 36) Χ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 37) Χ.Φ. του Γ., κατοίκου ..., 38) Α. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 39) Σ.Φ. του Θ., κατοίκου ..., 40) Ζ. Φ. του Θ., κατοίκου ... ..., 41) Δ.Α. του Π., κατοίκου ..., 42) Π. Α. του Δ., κατοίκου ..., 43) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου Τ. Κ. ... του Δήμου ... 44) Ι. Κ. του Σ., κατοίκου Τ.Κ. ... του Δήμου ... 45) Ι.Μ.
του Δ. , κατοίκου ... 46) Μ.Μ. του Ι., κατοίκου ... 47) Χ.Κ. του Σ., κατοίκου Τ.Κ. ... του Δήμου ... 48) Σ. Β. του Δ., κατοίκου Τ.Κ. ..., 49) Γ.Β. του Π., κατοίκου Τ.Κ. ..., 50) Δ.Β. του Π., κατοίκου Τ.Κ…. ..., 51) Α.Β. του Γ., κατοίκου ... του Δήμου ... 52) Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ... ..., 53) Φ.Π. του Ι., κατοίκου ... 54) Των: α) Σ.Κ. του Β., χας Α. Κ., β) Ι.Κ. του Α. και γ) Β.Κ.
του Α., κατοίκων ... ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου (συζύγου της πρώτης και τέκνων των υπολοίπων) του ήδη αποβιώσαντος την 19-12-2019 Α. Κ. του Ι., κατοίκου εν ζωή ... 55) Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ... 56) Μ.Π. του Ν., κατοίκου ... 57) Ι. Π. του Ν., κατοίκου ... 58) Ε.Π. του Ν., κατοίκου ... 59) Μ.Τ. του Α., κατοίκου ... ως κληρονόμου της ήδη αποβιώσασας την 26-10-2019 Β.
Α. του Π. και της Μ., κατοίκου ... 60) Ι.Κ. του Α., κατοίκου ... 61) Β. Κ. του Α., κατοίκου ... 62) Ν. Α. του Α., κατοίκου ... ως κληρονόμου της ήδη αποβιώσασας την 31-7-2018 Ε.Α. του Π. και της Μ., κατοίκου ... 63) Π.Α. του Α., κατοίκου ... 64) Ε.Τ. του Π., κατοίκου ... ... 65) Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ... 66) Η. Σ. του Γ. και της ..., κατοίκου ... 67) Χ.Μ. του Ε., κατοίκου ...
του Δήμου ..., 68) Γ. Μ. του Ε., κατοίκου Τ.Κ. ... ..., 69) Ε. Μ. του Ε., κατοίκου Τ.Κ. ... ..., 70) Γ.Θ. του Λ., κατοίκου ... 71) Ε. Θ. του Λ., κατοίκου Τ.Κ. ... του Δήμου ... 72) Ι. Θ. του Λ., κατοίκου ... 73) Ε. Φ. του Α., κατοίκου ... 74) Χ.Φ. του Α., κατοίκου ... 75) Θ.Φ. του Α., κατοίκου ... 76) Κ.Γ. του Σ., κατοίκου ... 77) Σ. Γ. του Σ., κατοίκου ... 78) Σ.Γ. του Κ., κατοίκου ... 79) Β.
Μ. του Δ., κατοίκου ... 80) Δ. Π. του Σ., κατοίκου Τ.Κ. ... του Δήμου ... 81) Κ. Π. του Σ., κατοίκου Τ.Κ ... του Δήμου ... 82) Δ. Π. του Σ., κατοίκου Τ.Κ. ... του Δήμου ... 83) Σ.Π. του Σ., κατοίκου Τ.Κ. ... του Δήμου ... 84) Σ.Π. του Σ., κατοίκου Τ.Κ. ... του Δήμου ... 85) Σ.Τ. του Σ., κατοίκου ... 86) Π.Τ. του Σ., κατοίκου ... 87) Α. Α. του Κ., κατοίκου ... ... 88) Α. Α.
του Κ., κατοίκου ... 89) Δ. Τ. του Π., κατοίκου Τ.Κ. ... του Δήμου ... 90) Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ... 91) Φ. Τ. του Κ., κατοίκου ... 92) Ι. Τ. του Κ., κατοίκου ... 93) Μ.-Ρ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 94) Χ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 95) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου Τ.Κ. .... Οι 11ος και 95η αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Άπαντες οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο, πλην των: 26ης αναιρεσείουσας, Ε.
Κ., η οποία είναι το ίδιο πρόσωπο με την 55η, η οποία απεβίωσε και 51ης αναιρεσείουσας, η οποία απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α) Κ. Β.,
β) Δ. Π. και γ) Ε. Π., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικήτα Χολόγκιτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης 6/2015 αγωγή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Εορδαίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 471/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολ.ΑΠ 8/2009, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1863/2017).
Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 782/2018). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1251/2021, ΑΠ 102/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες, 1) Ε. Κ. του Ι., 2) Μ. Κ. του Ε., 3) Δ. Π. του Ε., 4) Ε. Μ. του Σ., 5) Π. Σ. του Α., 6) Ε. Μ. του Α., 7) Κ. Μ. του Α., 8) Ζ. Τ. του Χ., 9) Χ. Τ. του Α., 10) Μ. Γ., το γένος Α. Τ., 11) Ι. Τ. του Α., 12) Α. Τ. του, 13) Λ. Η., το γένος Γ.
Κ., 14) Α. Η. του Χ., 15) Ε. Η. του Α., 16) Ά. Η. - Ο. του Χ., 17) Λ. Ο. του Α., 18) Δ. Ο. του Α., 19) Ε. Α.Ι. του Χ., 20) Α. Α. του Α., 21) Γ. Τ. - Η. του Χ., 22) Λ. Τ. του Λ., 23) Ζ. Τ. του Λ., 24) Α. Ρ. του Α., 25) Α.Α. του Δ., 26) Α.Λ. του Λ., 27) Ε.Λ. του Λ., 28) Π. Λ. του Λ., 29) Μ. Τ. του Α., 30) Ν. Α. του Α., 31) Χ. Φ. του Σ., 32) Α. Φ. του Σ., 33) Α. Φ. του Α., 34) Α. Φ. του Α., 35) Δ. Φ. του Α., 36) Μ.
Φ. του Α., 37) Χ. Φ. του Α., 38) Χ. Φ. του Γ., 39) Α. Φ. του Γ., 40) Σ. Φ. του Θ., 41) Ζ. Φ. του Θ., 42) Δ. Α. του Π., 43) Π. Α. του Δ., 44) Σ. Κ. του Δ., 45) Ι. Κ. του Σ., 46) Ι. Μ. του Δ., 47) Δ. Μ. του Ι., 48) Μ. Μ. του Ι., 49) Χ. Κ. του Σ., 50) Σ. Β. του Δ., 51) Γ. Β. του Π., 52) Δ. Β. του Π., 53) Α. Β. του Γ., 54) Ν. Μ. του Γ., 55) Φ. Π. του Ι., 56) Α. Κ.Ι. του Ι., 57) Ε. Κ. του Λ., 58) Μ. Π.. του Ν., 59) Ι.
Π. του Ν., 60) Ε. Π. του Ν., 61) Β. Α. του Π., 62) Ι. Κ. του Α., 63) Β. Κ. του Α., 64) Ε. Α. του Π., 65) Π. Α. του Α., 66) Ε. Τ. του Π., 67) Ι. Σ. του Γ., 68) Η. Σ. του Γ., 69) Χ. Μ. του Ε., 70) Γ. Μ. του Ε., 71) Ε. Μ. του Ε., 72) Γ. Θ. του Λ., 73) Ε. Θ. του Λ., 74) Ι Θ. του Λ., 75) Ε. Φ. του Α., 76) Χ. Φ. του Α., 77) Θ. Φ. του Α., 78) Κ. Γ. του Σ., 79) Σ. Γ. του Σ., 80) Σ.Γ. του Κ., 81) Β. Μ. του Δ., 82) Δ. Π.
του Σ., 83) Κ. Π. του Σ., 84) Δ. Π. του Σ., 85) Σ. Π. του Σ., 86) Σ. Π. του Σ., 87) Σ. Τ. του Σ., 88) Π. Τ. του Σ., 89) Α. Α. του Κ., 90) Α. Α. του Κ., 91) Δ. Τ. του Π., 92) Γ. Τ. του Κ., 93) Φ. Τ. του Κ., 94) Ι. Τ. του Κ., 95) Μ. - Ρ. Γ. του Α., 96) Χ. Γ. του Α., και 97) Χ. Κ. του Γ., άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ" (Δ.Ε.Η.
Α.Ε.), την με αριθμό κατάθεσης 6/19-1-2015 αγωγή τους, με την οποία εξέθεταν ότι στις 14 και 15 Νοεμβρίου 20021 λόγω αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι δεν έλαβαν όπως όφειλαν τα απαραίτητα μέτρα για να αποτρέψουν τις κατολισθήσεις από το χώρο πλησίον του νεκροταφείου του οικισμού του Δ.
Δ. ... του Δήμου ... όπου εκτελούσαν μεταλλευτικές εργασίες και κυρίως αποθέσεις άχρηστων εξορυσσόμενων υλικών και δεν τήρησαν την επιβαλλόμενη, από το άρθρο 81 παρ. 2 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών της ΔΕΗ, απόσταση των 250 μέτρων μεταξύ των αποθέσεων και του εν λόγω νεκροταφείου, μετακινήθηκαν τεράστιοι όγκοι υλικών της απόθεσης, οι οποίοι επικάλυψαν ολόκληρο το νεκροταφείο, με αποτέλεσμα να καταστραφούν οι τάφοι, που ανήκαν σε συγγενείς τους, μετά των ταφικών μνημείων, και να καταστεί αδύνατη η ανεύρεση των λειψάνων των συγγενών τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτής τροπής με τις προτάσεις τους του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει α) την αξία κάθε τάφου ποσού 1.000 ευρώ συμμέτρως σε αυτούς-συγγενείς των ταφέντων, ως νομέων των τάφων αυτών, άλλως ως φορέων ιδιαιτέρων δικαιωμάτων επ' αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 582/1968 σε συνδ.
με το άρθρο 970 ΑΚ, β) το ποσό των 2.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς τους και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης, διότι λόγω της καταστροφής των τάφων των συγγενών τους, επισκεπτόμενοι τον τόπο που ήταν θαμμένοι, δεν νιώθουν ότι διατηρούν επαφή με αυτούς, αδυνατούν μέχρι σήμερα να ασκήσουν τα ιερά και θρησκευτικά τους καθήκοντα, έναντι των νεκρών τους και παρεμποδίζονται στη χρήση του ιερού και κοινόχρηστου χώρου του νεκροταφείου και γ) το ποσό των 3.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, διότι από την ίδια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης, προσεβλήθη και η μνήμη των νεκρών συγγενών τους και ταυτόχρονα, για το λόγο αυτό, προσβλήθηκε και η δική τους προσωπικότητα, κατά το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 57 ΑΚ και υπέστησαν ηθική βλάβη.
Επικουρικά, δε, ζήτησαν την αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής προς αυτούς των ανωτέρω ποσών από την εναγομένη με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 67/2017 απόφασή του, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, ενώ κατά την κύρια βάση της τη δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες, για τις ανωτέρω αιτίες, τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η άνω εναγομένη την από 5.11.2010 έφεση, στρεφομένη κατά όλων των εναγόντων, παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 471/2018 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
με την οποία α) απορρίφθηκε, ως άκυρη, ως προς την 13η των εναγόντων -εφεσιβλήτων, ήτοι την Λ. Η., το γένος Γ.Κ.,, καθόσον αυτή είχε αποβιώσει πριν την συζήτηση και την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και συνεπώς δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης, β) έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν ως προς τους υπόλοιπους ενενήντα έξι (96) των εναγόντων - εφεσιβλήτων και δη εν μέρει ως προς τους 24η, 53η και 97η των εναγόντων και καθ' ολοκληρίαν για τους λοιπούς ενάγοντες, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση και, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσας από την εναγομένη - εκκαλούσα ένστασης παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων, η οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως ουσία αβάσιμη και την οποία επανέφερε η αναιρεσίβλητη με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, ως προς τους άνω ενάγοντες, ως ουσία αβάσιμη.
Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής και δη την 1.7.2020 απεβίωσε ο 56ος ενάγων - εφεσίβλητος, Α. Κ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς του α) Σ.Κ., χα Α.Κ., β) Ι.Κ. και γ) Β. Κ.. Επίσης, μετά την έκδοση της απόφασης αυτής και δη την 26.10.2019 απεβίωσε η 61η ενάγουσα - εφεσίβλητη, Β. Α., η οποία, δυνάμει της υπ' αριθ. 509/23.11.2017 δημόσιας διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Ε.Κ., κατέλιπε ως μόνη κληρονόμο της την Μ. Τ. του Α.. Τέλος, πριν την έκδοση της άνω απόφασης και δη την 31.7.2018 απεβίωσε η 64η ενάγουσα - εφεσίβλητη, Ε. Α., η οποία, δυνάμει της υπ' αριθ. 510/23.11.2017 δημόσιας διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Κ., κατέλιπε ως μόνο κληρονόμο της τον Ν. Α. του Α. Οι παραπάνω καθολικοί διάδοχοι των αρχικώς εναγόντων και εφεσιβλήτων Α.
Κ., Β. Α. και Ε. Α., από κοινού με τους υπόλοιπους ως άνω ενάγοντες - εφεσίβλητους, πλην του 47ου, ήτοι του Δ.Μ. του Ι., άσκησαν την υπό κρίση από 22.7.2020 αίτηση αναιρέσεως, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με την οποία προσβάλλουν την άνω υπ' αριθ. 471/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
για τους προβαλλόμενους σ' αυτήν λόγους, οι οποίοι αφορούν μόνο την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων, κατά το άρθρο 937 ΑΚ, κατά παραδοχή της οποίας απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή. Δικάσιμος της αίτησης αυτής ορίσθηκε, μετά από επίσπευση όλων των αναιρεσειόντων, η 24.4.2023, αντίγραφο δε της αίτησης αναιρέσεως, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (22-11-2021) και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 8128Γ'/13.12.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ...
Ν.Τ.. Κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και δη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, εμφανίσθηκε ο ως άνω υπογράφων την αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Παναγιώτης Γιαννόπουλος, ο οποίος δήλωσε ότι η 26η αναιρεσείουσα (Ε.Λ.
του Λ. και Ε.), είναι το ίδιο πρόσωπο με την 55η αναιρεσείουσα (Ε.Κ. του Λ. και Ε.), προσκομίζοντας προς τούτο και το υπ' αριθ. πρωτ. 037778205/3.4.2023 πιστοποιητικό ταυτοπροσωπείας του Δήμου Εορδαίας και ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 13.4.2023, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίσης αίτησης αναίρεσης (βλ. το προσκομισθέν υπ' αριθ.
πρωτ. 913/14.4.20.… απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. ....
Συνεπώς, ως προς αυτήν πρέπει να κηρυχθεί βιαίως διακοπείσα η δίκη. Περαιτέρω, ο ίδιος δικηγόρος, δήλωσε ότι η 51η αναιρεσείουσα, ήτοι η Α. Β., απεβίωσε στις 10.11.2022, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίσης αίτησης αναίρεσης (βλ. το προσκομισθέν υπ' αριθ. πρωτ. 130/11.11.20… απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. ...
του Δήμου Εορδαίας ...) και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου της άνω αναιρεσείουσας συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ήτοι τα τέκνα της Κ. Β., Δ. Π. και Ε. Π. (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 27810/15.11.2022 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του Δήμου Εορδαίας ... και τα υπ' αριθ. πρωτ. 497/7.4.2023 και 207/7.4.2023 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου ...
περί μη δημοσίευσης διαθήκης και μη αποποίησης κληρονομίας), Ενόψει τούτων, νομίμως επαναλήφθηκε η διακοπείσα δίκη και νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται αυτή από τους ανωτέρω κληρονόμους της αποβιωσάσης ως άνω 51ης των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, όμως, από τα ίδια ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της εν λόγω υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκαν, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), οι 11ος και 95η των αναιρεσειόντων, ήτοι ο Ι.
Τ. του Α. και η Χ. Κ. του Γ., ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Γ., οποίος και προσκόμισε τα σχετικά ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, από τα οποία προκύπτει ότι έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων αυτών. Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι άνω απολειπόμενοι 11ος και 95η των αναιρεσειόντων, είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον ως άνω φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι άνω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους παριστάμενους, απλούς ομοδίκους, αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από την αναιρεσίβλητη. Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.
β` ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς τους 11ο και 95η των αναιρεσειόντων, ήτοι τους Ι. Τ. του Α. και Χ. Κ. του Γ., και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η αίτηση να ερευνηθεί πλέον ως προς τους υπόλοιπους μόνο παριστάμενους αναιρεσείοντες.
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ.ΑΠ 24/2003).
Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα, όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον.
Στην περίπτωση αυτή η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσης και ολοκληρωθείσης πράξεως του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατηρήσεως και μη άρσεως της ζημιογόνου αυτής καταστάσεως, γεννάται δε όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή και όχι άπαξ με την τέλεση της πράξεως με την οποία η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε.
Επομένως, η κατά το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής ως άνω παραγραφή της αξιώσεως του ζημιωθέντος προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από τον χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον (ΑΠ 846/2021, ΑΠ 292/2016, ΑΠ 1604/2014, ΑΠ 1367/2012, ΑΠ 1730/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής όλων των επίδικων απαιτήσεων των εναγόντων, κατ' άρθρο 937 ΑΚ, λόγω παρέλευσης πενταετίας από το χρόνο της καταστροφής του νεκροταφείου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 67/2017 απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή της αναιρεσίβλητης ως ουσία αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η παραγραφή αρχίζει όχι από το χρόνο της καταστροφής του νεκροταφείου, αλλά αυτή αναγεννάται εξακολουθητικώς, εφόσον συνεχίζεται η ίδια κατάσταση, και να προκαλεί ζημία στους ενάγοντες και συνεπώς δεν παρήλθε πενταετία μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη την από 18-6-2017 έφεση, με τον τρίτο λόγο της οποίας παραπονέθηκε, πέραν των άλλων, και για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα, παρά το νόμο και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε την προβληθείσα από αυτήν ένσταση περί παραγραφής των απαιτήσεων των εναγόντων λόγω παρέλευσης πενταετίας.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι από την 14η και 15η Νοεμβρίου του έτους 2002 που έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός της κατολίσθησης των υλικών απόθεσης στο νεκροταφείο, που οδήγησε στην καταστροφή των ταφικών μνημείων και στην επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων και της μνήμης των νεκρών συγγενών τους με συνεπακόλουθο την επιπρόσθετη προσβολή και της δικής τους προσωπικότητας, το οποίο (γεγονός) κατέστη αυθημερόν γνωστό στο σύνολο των εναγόντων, έως την άσκηση της ένδικης αγωγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 20-1-2015, και επιδόθηκε στην ίδια στις 10-2-2015 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, με συνέπεια οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων να έχουν παραγραφεί, δεδομένου ότι το επισυμβάν γεγονός της καταστροφής του νεκροταφείου ...
έλαβε χώρα το Νοέμβριο του 2002 και έκτοτε άρχισε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, καθώς η άνω πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί διαρκής, μόνιμη ή εξακολουθητική ή να θεωρηθεί ότι υπάρχει περίπτωση να γίνει άρση της προσβολής αυτής, δεδομένης άλλωστε της πλήρους καταστροφής των μνημείων. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε το λόγο αυτό ως βάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Πλησίον του οικισμού του Δ.Δ. ...
του Δήμου ..., και σε έκταση που έχει απαλλοτριωθεί, υπέρ και με δαπάνες της εναγομένης, με διαδοχικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν κατά τα έτη 1976 έως 1982, η τελευταία έχει αναπτύξει το νότιο πεδίο, όπου εκτελεί διάφορες μεταλλευτικές εργασίες και κυρίως αποθέσεις μη εκμεταλλεύσιμων υλικών, άγονων, στερεών, χαλαρών (όπως μάργα κ.α.), τα οποία εξορύσσονται μαζί με λιγνιτικά στρώματα, κατά την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων των ορυχείων.
Εντός της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως, ήταν και ο χώρος του νεκροταφείου ..., πλην όμως κατόπιν αιτήματος των κατοίκων του οικισμού να μην χρησιμοποιήσει η εναγομένη το χώρο τούτο, αλλά να τον αφήσει ανέπαφο για την εκπλήρωση του σκοπού του, αυτή, αποδεχόμενη το αίτημά τους, προχώρησε σε αλλαγή του σχεδιασμού της εξωτερικής απόθεσης υλικών και άφησε ανέπαφο το νεκροταφείο, το οποίο συνέχισαν να χρησιμοποιούν, κατά το σκοπό του, οι κάτοικοι του ....
Έτσι, η συνέχιση της λειτουργίας του νεκροταφείου, δημιούργησε στην εναγομένη την υποχρέωση να λάβει όλα τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα, που προβλέπονται για τη συγκεκριμένη περίπτωση, από το Μεταλλευτικό Κώδικα και τον Κανονισμό Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών.... Ωστόσο, παρά τα όσα προβλέπουν οι παραπάνω διατάξεις, η εναγομένη, από πολλών ετών πραγματοποιούσε, στην επίδικη περιοχή και κυρίως πλησίον του νεκροταφείου ..., τέτοιες μεταλλευτικές εργασίες και κυρίως αποθέσεις μη εκμεταλλεύσιμων υλικών, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο κατολισθήσεων.
Έτσι, στις 14 και 15 Νοεμβρίου 2002 έλαβαν χώρα εκτεταμένες κατολισθήσεις τεράστιων όγκων μη εκμεταλλεύσιμων υλικών, από το χώρο των αποθέσεων προς το κατώτερο επίπεδο του εδάφους, όπου βρισκόταν το ως άνω νεκροταφείο, το οποίο και επικάλυψαν ολοκληρωτικώς, με εκρίζωση και επικάλυψη ακόμη και των μεγάλων δένδρων.
που υπήρχαν σε αυτό. Οι κατολισθήσεις, κατέστρεψαν, εκτός από τα ταφικά μνημεία και τους τάφους, οι οποίοι μετακινήθηκαν μαζί με τα λείψανα των νεκρών, χωρίς έκτοτε να καταστεί δυνατόν να χρησιμοποιηθεί το νεκροταφείο κατά τρόπο αρμόζοντα στον προορισμό του. Οι κατολισθήσεις αυτές οφείλονταν σε υπαιτιότητα, ήτοι σε αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, που με αντικειμενική κρίση, μπορούσαν και όφειλαν να επιδείξουν, με βάση τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης....
Η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα της καταστροφής του νεκροταφείου, η οποία μπορούσε να αποτραπεί, αν η εναγομένη είχε λάβει τα ως άνω μέτρα, η δε αποκλειστική υπαιτιότητα αυτών για την καταστροφή του νεκροταφείου ...
και όλων των τάφων του, έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου δυνάμει των υπ' αριθμ 38/2012, 39/2012 και 40/2012 αμετάκλητων αποφάσεων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκαν επί σχετικών αγωγών που άσκησαν έτεροι κάτοικοι της περιοχής. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μεταξύ των κατεστραμμένων τάφων του παραπάνω νεκροταφείου ήταν και οι τάφοι των συγγενών των εναγόντων, τα ταφικά μνημεία επί των οποίων, τα οποία κατασκευάσθηκαν με δαπάνες των τελευταίων, καταστράφηκαν ολοσχερώς, με συνέπεια οι ενάγοντες να υποστούν θετική ζημία ίση με το ύψος της αξίας αυτών, επίσης δε αποδείχθηκε ότι μετά την καταστροφή των τάφων και ολόκληρου του νεκροταφείου, οι ενάγοντες, πιστοί της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποκλείσθηκαν από το δικαίωμα ελεύθερης εισόδου και χρήσης του χώρου του νεκροταφείου και από την τέλεση επί των τάφων των θρησκευτικών τους καθηκόντων, όπως τούτα καθορίζονται από τους κανόνες και τις ιερές παραδόσεις της ως άνω εκκλησίας και τα εκλαμβάνει ο μέσος χριστιανός ως υποχρέωσή του προς ανάπαυση των ψυχών των αποβιωσάντων οικείων του και συγκεκριμένα από το χρόνο της καταστροφής του νεκροταφείου και εντεύθεν δεν μπόρεσαν πλέον να τελούν τρισάγια επί των τάφων των συγγενών τους και να τους επισκέπτονται κατά τις ημέρες των επίσημων μνημοσύνων της εκκλησίας, ο αποκλεισμός τους δε από το δικαίωμα ελεύθερης εισόδου και χρήσης του χώρου του νεκροταφείου ως και η διακοπή των θρησκευτικών τους καθηκόντων, προκάλεσαν προσβολή της προσωπικότητάς τους, ενώ με την ολοκληρωτική καταστροφή των τάφων, οι οποίοι μετακινήθηκαν μαζί με τα λείψανα των νεκρών, προσεβλήθη επιπλέον και η μνήμη των τελευταίων και συνακόλουθα η προσωπικότητα των εναγόντων, καθόσον αυτοί προσεβλήθησαν ατομικώς στη δική τους τιμή και το καθήκον ευλάβειας προς τους αποθανόντες.
Πλην, όμως, το επισυμβάν γεγονός της καταστροφής του νεκροταφείου ..., που οφείλεται σε αποκλειστική κατά τα ανωτέρω υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, ήταν ένα γεγονός στιγμιαίο, που έλαβε χώρα μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή το Νοέμβριο του έτους 2002 και έκτοτε δεν επισυνέβη άλλο γεγονός κατολίσθησης ή καταστροφής.
Από το ως άνω δε στιγμιαίο και συγκεκριμένο στο χρόνο γεγονός της ολοκληρωτικής καταστροφής των ταφικών μνημείων, ξεκίνησε η προβλεπόμενη από το άρθρο 937 του ΑΚ πενταετής παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων για την ικανοποίηση τόσο της θετικής τους ζημίας από την καταστροφή των ταφικών μνημείων των θανόντων συγγενών τους, όσο και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους αφενός από τον αποκλεισμό τους από το δικαίωμα ελεύθερης εισόδου και χρήσης του χώρου του νεκροταφείου και τη διακοπή των θρησκευτικών τους καθηκόντων, αφετέρου από την προσβολή της μνήμης των νεκρών τους.
Και τούτο διότι η ως άνω ζημιογόνος πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί διαρκής και εξακολουθητική, καθόσον η ζημία προκλήθηκε από τη στιγμιαία κατολίσθηση των χωμάτινων όγκων και τη στιγμιαία σαρωτική καταστροφή των ταφικών μνημείων. Ο δε ισχυρισμός των εφεσιβλήτων-εναγόντων που προβάλλεται προς αντίκρουση της ένστασης παραγραφής, κατά τον οποίο η ένδικη απαίτησή τους αναγεννάται εξακολουθητικώς, εφόσον συνεχίζει να υφίσταται η κατάσταση αυτή και για όσο χρόνο η εναγομένη υπαιτίως παραλείπει να άρει τη δημιουργηθείσα από αυτήν επιζήμια κατάσταση, αφενός δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, αφού η παραγραφή της αξιώσεως για αποζημίωση δεν εμποδίζεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας ενόσω διαρκεί η παράλειψη άρσης της επιζήμιας κατάστασης, αφετέρου αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον αίτημα της αγωγής τους εν προκειμένω δεν είναι η άρση και παράλειψη στο μέλλον της προσβολής του δικαιώματος τους επί της προσωπικότητας, αλλά η ικανοποίηση της θετικής τους ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους, που προκλήθηκε από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης, ενώ σε κάθε περίπτωση παρίσταται και ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι η ανωτέρω κατάσταση ουδόλως θα μπορούσε με οιονδήποτε τρόπο να αρθεί με ενέργειες της εναγομένης, αφού η καταστροφή ήταν πλήρης και μη αναστρέψιμη και δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθεί με ακρίβεια το σημείο όπου είχε ταφεί καθένας από τους νεκρούς συγγενείς των εναγόντων, διότι οι τάφοι μετακινήθηκαν κατά την καταστροφή τους, μαζί με τα λείψανα των νεκρών και αναμίχθηκαν με τα υλικά της κατολίσθησης, τα δε λείψανα όχι μόνον δεν κατέστη δυνατόν να ταυτοποιηθούν, αλλά ούτε καν ν' ανευρεθούν.
Επομένως, δεν υπήρξε μια διαρκής παράλειψη, εκ μέρους της εναγομένης, να προβεί στην άρση της επιζήμιας κατάστασης, με αποτέλεσμα να εξακολουθήσουν δήθεν να αναδίδονται επιζήμιες συνέπειες καθ' όλο το εν λόγω χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, αλλά αντίθετα η ένδικη αδικοπραξία είχε αποπερατωθεί τον Νοέμβριο του έτους 2002 και από τότε ήταν γνωστές στους ενάγοντες οι επιζήμιες συνέπειες της και η έκτασή τους, και δη τόσο αυτές που αφορούσαν την καταστροφή των ταφικών μνημείων των συγγενών τους (θετική τους ζημία), όσο και αυτές που αφορούσαν την προσβολή της προσωπικότητάς τους με τον αποκλεισμό τους από το δικαίωμα ελεύθερης εισόδου και χρήσης του χώρου του νεκροταφείου, τη διακοπή των θρησκευτικών τους καθηκόντων και την προσβολή της μνήμης των νεκρών τους (ηθική βλάβη).
Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις, η πενταετής παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων των εφεσίβλητων - εναγόντων άρχισε να τρέχει από 16.11.2002 και συμπληρώθηκε στις 16.11.2007, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Εορδαίας στις 19-1-2015 και επιδόθηκε στην εκκαλούσα-εναγομένη στις 2-2-2015, ώστε σύμφωνα με τον υπό κρίση βάσιμο λόγο εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η προταθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής και να απορριφθεί η αγωγή.
Η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας την ίδια ένσταση περί παραγραφής που πρότεινε η εναγομένη ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι υπήρξε εξακολουθητική ζημία, σε συνδυασμό με διαρκή παράλειψη της εναγομένης να άρει την ζημιογόνα αιτία μέχρι την άσκηση της αγωγής, με αποτέλεσμα να μην έχει εκκινήσει καν ο χρόνος έναρξης της παραγραφής, εσφαλμένα εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 937 του Α.Κ., καθόσον οι σχετικές αξιώσεις των εναγόντων είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, και σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, δεδομένου ότι η αξίωση από αδικοπραξία γεννάται από τότε που η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες και η διαδρομή του χρόνου παραγραφής που ορίζεται σε 5 έτη αρχίζει αμέσως από τη γνώση τους...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, την οποία και απέρριψε τελικά ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειόντων, κατά το άρθρο 937 ΑΚ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1, 247, 251 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, α) το επισυμβάν γεγονός της καταστροφής του νεκροταφείου ..., που οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, ήταν ένα γεγονός στιγμιαίο, που έλαβε χώρα μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή το Νοέμβριο του έτους 2002 και έκτοτε δεν επισυνέβη άλλο γεγονός κατολίσθησης ή καταστροφής, β) η ως άνω ζημιογόνος πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί διαρκής και εξακολουθητική, καθόσον η ζημία προκλήθηκε από τη στιγμιαία κατολίσθηση των χωμάτινων όγκων και τη στιγμιαία σαρωτική καταστροφή των ταφικών μνημείων, και γ) η ανωτέρω κατάσταση ουδόλως θα μπορούσε με οιονδήποτε τρόπο να αρθεί με ενέργειες της εναγομένης, αφού η καταστροφή ήταν πλήρης και μη αναστρέψιμη και δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθεί με ακρίβεια το σημείο όπου είχε ταφεί καθένας από τους νεκρούς συγγενείς των εναγόντων, διότι οι τάφοι μετακινήθηκαν κατά την καταστροφή τους, μαζί με τα λείψανα των νεκρών και αναμίχθηκαν με τα υλικά της κατολίσθησης, τα δε λείψανα όχι μόνον δεν κατέστη δυνατόν να ταυτοποιηθούν, αλλά ούτε καν να ανευρεθούν, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, για καταβολή στους αναιρεσείοντες των αιτουμένων ποσών ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Πράγματι, εφόσον, κατά τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, η καταστροφή του νεκροταφείου έλαβε χώρα άπαξ, ήταν πλήρης και δεν μπορούσε να αρθεί με οιονδήποτε τρόπο από την εναγομένη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνέχιση της γενεσιουργού της ζημίας συμπεριφορά της εναγομένης, με τη διατήρηση και μη άρση της ζημιογόνου καταστάσεως, ώστε η κατά το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή της αξιώσεως των ζημιωθέντων εναγόντων να μην αρχίζει από τον χρόνο που αυτοί έλαβαν γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση αλλά από μεταγενέστερα χρονικά, αφού τούτο προϋποθέτει ζημία που υφίσταται ο παθών από την διατήρηση της ζημιογόνου καταστάσεως και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, η άνω ζημιογόνος κατάσταση δεν θα μπορούσε με οιονδήποτε τρόπο να αρθεί με ενέργειες της εναγομένης, αφού η καταστροφή ήταν πλήρης και μη αναστρέψιμη και δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθεί με ακρίβεια το σημείο όπου είχε ταφεί καθένας από τους νεκρούς συγγενείς των εναγόντων, διότι οι τάφοι μετακινήθηκαν κατά την καταστροφή τους, μαζί με τα λείψανα των νεκρών και αναμίχθηκαν με τα υλικά της κατολίσθησης, τα δε λείψανα όχι μόνον δεν κατέστη δυνατόν να ταυτοποιηθούν, αλλά ούτε καν ν' ανευρεθούν.
Κατά συνέπεια, αφού, κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ένδικη αδικοπραξία είχε αποπερατωθεί τον Νοέμβριο του έτους 2002 και από τότε ήταν γνωστές στους ενάγοντες οι επιζήμιες συνέπειες της και η έκτασή τους, και δη τόσο αυτές που αφορούσαν την καταστροφή των ταφικών μνημείων των συγγενών τους (θετική τους ζημία), όσο και αυτές που αφορούσαν την προσβολή της προσωπικότητάς τους με τον αποκλεισμό τους από το δικαίωμα ελεύθερης εισόδου και χρήσης του χώρου του νεκροταφείου, τη διακοπή των θρησκευτικών τους καθηκόντων και την προσβολή της μνήμης των νεκρών τους (ηθική βλάβη), η πενταετής παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων των εναγόντων άρχισε να τρέχει από 16.11.2002 και συμπληρώθηκε στις 16.11.2007, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής που έλαβε χώρα στις 2.2.2015.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και δη ότι πρόκειται για διαρκή αδικοπραξία της εναγομένης, συνισταμένη στην άρνηση της τελευταίας να άρει την παράνομη κατάσταση που δημιούργησε, με συνέπεια να μην αρχίζει η παραγραφή των αξιώσεών τους από το χρόνο της καταστροφής των μνημείων, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος.
Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.
Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1130/2015). Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1657/2002).
Εάν όμως αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα.
Τούτο διότι, το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση αυτής και όχι με βάση τα αποδιδόμενα και συνδεόμενα με αυτήν ειδικότερα παράπονα που προβάλει ο εκκαλών (ΑΠ /2023, ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 574/2018).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένους και παραδεκτούς τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν αόριστοι και κατά συνέπεια απαράδεκτοι (ΑΠ 202/2019, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 803/2002). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων λόγων για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μεταξύ άλλων, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστο και συνακόλουθα απαράδεκτο τον τέταρτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο για την απόρριψη της προβληθείσας από αυτήν ένστασης παραγραφής, καθόσον αυτή δεν επικαλούνταν με οποιοδήποτε τρόπο το χρόνο στον οποίο έλαβαν γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωση, περιοριζόμενη μόνο στην επίκληση του ισχυρισμού ότι έλαβαν γνώση αυθημερόν, στις 14 και 15.11.2002, της ζημίας, οπότε είναι σαφές ότι ο λόγος αυτός της έφεσης της αναιρεσίβλητης έπασχε από νομική αοριστία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένους και παραδεκτούς τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν αόριστοι και κατά συνέπεια απαράδεκτοι, ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, πλην όμως ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων λόγων για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
Σε κάθε δε περίπτωση, και υπό την εκδοχή ότι μπορεί να γίνει λόγος για νομική αοριστία του προκείμενου λόγου της έφεσης, με συνέπεια να ιδρύεται ο από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως που άσκησε η εναγομένη κατά της με αριθ. 66/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου ...
προκύπτει ότι η εναγομένη με τον άνω λόγο έφεσης προέβαλε κατά τρόπο ορισμένο αιτιάσεις που αναφέρονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και δη του άρθρου 937 ΑΚ και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με αίτημα την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση παραγραφής, την παραδοχή αυτής και την εν τέλει απόρριψη της ένδικης αγωγής.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι το επισυμβάν γεγονός της καταστροφής του νεκροταφείου ... έλαβε χώρα το Νοέμβριο του 2002 και κατέστη γνωστό αυθημερόν στο σύνολο των αντιδίκων. Ότι έκτοτε άρχισε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, καθώς η άνω πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί διαρκής, μόνιμη ή εξακολουθητική ή να θεωρηθεί ότι υπάρχει περίπτωση να γίνει άρση της προσβολής αυτής, δεδομένης άλλωστε της πλήρους καταστροφής των μνημείων.
Ότι η προσβασιμότητα στο νεκροταφείο έχει αποκατασταθεί από την ίδια εδώ και 8-10 έτη και συνεπώς δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, αλλά επί της ουσία αδυναμία επίσκεψης στον συγκεκριμένο τάφο εκάστου συγγενούς των αντιδίκων, ο οποίος έχει πλήρως καταστραφεί. Ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 10-2-2015, οπότε και επιδόθηκε σ' αυτήν, ήτοι δεκατρία έτη μετά τον Νοέμβριο του 2002 και συνεπώς οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων έχουν παραγραφεί και συνακόλουθα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί.
Με το περιεχόμενο αυτό ο άνω λόγος της έφεσης της εναγομένης είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 520, 118, 119, 120 του ΚΠολΔ, εφόσον αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης o κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά την εκκαλούσα στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στην απόφαση νομική και ουσιαστική πλημμέλεια, σχετιζόμενα με τα επικληθέντα προς θεμελίωση της ένστασης παραγραφής περιστατικά, με βάση τα οποία συνέτρεχαν όλα τα αναγκαία στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του άρθρου 937 ΑΚ.
Ειδικότερα, καθόσον αφορά το στοιχείο του χρόνου γνώσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων του υπόχρεου προς αποζημίωσή τους, προκύπτει κατ' αρχάς ότι οι αναιρεσείοντες, αμυνόμενοι κατά της προβληθείσας ένστασης παραγραφής, ούτε (καθ' υποφοράν) με την αγωγή τους ούτε με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αμφισβήτησαν ότι έλαβαν γνώση αμέσως και δη κατά το χρόνο της κατολίσθησης και της καταστροφής του νεκροταφείου του υπόχρεου προς αποζημίωσή τους και δη ότι υπόχρεη προς αποζημίωσή τους ήταν η αναιρεσίβλητη, αναφέροντας ρητά στην αγωγή τους α) ότι η εναγομένη εκτελεί από πολλών ετών παράνομα και ανεπίτρεπτα μεταλλευτικές εργασίες και κυρίως αποθέσεις των άχρηστων υλικών σε απόσταση πολύ μικρότερη των 250 μέτρων από το νεκροταφείο του ..., β) ότι η άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια της εναγομένης αλλά και η παράλειψή της να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα, είχε ως αποτέλεσμα να συντελεσθούν κατολισθήσεις στις 14 και 15.11.2002, να καλυφθεί όλο το νεκροταφείο του χωριού από υλικά αποθέσεων της εξορυκτικής δραστηριότητας της αντιδίκου και να καταστραφούν, μεταξύ άλλων, και οι κατασκευασθέντες από αυτούς τάφοι των αναφερόμενων συγγενών τους, γ) ότι αμέσως μετά την παραπάνω καταστροφή του νεκροταφείου, η εναγομένη υποσχέθηκε και δεσμεύτηκε ότι θα γίνει η πλήρης και ασφαλής αποκάλυψη του χώρου του νεκροταφείου και των τάφων των συγγενών τους και πλήρης αποκατάσταση αυτών και ανάκτηση τόσο της δυνατότητάς τους να εκτελούν τα θρησκευτικά του καθήκοντα έναντι των νεκρών τους, όσο και της δυνατότητας εισόδου και χρήσης του χώρου του νεκροταφείου από αυτούς, πλην όμως δεν υλοποίησε τις υποσχέσεις της αυτές μέχρι και σήμερα, με συνέπεια να συνεχίζεται η παράνομη και υπαίτια παράλειψη της εναγομένης να άρει τη δημιουργηθείσα από τις παράνομες πράξεις της ζημιογόνα κατάσταση της καταπλάκωσης, ισοπέδωσης, καταστροφής και εξαφάνισης του νεκροταφείου και όλων των τάφων, χωρίς καθόλου να ισχυρισθούν ότι έλαβαν γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωσή τους, δηλαδή της εναγομένης, σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν της καταστροφής του νεκροταφείου.
Γι' αυτό και αντικείμενο αποδείξεως κατέστη πρωτοδίκως, όχι ο χρόνος γνώσεως εκ μέρους των εναγόντων του υπόχρεου προς αποζημίωσή τους, αφού τέτοια αμφισβήτηση δεν υπήρξε, αλλά αν πρόκειται για εξακολουθητική ζημία, οπότε ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει από την καταστροφή του νεκροταφείου, όπως αυτό έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθ. 66/2017 απόφασή του απέρριψε την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής ως ουσία αβάσιμη.
Την κρίση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με τον άνω λόγο της έφεσής της, ο οποίος είναι πλήρως ορισμένος, αφού μάλιστα σ' αυτόν αναφέρεται ότι το επισυμβάν γεγονός της καταστροφής του νεκροταφείου ... έλαβε χώρα το Νοέμβριο του 2002 και κατέστη γνωστό αυθημερόν στο σύνολο των αντιδίκων, εμπεριεχομένης στην αναφορά αυτή του ισχυρισμού περί γνώσεως του υποχρέου προς αποζημίωση των εναγόντων, αφού η καταστροφή αυτή ήταν δυνατόν να επέλθει και επήλθε μόνο από την επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια ενέργεια της εναγομένης, που είχε ως αποτέλεσμα να συντελεσθούν κατολισθήσεις στις 14 και 15.11.2002 και να καλυφθεί όλο το νεκροταφείο του χωριού από υλικά αποθέσεων της εξορυκτικής δραστηριότητας της εναγομένης.
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένο το λόγο αυτό, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ερευνώμενο λόγο πλημμέλεια, και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με το οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται, επικουρικά, την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εκ του αποτελέσματος απέληξε στο σφάλμα της λήψης υπόψη ισχυρισμού που δεν είχε προταθεί νόμιμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ο άνω λόγος της έφεσης της εναγομένης είχε προταθεί νόμιμα και κατά τρόπο ορισμένο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (11-8-2020), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τέλος, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένο της ενστάσεως παραγραφής εξ αδικοπραξίας (άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ) απαιτείται σαφής αναφορά των θεμελιωτικών αυτής γεγονότων, ιδίως δε: α) του χρόνου, κατά τον οποίο ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προσώπου του υποχρέου και β) του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση του χρόνου ενάρξεως και συμπληρώσεως της παραγραφής (ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 1412/2013, ΑΠ 1239/2010), ο δε ενάγων ανταποδεικτικά μπορεί να αποδείξει άλλο χρόνο έναρξης αυτής μεταγενέστερο (ΑΠ 1296/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση του άρθρου 937 ΑΚ, άλλως για έλλειψη νόμιμης βάσης, ισχυριζόμενοι ότι το ως Εφετείο Δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ...
τοποθέτησε κατ' εσφαλμένη κρίση το χρόνο αφετηρίασης της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους στο χρόνο πρόκλησης της ζημίας και όχι στο χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν γνώση της ζημίας και συγχρόνως του υπόχρεου προς αποζημίωση, αρκούμενο έτσι σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο νόμος και παραλείποντας να διερευνήσει το χρόνο που έλαβαν γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωση και άρα ιδρύεται ο λόγος του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, άλλως, η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να ερευνήσει και να παραθέσει στο πόρισμά του το χρόνο που έλαβαν γνώση του υπόχρεου, απέληξε να στερήσει την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού λείπει κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο για την πλήρη αιτιολογία και άρα συντρέχει περίπτωση αναίρεσης με το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' ορθή νοηματική απόδοση αυτού και δη από τη φράση "από τότε ήταν γνωστές στους ενάγοντες οι επιζήμιες συνέπειες" προκύπτει ότι το ως Εφετείο Δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο αναφέρεται, εμμέσως πλην σαφώς, στις προκληθείσες από τη εναγομένη "γνωστές στους ενάγοντες" επιζήμιες συνέπειες και, συνακόλουθα, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες εξ αρχής, από το χρόνο πρόκλησης της ζημίας ("από τότε...") γνώριζαν το πρόσωπο του υπόχρεου προς αποζημίωσή τους, ήτοι της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, με την κρίση του ότι από το ως άνω στιγμιαίο και συγκεκριμένο στο χρόνο γεγονός της ολοκληρωτικής καταστροφής των ταφικών μνημείων, ξεκίνησε η προβλεπόμενη από το άρθρο 937 του ΑΚ πενταετής παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων για την ικανοποίηση τόσο της θετικής τους ζημίας από την καταστροφή των ταφικών μνημείων των θανόντων συγγενών τους, όσο και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ερευνώμενο λόγο πλημμέλεια, ούτε και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, με ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα του χρόνου αφετηρίασης της παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειόντων.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ούτε με την αγωγή τους ούτε με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αμφισβήτησαν ότι έλαβαν γνώση αμέσως και δη κατά το χρόνο της κατολίσθησης και της καταστροφής του νεκροταφείου του υπόχρεου προς αποζημίωσή τους και δη ότι υπόχρεη προς αποζημίωσή τους ήταν η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενοι μόνο ότι συνεχίζεται η παράνομη και υπαίτια παράλειψη της εναγομένης να άρει τη δημιουργηθείσα από τις παράνομες πράξεις της ζημιογόνα κατάσταση της καταπλάκωσης, ισοπέδωσης, καταστροφής και εξαφάνισης του νεκροταφείου και όλων των τάφων και συνεπώς η ένδικη απαίτησή τους αναγεννάται εξακολουθητικώς, εφόσον συνεχίζει να υφίσταται η κατάσταση αυτή και για όσο χρόνο η εναγομένη υπαιτίως παραλείπει να άρει τη δημιουργηθείσα από αυτήν επιζήμια κατάσταση.
Γι' αυτό και αντικείμενο αποδείξεως, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και συγκροτούντα την βάση αυτής πραγματικά περιστατικά, κατέστη πρωτοδίκως, όχι ο χρόνος γνώσεως εκ μέρους των εναγόντων του υπόχρεου προς αποζημίωσή τους, αφού αυτός ήταν δεδομένος, αλλά αν πρόκειται για εξακολουθητική ζημία. Άλλωστε και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίσθηκαν, ούτε και τώρα ισχυρίζονται, ότι έλαβαν γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωσή τους, δηλαδή της εναγομένης, σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν της καταστροφής του νεκροταφείου, ώστε να καταστεί αντικείμενο απόδειξης ο μεταγενέστερος αυτός χρόνος.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, που χάνουν τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 22 Ιουλίου 2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 471/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ως προς τους 11ο και 95η των αναιρεσειόντων, ήτοι τον Ι. Τ. του Α. και την Χ. Κ. του Γ..
Κηρύσσει βιαίως διακοπείσα τη δίκη ως προς την 26η αναιρεσείουσα (Ε. Λ. του Λ. και Ε.), που είναι το ίδιο πρόσωπο με την 55η αναιρεσείουσα (Ε. Κ. του Λ. και Ε.).
Απορρίπτει την άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τους παριστάμενους υπόλοιπους αναιρεσείοντες.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ