Legislator Case Law & Legislation
902/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's calculation of inheritance shares due to violation of substantive law on fraudulent gifts.

Case Number 902/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding inheritance shares. The appellants argued that the lower court incorrectly calculated their legal portion by failing to include specific parental gifts in the value of the estate. The court found that the lower court violated substantive law by omitting these assets, leading to an erroneous determination of the appellants' share.

Legislator headnote

AI generated

Articles 147, 1782, 559(1) of the Civil Code; The court's decision is void if it violates substantive law by failing to include relevant assets in the calculation of inheritance shares when determining the legal portion.

Keywords

AI generated
inheritance shares legal portion substantive law violation parental gifts fraudulent gifts appeal admissibility calculation error

Cited Legislation

AI generated
Article 147 of the Civil Code
Article 1782(2) of the Civil Code
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 902 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 902/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Γ. του Γ., 2 Ν. Γ., χήρας Γ. Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Γεωργακόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Γ. του Γ., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανάργυρο Δήμιζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3840/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 285/2014 εν μέρει οριστική και 447/2016 447/2016 οριστική του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 Α.Κ., όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης, έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως απάτη, που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, με τον σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του.

Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερόμενων στο παρόν, το παρελθόν και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη, ή την αποσιώπηση, ή την ατελή ανακοίνωση αληθινών γεγονότων. Στοιχείο δηλαδή του πραγματικού της απάτης αποτελεί ο δόλος, που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατηθείς σε ορισμένη δήλωση βουλήσεως, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς τη δόλια εξαπάτηση, ενώ δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1782 παρ. 2 Α.Κ., η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απάτης, χωρίς την οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός του άρθρου 559 αριθ. 1 α' ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.9/2016).

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 285/2014 εν μέρει οριστική απόφασή του, σχετικά με την ένδικη αγωγή με την οποία οι ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν, με βάση το άρθρο 147 Α.Κ., να ακυρωθούν οι αναφερόμενες πράξεις του κληρονομούμενου Γ. Γ., δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Την 3-12-2006 απεβίωσε στον Πειραιά ο Γ.

Γ. του Β., σύζυγος εν ζωή της δεύτερης ενάγουσας και πατέρας του πρώτου ενάγοντος, της εναγομένης και του μη διαδίκου Β. Γ. του Γ. Ο ως άνω αποβιώσας, με το υπ' αριθ. .../8-9-2006 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Π. - Τ., παρέσχε στην εναγομένη την πληρεξουσιότητα, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του, να συστήσει γονική παροχή προς τον εαυτό της και να μεταβιβάσει με αυτοσύμβαση την ψιλή κυριότητα των ιδανικών του μεριδίων (ποσοστού 2/3 εξ αδιαιρέτου) επί των πιο κάτω αναφερόμενων αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου, εμβαδού 778,45 τ.μ., κείμενου στη συνοικία ..., και μεταξύ των οδών ...

παρακρατώντας για τον εαυτό του την εφ' όρου ζωής επικαρπία αυτών. Συγκεκριμένα, παρέσχε στην εναγομένη την πληρεξουσιότητα να συστήσει γονική παροχή προς τον εαυτό της : α) του υπό στοιχ. Α1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής, εμβαδού 58,71 τ.μ., β) του υπό στοιχ. Α3 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 122,98 τ.μ., γ) της υπό στοιχ.

Απ1 αποθήκης του υπογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 279,13 τ.μ , και δ) του υπό στοιχ. Κ3 καταστήματος του ισογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 225,60 τ.μ. Κατόπιν αυτών, η εναγόμενη, ενεργούσα ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος του πατρός της Γ. Γ. του Β., καθ' ο χρόνο αυτός βρισκόταν εν ζωή, προέβη στη μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής προς τον εαυτό της (αυτοσύμβαση) της ψιλής κυριότητας των ως άνω αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, παρακρατώντας για τον παρέχοντα της εφ' όρου ζωής επικαρπία αυτών, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../02-10-2006 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας ποσοστού εξ αδιαιρέτως οριζοντίων ιδιοκτησιών και παρακράτησης επικαρπίας εφ' όρου ζωής του παρέχοντος της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς στον τόμο ...

και με αριθμό …. Στο ως άνω συμβόλαιο περιλήφθηκαν οι όροι ότι η παραπάνω περιουσιακή παροχή γινόταν προς εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος, που συνίστατο στη συνεχή και επιμελή φροντίδα της εναγομένης προς τον παρέχοντα και ότι δεν θα υπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την προγενέστερη των ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και συμβολαίου γονικής παροχής από 03-09-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε κατά τη συνεδρίαση της 09-02-2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κηρύχθηκε κύρια με την υπ' αριθμ. 194/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ο ως άνω αποβιώσας κατέλιπε στην εναγομένη τα ιδανικά του μερίδια επί των προαναφερομένων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Μάλιστα, ανέφερε στη διαθήκη του αυτή ότι ο λόγος που εγκαθιστούσε την εναγόμενη κληρονόμο του ήταν ότι αυτή τον φρόντισε κατά τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο και συμπαρίστατο τόσο σε αυτόν όσο και στη μητέρα του, και γιαγιά της εναγόμενης, όταν αυτοί ήταν ασθενείς. Στα ίδια ως άνω ιδανικά του μερίδια επί των εν λόγω αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών είχε εγκαταστήσει κληρονόμους του ο αποβιώσας τους ενάγοντες με την προγενέστερη από 21-07-2004 ιδιόγραφη διαθήκη του.

Ειδικότερα, με την εν λόγω διαθήκη του κατέλιπε στον πρώτο ενάγοντα τα ιδανικά του μερίδια επί της υπό στοιχ. Απ1 αποθήκης του υπογείου ορόφου της προαναφερόμενης οικοδομής, εμβαδού 279,13 τ.μ., και του υπό στοιχ. Κ3 καταστήματος του ισογείου ορόφου της ιδίας οικοδομής εμβαδού 225,60 τ.μ., και στη δεύτερη ενάγουσα τα ιδανικά του μερίδια επί του υπό στοιχ.

Α1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της οικοδομής αυτής εμβαδού 58,71 τ.μ. και του υπό στοιχ. Α3 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 122,98 τ.μ. Σύμφωνα, όμως με τη διάταξη του άρθρου 1764 εδ. α' ΑΚ, η πρώτη χρονικά από 21-07-2004 διαθήκη καταργήθηκε με τη μεταγενέστερη από 03-09-2006 διαθήκη, που αφορούσε τα ίδια κληρονομιαία στοιχεία.

Αλλά και η δεύτερη αυτή διαθήκη κατέστη άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου τα ως άνω ιδανικά μερίδια επί των προαναφερόμενων αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών είχαν πάψει να αποτελούν κληρονομιαία αντικείμενα, ενόψει του ότι μεσολάβησε από τη σύνταξή της και μέχρι το θάνατο του κληρονομουμένου η μεταβίβαση αυτών στην εναγομένη με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. .../02-10-2006 συμβόλαιο γονικής, η δε παρακρατηθείσα υπέρ του αποβιώσαντος επικαρπία αποσβέσθηκε με το θάνατο αυτού (άρθρ.1167 ΑΚ).

Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η ένδικη από 03-09-2006 ιδιόγραφη διαθήκη συντάχθηκε κατά το χρόνο που αυτός νοσηλευόταν στο Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιώς - "Μεταξά" πάσχων από καρκίνο παγκρέατος, ενώ το ένδικο από 08-09-2006 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο συντάχθηκε αμέσως μετά τη έξοδό του από το ανωτέρω νοσοκομείο (βλ.

το εξιτήριο άμεσα ασφαλισμένου του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Πειραιώς). Ειδικότερα όπως προκύπτει από το από 22-05-2007 (υπ' αριθμ. πρωτ. .../10-05-2007) ιατρικό πιστοποιητικό του ως άνω νοσοκομείου, ο αποβιώσας έπασχε ήδη από το έτος 1998 από καρκίνο στομάχου, είχε υποβληθεί μάλιστα κατά τη 13-01-1998 σε υφολική γαστρεκτομή και σε συμπληρωματική χημειοθεραπεία κατά το χρονικό διάστημα από 27-02-1998 έως 28-07-1998.

Κατά την 21-09-2005 διαγνώσθηκε καρκίνος παγκρέατος και από τη 19-10-2005 ο αποβιώσας υπεβλήθη σε χημειοθεραπεία, η οποία διακόπηκε κατά την 09-03-2006 κατόπιν σχετικής απόφασης του ασθενούς και λόγω της αναποτελεσματικότητας της ως άνω θεραπείας, καθώς διαπιστώθηκε επιδείνωση της νόσου. Κατά την 22-07-2006 ο ασθενής εισήχθη εκτάκτως στο ως άνω νοσοκομείο εμφανίζοντας πυρετό, ο οποίος αντιμετωπίσθηκε με χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής.

Κατά τη 17-08-2006 εισήχθη εκ νέου στο νοσοκομείο εμφανίζοντας υψηλό πυρετό (39ο C), βραδυψυχισμό και πτώση του επιπέδου συνείδησης. Η κατάστασή του βελτιώθηκε με τη χορήγηση αντιβίωσης και εξήλθε του νοσοκομείου κατά την 24-08-2006. Ωστόσο, την 01-09-2006 επανεισήχθη στο νοσοκομείο εμφανίζοντας ικτερική χροιά δέρματος λόγω αύξησης της χολερυθρίνης.

Του ετέθη διαδερμική παροχέτευση, η οποία συνέβαλε στη βαθμιαία πτώση των τιμών της χολερυθρίνης. Εξήλθε του νοσοκομείου την 08-09-2006, όπως προαναφέρθηκε. Λόγω του ότι εμφάνισε σημαντική πτώση των τιμών της χολερυθρίνης κατά την 11-10-2006, υποβλήθηκε σε χημειοθεραπεία τόσο κατά την ημέρα αυτή, όσο και κατά τη 18-10-2006, την 01-11-2006 και την 09-11-2006, οπότε και εισήχθη εκτάκτως στο νοσοκομείο εμφανίζοντας υψηλό πυρετό (40°C) και βραδυψυχισμό.

Υποβλήθηκε σε αντιβιοτική θεραπεία, αφαίρεση ασκητικού υγρού και χημειοθεραπεία κατά τη 17-11-2006, οπότε και εξήλθε του νοσοκομείου με βελτιωμένη την κατάσταση της υγείας του. Εν τέλει, διεκομίσθη στο ίδιο ως άνω νοσοκομείο την 28-11-2006 πάσχων από βαριά αναιμία. Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε πτώση του επιπέδου συνείδησης με βυθιότητα, ταχυκαρδία και οιδήματα κάτω άκρων.

Παρά την θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε, η κατάσταση της υγείας του δεν βελτιώθηκε κατά τις επόμενες ημέρες, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός του κατά την 03-12-2006. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τόσο κατά τη σύνταξη της από 03-09-2006 διαθήκης όσο και κατά τη σύνταξη του υπ' αριθ. .../ 08-09-2006 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ο αποβιώσας δεν εμφάνιζε συμπτώματα βραδυψυχισμού ή πτώση του επιπέδου της συνειδήσεώς του, όπως αντιθέτως εμφάνισε κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο κατά τη 17-08-2006 και κατά την 09-11-2006.

Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω συμπτώματα συνέπιπταν με την ύπαρξη υψηλού πυρετού, όπως αναφέρεται στο από 03-07-2007 (υπ' αριθμ. πρωτ. .../ 05-07-2007) ιατρικό πιστοποιητικό του ως άνω νοσοκομείου. Όπως, όμως, προκύπτει από τα ανωτέρω, ο αποβιώσας εισήχθη την 01-09-2006 στο νοσοκομείο με σύμπτωμα αποφρακτικού ίκτερου, όχι όμως και σε εμπύρετη κατάσταση.

Εξάλλου, ο αποβιώσας κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 09-03-2006 και της 11-10-2006 δεν είχε υποβληθεί σε χημειοθεραπεία. Αλλά και όταν υποβλήθηκε σ' αυτή, ουδεμία διαταραχή της διανοητικής κατάστασής του υπέστη (βλ. το προαναφερθέν από 03-07-2007 ιατρικό πιστοποιητικό του ως άνω νοσοκομείου). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω ιατρικό πιστοποιητικό, τυχόν παροδική ζάλη ή υπνηλία που προκαλείται σε ασθενείς λόγω της υποβολής τους σε χημειοθεραπεία είναι ήπιας μορφής και δεν υπερβαίνουν σε διάρκεια τη μία ημέρα.

Όμως, από την υποβολή του αποβιώσαντος στην τελευταία χρονικά χημειοθεραπεία (9-3-2006) μέχρι την κατάρτιση των προσβαλλόμενων δικαιοπραξιών, παρήλθε χρονικό διάστημα έξι περίπου μηνών. Το γεγονός ότι ο αποβιώσας είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του όταν προέβη στις ως άνω δικαιοπραξίες και ενήργησε κατά την ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούλησή του, χωρίς να παρασυρθεί στη διαμόρφωση αυτής από ψευδείς και υποβολιμιαίες παραστάσεις της εναγομένης, αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. .../2007 ένορκη βεβαίωση του Α.

Μ., ο οποίος συνέπεσε να νοσηλεύεται με τον αποβιώσαντα στον ίδιο θάλαμο του νοσοκομείου "Μεταξά" κατά τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2006 και βεβαιώνει ότι ο αποβιώσας επανειλημμένως του είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο είχε ορίσει να διατεθεί η περιουσία του μετά το θάνατό του προς όφελος της εναγομένης, ενώ ήταν παρών όταν ο αποβιώσας δήλωσε στην εναγομένη ότι προτίθετο να της μεταβιβάσει τα ανωτέρω ιδανικά του μερίδια, αλλά και κατά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης.

Επίσης, το ως άνω στοιχείο προκύπτει και από τη σαφή προς τούτο κατάθεση του αδελφού του αποβιώσαντος Σ. Γ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ο αποβιώσας είχε ήδη εκδηλώσει την επιθυμία του από το έτος 2005 να ανακαλέσει την προγενέστερη από 21-07-2004 διαθήκη του προκειμένου να παραχωρήσει και στην εναγομένη μέρος των ιδανικών του μεριδίων επί των προαναφερόμενων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, ενώ κατά το Πάσχα του έτους 2006 του δήλωσε την οριστική του απόφαση να παραχωρήσει εξ ολοκλήρου αυτά στην εναγομένη.

Στην ανωτέρω μεταστροφή της βούλησης του αποβιώσαντος συνέβαλε η συμπεριφορά του πρώτου ενάγοντος και ιδίως το γεγονός της τελέσεως αξιόποινης πράξης από τον πρώτο ενάγοντα εις βάρος της εναγομένης. Ειδικότερα, κατά την 30-12-2005, ο πρώτος ενάγων, κατά τη διάρκεια διαπληκτισμού του με την εναγόμενη για οικονομικής φύσεως διαφορές που είχαν ανακύψει μεταξύ τους, ο οποίος εκτυλίχθηκε εντός της οικίας του αποβιώσαντος, την απείλησε με βία και της κατάφερε πολλαπλά πλήγματα δια γρόνθων στην κεφαλή και το πρόσωπο, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κάκωση αριστερού οφθαλμού με μεγάλη απόπτωση επιθηλίου κερατοειδούς και εκχυμώσεις άνω και κάτω βλεφάρου αριστερού οφθαλμού με συνοδό ικανού βαθμού οίδημα συστοίχως της αριστεράς ζυγωματικής χώρας (βλ.

το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-01-2006 πιστοποιητικό εξέτασης του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας "..." και την υπ' αριθμ. ...-01-2006 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιώς). Σημειωτέον ότι ο πρώτος ενάγων καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 348/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για τις ανωτέρω πράξεις της απλής σωματικής βλάβης και της απειλής σε συνολική ποινή φυλάκισης 11 μηνών, ενώ όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, στον δεύτερο βαθμού κρίθηκε ατιμώρητος για τη σωματική βλάβη.

Επιπλέον ο αποβιώσας, έλαβε υπ' όψιν του ιδιαίτερα για να καταλήξει στην ως άνω απόφασή του την ενεργό συμπαράσταση της εναγόμενης τόσο προς τον ίδιο, καθ' όλη τη διάρκεια της ασθένειάς του και κυρίως κατά τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, όσο και προς τη μητέρα του, σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν επέδειξαν αντίστοιχο ενδιαφέρον γι' αυτόν και τη μητέρα του.

Τους λόγους αυτούς, άλλωστε, αποτύπωσε τόσο στο κείμενο της από 03-09-2006 διαθήκης του όσο και στο υπ' αριθμ. .../2006 συμβόλαιο γονικής παροχής. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, η οποία ανέκαθεν έτρεφε αισθήματα υπερβολικής αγάπης προς τον πατέρα της και του παρείχε ανελλιπώς τις περιποιήσεις της, ιδίως μετά τη δυσμενή εξέλιξη της υγείας αυτού από το φθινόπωρο του έτους 2005, αφιερώθηκε με ζήλο στη φροντίδα και τη ηθική ενίσχυση αυτού.

Ειδικότερα, εκείνη τον συνόδευε στο νοσοκομείο κατά την υποβολή του στην προαναφερόμενη χημειοθεραπεία, μεριμνούσε για την παρακολούθησή του και από ιδιώτες ιατρούς, ενημερωνόταν από τους θεράποντες ιατρούς για την εξέλιξη της υγείας του, ενώ κατά τα διαστήματα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο εκείνη πρωτίστως παρέμενε κοντά του προσφέροντάς του υπηρεσίες νοσοκόμας.

Τούτο βεβαιώνεται στις υπ' αριθμ. .../2009 και .../2007 ένορκες βεβαιώσεις των Τ. Κ. και Α. Μ. αντιστοίχως, οι οποίοι έχουν ίδια αντίληψη των γεγονότων δεδομένου ότι η πρώτη τυγχάνει μητέρα καρκινοπαθούς που νοσηλευόταν τακτικά στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιώς - "Μεταξά" και, εξ αυτού του λόγου συναντούσε συχνά την εναγόμενη εκεί καθ' όλο το διάστημα από το φθινόπωρο του έτους 2005 και έκτοτε, ενώ ο δεύτερος συνέπεσε να νοσηλεύεται με τον αποβιώσαντα στον ίδιο θάλαμο κατά τις αρχές τους μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2006, όπως προαναφέρθηκε.

Επιπλέον, από τι ίδιες ένορκες βεβαιώσεις αποδεικνύεται ότι ο αποβιώσας εκδήλωνε προς κάθε τρίτο την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του για την εναγόμενη θυγατέρα του και φαινόταν ευτυχής όταν αυτή ήταν μαζί του, ενώ αντιθέτως, όταν τον επισκεπτόταν η δεύτερη ενάγουσα σύζυγός του επικρατούσε συνήθως μεταξύ τους ψυχρότητα ή ένταση, το ίδιο δε συνέβαινε και μεταξύ αυτής και της εναγομένης.

Πέραν όμως της παρουσίας της στο νοσοκομείο κατά το χρόνο της εκάστοτε νοσηλείας του πατέρα της, η εναγόμενη μεριμνούσε για τη σωματική ανακούφιση του ασθενούς πατέρα της και για την ψυχική του τόνωση, όταν αυτός βρισκόταν στην οικία του, προμηθευόμενη ιατρικά είδη κατάλληλα για τη διενέργεια μαλάξεων στα μέλη του σώματός του, απευθυνόμενη σε χειροκόμο-ποδοκόμο για την περιποίηση των καταπονημένων από τη χημειοθεραπεία άκρων του, αλλά και συνοδεύοντας αυτόν, όταν η κατάσταση της υγείας του το επέτρεπε, σε χώρους αναψυχής.

Αντιθέτως, το ενδιαφέρον των εναγόντων και του ετέρου τέκνου του αποβιώσαντος για την κατάσταση της υγείας του τελευταίου ήταν περιορισμένο, όπως και οι εκδηλώσεις συμπαράστασης προς αυτόν. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη με δόλο σε ψευδείς και υποβολιμιαίες παραστάσεις προς τον αποβιώσαντα, δημιουργώντας σ' αυτόν πεπλανημένη εντύπωση για τους ενάγοντες τους οποίους, συστηματικά διέβαλε, με συνέπεια να τον παρασύρει στην κατάρτιση των επίμαχων δικαιοπραξιών, στην οποία διαφορετικά δεν θα προέβαινε αυτός, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Ειδικότερα δε, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έπεισε τον αποβιώσαντα α) ότι η δεύτερη ενάγουσα είναι μια άσπλαχνη και χωρίς αισθήματα γυναίκα, ότι δεν τον αγάπησε ποτέ, ότι δεν φρόντισε και δεν αγάπησε τη μητέρα του και ότι θα τον πήγαινε σε κλινική αν χειροτέρευε η κατάσταση της υγείας του και β) ότι ο πρώτος ενάγων "την έριξε οικονομικά" και ότι δεν άξιζε την αγάπη του γιατί αδιαφορούσε γι' αυτόν και δεν τον βοηθούσε οικονομικά.

Άλλωστε, ούτε ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας Ι. Κ., ανηψιός της ενάγουσας και εξάδελφος των λοιπών διαδίκων, ούτε και η Δ. Π. συζ. Δ. Ρ., ανηψιά επίσης της ενάγουσας και εξαδέλφη των λοιπών διαδίκων, η οποία εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιάς κατά την εκδίκαση της από 25-06-2007 αγωγής της δεύτερης ενάγουσας κατά της εναγομένης, με αίτημα την ανάκληση της γενομένης από την πρώτη προς τη δεύτερη δωρεάς, λόγω αχαριστίας, κατέθεσαν ότι η εναγομένη έπεισε τον αποβιώσαντα να προβεί στην κατάρτιση των επιδίκων δικαιοπραξιών με άλλον τρόπο, πλην της εντατικοποίησης της φροντίδας της προς αυτόν κατά το τελευταίο εξάμηνο της ζωής του, η οποία φροντίδα όμως, έστω και αν, κατά τους ενάγοντες, ενείχε το στοιχείο της υπερβολής, δεν συνιστά απατηλή συμπεριφορά με την έννοια των άρθρων 147 και 1782 παρ. 2 Α.Κ., αφού τη φροντίδα αυτή τη βίωνε ο ίδιος ο αποβιώσας.

Επιπλέον, ο ως άνω μάρτυρας Ι. Κ. κατέθεσε ότι δεν υπέπεσε στην αντίληψή του να διαβάλλει η εναγομένη τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στον πατέρα της, ούτε του εξέφρασαν τέτοιο παράπονο οι ενάγοντες, ακόμη και όταν έλαβαν γνώση της κατάρτισης των επίδικων δικαιοπραξιών. Ας σημειωθεί εξάλλου ότι με την 3533/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης από 25-06-2007 αγωγής της δεύτερης ενάγουσας με την οποία ζητείτο η ανάκληση της γονικής παροχής στην οποία προέβη η τελευταία προς την εναγομένη και η οποία (κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή) συνιστούσε δωρεά στο σύνολό της, ως υπερβαίνουσα το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, λόγω αχαριστίας, εκδηλωθείσας, κατά τους ισχυρισμούς της, μεταξύ άλλων με την εκτιθέμενη και στην υπό κρίση αγωγή εξαπάτηση του αποβιώσαντος Γ.

Γ. από την εναγομένη, κρίθηκε ότι η τελευταία δεν τον εξαπάτησε, διαβάλλοντας σ' αυτόν την μητέρα της και τον αδελφό της Γ. Γ., προκειμένου ο ως άνω αποβιώσας να μεταβιβάσει σ' αυτήν την περιουσία του. Μάλιστα η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη, δεδομένου ότι παρήλθε άπρακτη η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση εφέσεως.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο κείμενο, που περιέχει την αποτυπωθείσα σε οπτικοακουστικό δίσκο (DVD) ομιλία του αποβιώσαντος με βεβαίωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου των εναγόντων περί της ακρίβειας της μεταφοράς, στην οποία αναφέρει ότι η εναγόμενη τον εξαπάτησε, ότι τα χαρτιά που υπέγραψε ήταν προϊόν ψεύδους και ότι τον άφησε (η εναγόμενη) στους πέντε δρόμους, χωρίς όμως να αναφέρει αυτός ποιο ήταν το ψεύδος και με ποιόν τρόπο εξαπατήθηκε.

Σε κάθε περίπτωση όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η παραπάνω ομιλία, που έγινε μια εβδομάδα πριν από το θάνατο του Γ. Γ. και αφού είχε προηγηθεί σχετική συζήτηση του τελευταίου με τους ενάγοντες και με τον ως άνω μάρτυρα Ι. Κ. (βλ. κατάθεση του τελευταίου), υποκινήθηκε από τους ενάγοντες, καθώς ουδείς λόγος συνέτρεχε να μεταστραφεί η βούλησή του δύο (2) μόνο μήνες μετά την κατάρτιση των επίμαχων δικαιοπραξιών".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αποβιώσας Γ. Γ. του Β. δεν παρασύρθηκε με απάτη στη σύνταξη της από 3-9-2006 ιδιόγραφης διαθήκης του, ούτε στη δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-9-2006 συμβολαιογραφικού πληρεξούσιου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Π.- Τ., παροχής πληρεξουσιότητας προς την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, προκειμένου αυτή, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του, να συστήσει γονική παροχή προς τον εαυτό της και να μεταβιβάσει με αυτοσύμβαση την ψιλή κυριότητα των ιδανικών του μεριδίων επί των πιο πάνω αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, και κατόπιν αυτών απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάσης της ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που ως προς τη βάση αυτή είχε κρίνει όμοια και απέρριψε κατ' ουσία το σχετικό λόγο της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147 και 1782 παρ. 2 Α.Κ., τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού υπό τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν στο δικαστήριο και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης απάτης στη βούληση του διαθέτη Γ. Γ. του Β. κατά τη σύνταξη της από 3-9-2006 ιδιόγραφης διαθήκης του και του υπ' αριθμ. .../8-9-2006 ειδικού πληρεξούσιου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ.

Π. - Τ. και τη συναρτώμενη με αυτήν έλλειψη του κύρους των ίδιων δικαιοπραξιών και έτσι δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1834 του ΑΚ συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα κατά το χρόνο αυτόν υπάρχοντα στην κληρονομία περιουσιακά στοιχεία, δεκτικά κληρονομικής διαδοχής (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομίας, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου καθώς και οι δαπάνες απογραφής της κληρονομίας, προστίθενται δε ακολούθως σε αυτά και θεωρούνται, ως υπάρχουσες στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική ομάδα), κατά την αξία του χρόνου της πραγματοποιήσεώς τους, οι παροχές των άρθρων 1831 παρ.2 και 1833 του ΑΚ, που έγιναν από τον κληρονομούμενο, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα προς τους μεριδούχους είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που αυτός έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικόν καθήκον, επί δε της κατά τον τρόπο αυτόν προσδιοριζόμενης αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του κληρονόμου.

Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου : α) εκτιμάται η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιαίας περιουσίας, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομίας, γ) στο ποσό που απομένει, μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας), αφαιρείται η αξία των πραγμάτων στα οποία τυχόν είχε εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη νόμιμη μοίρα του.

Το κλάσμα δε αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός, που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, παριστά το ποσοστό το οποίο πρέπει να λάβει ο μεριδούχος, επιπλέον των σ' αυτόν καταλειφθέντων, αυτούσιο, σε καθένα από τα λοιπά αντικείμενα της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του (Α.Π. 23/2015, Α.Π. 502/2014, Α.Π. 474/2010).

Εάν δεν γίνει η πιο πάνω αφαίρεση της αξίας των κληρονομικών μεριδίων των λαμβανόντων μερίδιο μη υπερβαίνον τη νόμιμη μοίρα των μεριδούχων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ενάγων, τότε και τα μερίδια αυτά, δηλαδή ενάγοντος και των άλλων ως άνω μεριδούχων, θα συμμετάσχουν στη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος και έτσι, λόγω της συμμετοχής τους αυτής, κατά το ποσοστό αυτής, θα μειωθεί η νόμιμη μοίρα και των λοιπών μεριδούχων που δεν έλαβαν μερίδιο, το οποίο υπερβαίνει τη νόμιμη μοίρα, καθώς και του ενάγοντος (Α.Π.511/1982).

Εξάλλου, σε περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομία, τότε η αξία της κληρονομίας θα προσδιορισθεί από την αξία που είχε η άστοργη δωρεά κατά το χρόνο που έγινε και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας θα υπολογισθεί στην παραπάνω αξία, δηλαδή στην αξία που είχε η δωρεά κατά το χρόνο που έγινε (Α.Π. 2014/2014).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 447/2016 απόφασή του, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 3-12-2006 απεβίωσε στον Πειραιά ο Γ. Γ. του Β., ο οποίος κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τον πρώτο ενάγοντα γιό του (ήδη α' εκκαλούντα), τη δεύτερη ενάγουσα σύζυγό του (ήδη β' εκκαλούσα), την εναγομένη θυγατέρα του (ήδη εφεσίβλητη) και τον μη διάδικο γιό του Β.

Γ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος κατά τα έτη 1990 και 2003 μεταβίβασε στα παραπάνω τέκνα του, ως γονική παροχή τις εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες, που βρίσκονται σε τετραώροφη οικοδομή επί της οδού ... στο ..., : 1) στον γιό του Β. Γ.. Α) Με το υπ' αριθμ. .../31-7-1990 συμβόλαιο παροχής γονέων προς τέκνο της συμ/φου Πειραιά Α.

συζύγου Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα τα 2/3 εξ αδιαιρέτου α) του με αριθμό …. καταστήματος του ισόγειου ορόφου επιφάνειας 110,37 τ.μ., που έχει πρόσοψη μόνο προς τη ..., β) του υπ' αριθμ. ..καταστήματος (μελλοντικό) του πρώτου (Α) ορόφου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 235,54 τ.μ., που έχει πρόσοψη μόνο προς την οδό ....

Β) με το υπ' αριθμ .../12-5-2003 συμβόλαιο παροχής γονέων προς τέκνο της συμ/φου Πειραιώς Χ. Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα τα 2/3 εξ αδιαιρέτου στα 75/1000 εξ αδιαιρέτου της παραπάνω οικοδομής, που αντιστοιχούν στο δικαίωμα υψούν του με στοιχεία Γ3 διαμερίσματος του μελλοντικού Γ) υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 197,36 τ.μ. 2) Στη θυγατέρα του Α.

Γ.. A) με το υπ' αριθμ. ...27-7-1990 συμβόλαιο παροχής γονέων προς τέκνο της συμ/φου Πειραιώς Α. συζ. Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα τα 2/3 εξ αδιαιρέτου α) του υπ' αριθμ. …. καταστήματος του ισογείου ορόφου, επιφανείας 101,04 τ.μ., που έχει πρόσοψη προς τη ..., β) του υπό στοιχείο Α2 διαμερίσματος του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου επιφανείας 101,86 τ.μ.

Β) με το υπ' αριθμ. .../12-5-2003 συμβόλαιο παροχής γονέων προς τέκνο της συμ/φου Πειραιώς Χ. Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα τα 2/3 εξ αδιαιρέτου : α) του με στοιχεία Β 1 διαμερίσματος του μελλοντικού δεύτερου (Β) ορόφου το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 121,65 τ.μ., β) του με στοιχείο Β 2 διαμερίσματος του μελλοντικού δεύτερου (Β) υπέρ το ισόγειο επιφάνειας 119,20 τ.μ., 3) στον γιό του Γ.

Γ.. Α) Με το υπ' αριθμ. ...12-5-2003 συμβόλαιο παροχής γονέων προς τέκνο της συμ/φου Πειραιά Χ. Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα τα 2/3 εξ αδιαιρέτου: α) του υπό στοιχεία Γ 1 διαμερίσματος του μελλοντικού τρίτου (Γ) υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 121,65 τ.μ., β) του με στοιχεία … καταστήματος του μελλοντικού δεύτερου (Β) υπέρ το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 197,36 τ.μ., γ) του υπό στοιχείο Γ 2 διαμερίσματος του μελλοντικού τρίτου (Γ) υπέρ το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 119,20 τ.μ.

Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Γ. Ψ., η εμπορική αξία των παραπάνω ακινήτων κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους και για ποσοστό κυριότητας 2/3 εξ αδιαιρέτου, ανερχόταν στα παρακάτω ποσά. Για τα ακίνητα της Α. Γ. (εναγομένης) : 1) Το υπ' αριθμ.

… κατάστημα (χρόνος παροχής 27-7-1990) στο ποσό των 40.000 € (12.834.450 δρχ). 2) Το Α2 διαμέρισμα πρώτου (Α) υπέρ το ισόγειο ορόφου (χρόνος παροχής 27-7-1990) στο ποσό 23.800 € (8109.850 δρχ). 3) Το Β 1 διαμέρισμα του μελλοντικού δεύτερου (β) υπέρ το ισόγειο ορόφου (χρόνος παροχής 12-5-2003) στο ποσό των 35.400 €. 4) Το Β 2 διαμέρισμα του μελλοντικού δεύτερου (Β) υπέρ το ισόγειο ορόφου (χρόνος παροχής 12-5-2003) στο ποσό των 34.700 €.

Για τα ακίνητα του (μη διαδίκου) Β. Γ. : 1) το υπ' αριθμ. … κατάστημα του ισογείου (χρόνος παροχής 31-7-1990) στο ποσό των 41.700 € (14.209.275 δρχ), 2) το υπ' αριθμ. … κατάστημα (μελλοντικό) του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (χρόνος παροχής 31-7-1990) στο ποσό των 19100 € (65.08325 δρχ), 3) το δικαίωμα υψούν του με στοιχεία Γ3 διαμερίσματος του μελλοντικού τρίτου (Γ) ορόφου (χρόνος παροχής 12-5-2003) στο ποσό των 65.100 €.

Για τα ακίνητα του Γ. Γ. ( α'ενάγοντος) : 1) το με στοιχεία Κ5 κατάστημα του μελλοντικού δεύτερου (Β) υπέρ το ισόγειο ορόφου στο ποσό των 59.200 €, 2) το με στοιχεία Γ 1 διαμέρισμα του μελλοντικού τρίτου (Γ) υπέρ το ισόγειο ορόφου, στο ποσό των 40.100 €, 3) το με στοιχείο Γ 2 διαμέρισμα του μελλοντικού τρίτου (Γ) υπέρ το ισόγειο ορόφου, στο ποσό των 39.400 € (χρόνος παροχής των παραπάνω ακινήτων 12-5-2003).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των ετών 1990, 2003 (χρόνος παροχών του κληρονομούμενου προς τα τέκνα του) και 2006 (χρόνος παροχής δωρεάς προς την εναγομένη) μεσολάβησε ουσιώδης μεταβολή - υποτίμηση της αγοραστικής αξίας της δραχμής και μετέπειτα του ευρώ και συνεπώς σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αξία των παραπάνω παροχών κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, πρέπει να αναχθεί στην αξία που είχαν κατά το χρόνο της γονικής παροχής- δωρεάς προς την εναγομένη κατά την οποία και αποτιμάται η κληρονομία.

Επίσης αποδείχθηκε ότι η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας τον Ιούλιο του 1990 ανερχόταν στο ποσό των 40,53 ευρώ, τον Μάιο του 2003 στο ποσό των 67,06 ευρώ και τον Οκτώβριο του 2006 στο ποσό των 114,11 ευρώ. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή με βάση το έτος 2005= 100.00 ήταν τον Ιούλιο του 1990 35,009, τον Μάιο του 2003 94,65 € και τον Οκτώβριο του 2006 104,39 ευρώ.

Επομένως η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν τον Ιούλιο του 1990 σε 1,158 € (40,53 € η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας δια 35,009 ο δείκτης καταναλωτή), τον δε Οκτώβριο του 2006 ανερχόταν σε 1.093 (114,11 η τιμή της χρήσης λίρας Αγγλίας δια 104,39 ο δείκτης τιμών καταναλωτή). Επομένως η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας του 1990 αντιστοιχούσε σε 1,059 € (1,158/1,093) της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας του 2006.

Επίσης η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας ανερχόταν τον Μάιο του 2003 στο ποσό των 0,708 € (67,06 η τιμή της χρυσής λίρας δια 94,656 ο δείκτης τιμών καταναλωτή) τον δε Οκτώβριο του 2006 ανερχόταν σε 1,093 ευρώ (114,11:104,39). Επομένως η αγοραστική δύναμη της χρυσής λίρας Αγγλίας του έτους 2003 αντιστοιχούσε σε 0,647 (0,708/1,093) της αγοραστικής δύναμης της χρυσής λίρας Αγγλίας τον Οκτώβριο του 2006.

Με τα δεδομένα αυτά η αξία των παροχών του κληρονομούμενου προς τα παραπάνω τέκνα του, με αναγωγή τους από το χρόνο που έγιναν, στο χρόνο που έγινε η επίμαχη δωρεά, διαμορφώνονται στα παρακάτω ποσά : 1) Η αξία των παροχών προς την Α. Γ. Α) το ποσό των 64.400 ευρώ (406.00+ 23800 € ) που ήταν η αξία των παροχών κατά την 27-7-1990, αντιστοιχεί σε 1588,95 χρυσές λίρες Αγγλίας (64,400 : 40,53) κατά το χρόνο αυτό, οι οποίες αντιστοιχούν σε (1588,95 Χ 1,059= 1682,70 χρυσές λίρες Αγγλίας την 2-10-2006, που αντιστοιχούν σε (1682,70 Χ 114,11 =) 192.012,89.

Β) το ποσό των 70.100 ευρώ (35.400+37.400) που ήταν η αξία των παροχών κατά την 12-5-2003, αντιστοιχεί σε 1045,33 χρυσές λίρες Αγγλίας (70.100:67,06) κατά το χρόνο αυτό, οι οποίες αντιστοιχούν σε 676,33 (1045,33 Χ 0,647) χρυσές λίρες Αγγλίας την 2-10-2006, που αντιστοιχούν σε 77.176,0 ευρώ (675,33Χ 114,21). Συνολική αξία παροχών 269.188,90 ευρώ. 2) Η αξία των παροχών προς τον Β.

Γ.: Α) το ποσό των 60.800 € (41700+ 19100), που ήταν η αξία των παροχών κατά την 31-7-1990, αντιστοιχεί σε 1500, 12 χρυσές λίρες Αγγλίας (60.800 : 40,53) κατά το χρόνο αυτό, οι οποίες αντιστοιχούν σε 1588,63 (1500,12 Χ 1,059) χρυσές λίρες Αγγλίας την 2-10-2006, που αντιστοιχούν σε 181.278,56 € (1561,62 Χ 62Χ114,11). Β) το ποσό των 65.100 € που ήταν η αξία της παροχής την 12-5-2003, αντιστοιχεί σε 970,77 (65.100 : 67,06) χρυσές λίρες κατά το χρόνο αυτό, οι οποίες αντιστοιχούν σε 628,08 (970,77 Χ 0,647) χρυσές λίρες Αγγλίας την 2-10-2006, που αντιστοιχούν σε 71.670,20 ευρώ (628,08 Χ 114,11).

Συνολική αξία παροχών 252.948,76 ευρώ. 3) Η αξία των παροχών προς τον Γ. Γ. : Το ποσό των 138.700 (59.200 € +40100 € +39400 €) ευρώ, που ήταν η αξία των παροχών την 12-5-2003, αντιστοιχεί σε 2.068,30 (138700 : 67,06) χρυσές λίρες κατά το χρόνο αυτό, οι οποίες αντιστοιχούν σε 1338,19 (2068,30 Χ 0,647) χρυσές λίρες την 2-10-2006, οι οποίες αντιστοιχούν σε 152700,86 (2068,30 Χ 114,11) ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών, κατά το χρόνο του θανάτου του δεν είχε περιουσία, αφού τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία που διέθετε τα είχε μεταβιβάσει με παροχή εν ζωή στην εναγομένη θυγατέρα του δύο μήνες περίπου πριν από το θάνατό του. Συγκεκριμένα με το υπ' αριθμ. .../8-9-2006 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ.

Π. - Τ. παρέσχε στην εναγομένη την πληρεξουσιότητα, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του, να συστήσει γονική παροχή προς τον εαυτό της και να μεταβιβάσει με αυτοσύμβαση την ψιλή κυριότητα των ιδανικών του μεριδίων (ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου) επί των πιο κάτω αναφερόμενων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής, που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου, εμβαδού 778,45 τ.μ., κειμένου στη συνοικία ...

και μεταξύ των οδών Γ. ... και ... αρ. 3, παρακρατώντας για τον εαυτό του την εφόρου ζωής επικαρπία αυτών. Συγκεκριμένα, παρέσχε στην εναγομένη την πληρεξουσιότητα να συστήσει γονική παροχή προς τον εαυτό της : α) στο υπό στοιχείο Α 1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της άνω οικοδομής εμβαδού 58,71 τ.μ., β) στο με στοιχείο Α 3 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 122,98 τ.μ., γ) στην υπό στοιχείο ΑΠ 1 αποθήκη του υπογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδόν 279,13 τ.μ.

και δ) στο υπό στοιχείο Κ 3 κατάστημα του ισογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής εμβαδού 225,60 τ.μ. Στη συνέχεια η εναγομένη, την 2-10-2006, ενεργώντας ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος του πατέρα της Γ. Γ., προέβη στη μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής προς τον εαυτό της (αυτοσύμβαση) της ψιλής κυριότητας των ως άνω αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, παρακρατώντας για τον παρέχοντα την εφόρου ζωής επικαρπία αυτών, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../02-10-2006 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας ποσοστού εξ αδιαιρέτου οριζόντων ιδιοκτησιών και παρακράτησης επικαρπίας εφόρου ζωής του παρέχοντας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο ...

και με αρ. 221. Η αξία της ψιλής κυριότητας του ποσοστού 2/3 εξ αδιαιρέτου των παραπάνω ακινήτων καθορίστηκε τότε, "για τον υπολογισμό και την καταβολή του φόρου, των τελών και δικαιωμάτων του παρόντος" στο ποσό των 145.226,77 ευρώ. Στο παραπάνω συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο παρέχων Γ. Γ.ς μεταβίβασε το ποσοστό του (2/3 εξ αδιαιρέτου) στα παραπάνω περιγραφόμενα ακίνητα ως γονική παροχή "για τη δημιουργία και διατήρηση οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας".

Στο ίδιο συμβόλαιο επίσης μνημονεύεται ρητά ότι η γονική παροχή προς την εναγομένη "γίνεται για εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος που συνίσταται στη συνεχή και επιμελή φροντίδα της προς αυτόν και από πραγματικό γονικό ενδιαφέρον και δεν ξεπερνάει το λογικό μέρος". Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Γ.

Ψ., η οποία είναι αναλυτική λεπτομερής εμπεριστατωμένη και πλήρως αιτιολογημένη, η αξία των 2/3 εξ αδιαιρέτου, των παραπάνω ακινήτων, που μεταβιβάστηκαν στην εναγόμενη από το πατέρα της κατά ψιλή κυριότητα, κατά το χρόνο της μεταβίβασης ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 453.000 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη γονική παροχή του συζύγου και πατέρα των διαδίκων προς την εναγομένη θυγατέρα του αποτελούσε στο σύνολο της δωρεά, καθόσον υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις, αν ληφθεί υπόψη η κοινωνική και οικονομική κατάσταση της εναγομένης.

Ειδικότερα, ο παρέχων ήταν συνταξιούχος του ΤΣΑ και τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που είχε ήταν τα ακίνητα της προαναφερόμενης γονικής παροχής. Επίσης όπως προαναφέρθηκε είχε σύζυγο και άλλα δύο τέκνα, τα οποία λειτουργούσαν μία επιχείρηση αλουμινοκατασκευών στο υπ' αριθμ… κατάστημα που μεταβιβάστηκε στην εναγομένη με την ως άνω γονική παροχή.

Επίσης η γονική αυτή παροχή δεν επιβαλλόταν από λόγους ευπρέπειας καθόσον τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία του παρέχοντος έπρεπε να διαμοιρασθούν στη σύζυγο και τα δύο τέκνα του και να μην ευνοηθεί μονομερώς η εναγομένη. Σημειωτέον ότι η τελευταία ήταν ήδη αποκατεστημένη επαγγελματική και οικονομικά και συγκεκριμένα μέχρι το έτος 2001 εργαζόταν ως αεροσυνοδός στην Ο.Α., οπότε και συνταξιοδοτήθηκε εισπράττοντας αποζημίωση ύψους 35.000.000 δρχ, η δε σύνταξή της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 1100 ευρώ περίπου, ενώ δεν είχε οικογενειακές υποχρεώσεις καθώς δεν είχε δημιουργήσει δική της οικογένεια και συνεπώς δεν συνέτρεχε περίπτωση ανάγκης.

Επιπλέον ήταν ιδιοκτήτρια σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, που όπως προαναφέρθηκε είχαν μεταβιβαστεί σ' αυτήν από τον πατέρα της κατά τα έτη 1990 και 2003 καθώς και ενός διαμερίσματος εμβαδού 103 τ.μ. του τέταρτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ... και ενός ακόμη διαμερίσματος επιφάνειας 75 τ.μ., που βρίσκεται στην οδό ...

στην Αθήνα. Εξάλλου η παραπάνω γονική παροχή δεν επιβαλλόταν από ιδιαίτερο καθήκον του παρέχοντος προς την εναγομένη θυγατέρα του για τις πράγματι αυξημένες φροντίδες της τελευταίας προς αυτόν, μετά τη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (έπασχε από μεταστατικό καρκίνο), καθώς τα τέκνα έχουν νομική και ηθική υποχρέωση να περιθάλπουν τους γονείς του, ιδίως σε περιπτώσεις ασθένειας και δεν πρέπει να αξιώνουν παροχές οποιουδήποτε είδους από τους γονείς τους για την επιβεβλημένη αναγκαία φροντίδα προς αυτούς.

Επομένως, η από το άρθρο 1831 εδ. β ΑΚ προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση ότι η επίμαχη γονική παροχή έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, που συνίσταται στη συνεχή και επιμελή φροντίδα της προς τον πατέρα της και δεν αποτελεί δωρεά προς αυτήν, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα έλαβε ως δωρεά από τον θανόντα σύζυγό της και πατέρα των λοιπών διαδίκων το 1/3 εξ αδιαιρέτου σε όλα τα οικήματα της οικογενειακής τους οικοδομής, που βρίσκεται στη λεωφόρο Γ. ...

στο .... Αντίθετα, από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../18-11-1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Β. Γ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη ενάγουσα Ν. Γ., το γένος ... και η μητέρα της Ε. χήρα ..., προς ανακούφιση από τα βάρη του γάμου του Γ. Γ., (με τον οποίο η πρώτη είχε τελέσει πρόσφατα γάμο) και σε εκπλήρωση σχετικής υποσχέσεώς τους, που δόθηκε σ' αυτόν κατά την τέλεση του γάμου, περί συστάσεως προς αυτόν και υπέρ της συζύγου του προίκας, του κατέβαλαν η μεν πρώτη το ποσό των 150.000 δρχ.

η δε δεύτερη το ποσό των 70.000 δρχ και συνολικά 220.000 δρχ. μεν τον όρο όπως, αντί του ποσού αυτού, το οποίο θα κρατήσει ο ίδιος καταστήσει προικώο της συζύγου του, δια μεταβιβάσεως σ' αυτήν κατά ψιλή κυριότητα και παρακρατώντας υπέρ αυτού κατά διοίκηση, πλήρη κάρπωση και διαχείριση, το 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, επί του οποίου έχει ανεγερθεί η επίδικη οικογενειακή οικοδομή.

Μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, η δεύτερη ενάγουσα απέκτησε αυτοδικαίως την πλήρη κυριότητα του 1/3 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου και κατά το ποσοστό αυτό κατέστη συγκυρία της ανεγερθείσας οικοδομής.

Συνεπώς δεν πρόκειται για χαριστική παροχή του κληρονομούμενου προς τη δεύτερη ενάγουσα και συνακόλουθα η ένσταση της εναγομένης περί συνυπολογισμού στη νόμιμη μοίρα της δεύτερης ενάγουσας του ποσού των 321.031 ευρώ, στο οποίο αυτή (εναγομένη) εκτιμά την αξία του παραπάνω ποσοστού (1/3 εξ αδιαιρέτου) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ας σημειωθεί εξάλλου ότι η δεύτερη ενάγουσα μαζί με τον μη διάδικο Β. Γ., μέχρι το έτος 1995 ασκούσε επιχείρηση φασόν και εμπόριο μοκετών-επενδυτικών υλικών (βλ. το από 22-7-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ΕΕ) ενώ από το 1995 έως το 2006 συμμετείχε σε επιχείρηση αλουμινίων του γιού της Β. Γ., με ποσοστό 35%, συνεισφέροντας με την προσωπική της εργασία στις επιχειρήσεις αυτές, έκτοτε δε (2006) είναι συνταξιούχος του ΤΕΒΕ.

Τέλος όπως αποδεικνύεται από το από 13-4-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οικόπεδο, στο οποίο βρίσκεται σήμερα η επίδικη οικοδομή, στεγαζόταν επιχείρηση κινηματογράφου, στην οποία εκμισθωνόταν το οικόπεδο αυτό από τον θανόντα και τη δεύτερη ενάγουσα, η οποία συμμετείχε και με τον τρόπο αυτό στην αύξηση της οικογενειακής περιουσίας.

Σύμφωνα με τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομία του θανόντος Γ. Γ., η αξία της κληρονομίας θα προσδιοριστεί από την αξία που είχε η δωρεά προς την εναγομένη, κατά το χρόνο που έγινε (2-10-2006) και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας θα υπολογιστεί στην παραπάνω αξία. Η αξία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 453.000 ευρώ.

Η κληρονομική εξ αδιαθέτου μερίδα της συζύγου και των τέκνων του κληρονομούμενου ανέρχεται στο ? για τη σύζυγο και στο ? για κάθε ένα από τα τέκνα του και η νόμιμη μοίρα στο 1/8 για τον κάθε ένα από αυτούς, δηλαδή στο ποσό των 56.625 ευρώ (453.000 Χ 1/8) για κάθε έναν. Όμως, ο πρώτος ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε από τον πατέρα του παροχές αξίας 152.700,86 ευρώ, ποσό που καλύπτει όχι μόνο τη νόμιμη μοίρα αλλά και την εξ αδιαθέτου μερίδα του.

Ως προς τη δεύτερη ενάγουσα όμως, η οποία ουδεμία παροχή έλαβε από τον σύζυγό της, ούτε καταλείφθηκε περιουσία που να καλύπτει τη νόμιμη μοίρα της, η προς την εναγομένη γενόμενη εν ζωή δωρεά εκ μέρους του κληρονομούμενου είναι άστοργη, αφού με αυτή προσβάλλεται το δικαίωμα της. Επομένως, για να λάβει η δεύτερη ενάγουσα τη νόμιμη μοίρα, που της αναλογεί από την κληρονομία του συζύγου της, πρέπει να ανατραπεί η παραπάνω δωρεά, με την οποία μεταβιβάστηκε στην εναγομένη η ψιλή κυριότητα των 2/3 εξ αδιαιρέτου των περιγραφόμενων ακινήτων.

Για την εξεύρεση του αναλογούντος στην ενάγουσα ποσοστού της νόμιμης μοίρας, θα σχηματιστεί ένα κλάσμα με αριθμητή την αξία της νόμιμης μοίρας της και με παρονομαστή την αξία της επίμαχης δωρεάς, το εξαγόμενο δε αποτέλεσμα της διαίρεσης αντιστοιχεί στο ποσοστό της αυτό, ήτοι 56.625/453.000=0,125, ήτοι ποσοστό 12,5%, το οποίο και καλύπτει τη νόμιμη μοίρα της, κατά το ποσοστό δε αυτό πρέπει να ανατραπεί η δωρεά αυτή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, πρέπει ως προς μεν τον πρώτο ενάγοντα να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς δε τη δεύτερη ενάγουσα να γίνει εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη, ως προς : α) την αναγνώριση ότι είναι νόμιμη μεριδούχος του συζύγου της Γ.

Γ. του Β., β) την ανατροπή, κατά ποσοστό 12,5 % εξ αδιαιρέτου, της γονικής παροχής, που έγινε από το Γ. Γ. προς την εναγόμενη με το υπ' αριθμ..../2-10-2006 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Μ. Π.-Τ., γ) την υποχρέωση της εναγόμενης να αποδώσει στη δεύτερη ενάγουσα τη νόμιμη μοίρα της κατά το παραπάνω ποσοστό και δ) την καταδίκη της εναγόμενης σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας των 2/3 εξ αδιαιρέτου των αναφερόμενων στο πιο πάνω συμβόλαιο οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά ποσοστό 12,5 % εξ αδιαιρέτου, και αφού δέχθηκε την έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε κρίνει αντίθετα με το να απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 παρ.1 και 2 και 1834 ΑΚ κατά την εφαρμογή τους και ειδικότερα κατά τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας των αναιρεσειόντων, διότι ενώ δέχεται ερμηνεύοντας ορθά τις ίδιες διατάξεις, ότι δηλαδή για τον υπολογισμό της πλασματικής κληρονομικής ομάδας της νόμιμης μοίρας προστίθενται στην πραγματική κληρονομία και οι συνεισενεκτέες παροχές, στις οποίες προέβη προς τους μεριδούχους ο κληρονομούμενος, δεν πρόσθεσε τις εν ζωή γονικές παροχές προς τα τέκνα του και ειδικότερα στον πρώτο αναιρεσείοντα Γ.

Γ. τριών ακινήτων αντίστοιχης χρηματικής αξίας 138.700 (59.200 + 40.100 + 39.400) ευρώ, στο μη διάδικο Β. Γ. (γιο του κληρονομουμένου) τριών ακινήτων αντίστοιχης χρηματικής αξίας 125.900 (41.700 + 19.100 + 65.100) ευρώ και στην αναιρεσίβλητη Α. Γ. οκτώ ακινήτων αντίστοιχης χρηματικής αξίας 587.500 (40.600 + 23.800 + 35.400 + 34.700 + 111.400 + 219.300 + 35.600 + 86.700) ευρώ και επομένως οδηγήθηκε σε εσφαλμένο υπολογισμό της πλασματικής ομάδας της κληρονομίας, και εντεύθεν της αξίας της νόμιμης μοίρας των διαδίκων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τρίτος λόγος επίσης από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου (κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανόμενου σ' αυτόν νομικού σφάλματος στον αριθμό 1 του εν λόγω άρθρου και όχι από τον αριθμό 19), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.447/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, για ευθεία παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων με εσφαλμένη εφαρμογή, είναι βάσιμοι και γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί κατά το προαναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο , που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ' αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ.447/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.-

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. –

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.-

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2018.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ