Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to death of appellant and substantive grounds regarding property division.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her heirs against a lower court's decision on property division. The appellant had died before the hearing, triggering a procedural suspension that was later lifted by the heir, while the substantive appeal was rejected because the lower court properly evaluated evidence. The court ruled that the lower court did not act without proof when concluding that full distribution of the property was financially unsound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: The death of a party suspends the trial until the heir is notified, and an appeal is inadmissible if the appellant dies before the oral hearing concludes unless the heir properly initiates the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 902 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 902/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Γ. Χ., το γένος Λ. Σ., η οποία δεν παραστάθηκε αφού, όπως αναφέρεται στην από 11/5/2012 κλήση απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες - καθών η κλήση, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Ό. συζ. Σ. Δ., το γένος Γ. Χ., κατοίκου ... και 2) Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Γ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπίρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1086/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1047/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10/10/2008 αίτησή τους, η οποία προσδιορίστηκε, μετ' αναβολή, για τη δικάσιμο της 3/11/2010, οπότε ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 11/5/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 31/3/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 10/10/2008 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1047/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου ήταν πληρεξούσιός του.
Ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικος του, μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον για τον σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου. Ο κληρονόμος δεν μπορεί να κληθεί να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν περάσει η προθεσμία της αποποίησης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. … τόμος 15 έτος 2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Τμήματος Γάμων - Θανάτων της διεύθυνσης Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων αποδεικνύεται ότι η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Χ. απεβίωσε στις 7-5-2011 δηλαδή μετά την άσκηση της από 10-10-2008 αίτησης αναίρεσης, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 21-4-2010.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-11-2010 οπότε και ματαιώθηκε λόγω των δημοτικών εκλογών. Με την από 17-10-2010 κλήση του αναιρεσιβλήτου ορίστηκε δικάσιμος η 2-11-2011. Κατά τη τελευταία αυτή δικάσιμο της 2-11-2011 ο Χρήστος Καραμανώφ πληρεξούσιος δικηγόρος της Μ. Χ. γνωστοποίησε τον επισυμβάντα την 7-5-2011 θάνατό της και έτσι επήλθε βιαία διακοπή της δίκης.
Με την από 11-5-2012 κλήση του αναιρεσιβλήτου, στρεφομένη κατά των αναιρεσειόντων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 18-9-2013, αυτός προκάλεσε την επανάληψη της δίκης, προσκαλώντας αυτούς ατομικώς και ως κληρονόμους της Μ. Χ. για το σκοπό αυτό με την επίδοση της κλήσεως αυτής.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 7-5-2014 και στη συνέχεια για τη σημερινή δικάσιμο. Κληρονόμος της Μ. Χ., μετά την αποποίηση της κληρονομίας της μητέρας του εκ μέρους του Κ. Χ., είναι η αναιρεσείουσα Ο σύζυγος Σ. Δ. (βλ. υπ' αριθμ. .../25-7-2012 και .../25-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θ.
Μ. και υπ' αριθμ. .../18-1-2012 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας - Μαργαρίτας Βέρρα νόμιμα μεταγεγραμμένης και αντίγραφο εκθέσεως αποποιήσεως του Κ. Χ.).
Συνεπώς, νομίμως επαναλαμβάνεται η δίκη μεταξύ των αναιρεσειόντων Ο. Δ. ατομικώς και ως κληρονόμου της Μ. Χ. και του Κ. Χ. ατομικώς και του αναιρεσιβλήτου.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. .../25.7.2012 και .../25.7.2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικ.
επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Θ. Μ., ακριβές αντίγραφο της από 11.5.2012 κλήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσως και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες, δια θυροκολλήσεως, τηρηθεισών των νομίμων διατυπώσεων του άρθρου άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, για την δικάσιμο της 18.9.2013, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρχικώς για τις 7.5.2014 και στη συνέχεια για την παρούσα δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την τελευταία αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την μετά αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Επειδή, κατά το άρθρο 800 ΑΚ η διανομή γίνεται αυτουσίως αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας τους να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, κατά δε το άρθρο 480 § 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίσει την αυτουσία διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 481 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι'αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση, του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει το λόγο (ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, μετά από την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι είναι ιδανικοί συγκύριοι, ο ενάγων κατά 55% (ή 88/160), η πρώτη εναγόμενη κατά 11,25% (ή 18/160) και από 16,875% (ή 27/160) έκαστος των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, επί ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται στα "Τουρκοβούνια" Κυψέλης Αθηνών και δη στο δεύτερο όροφο ημιτριόροφης οικοδομής, κτισμένης επί του εκεί οικοπέδου (της Κ.Π.
του Δήμου Αθηναίων, εμβαδού 278,52 μ2, όπως αποτυπώνεται με τον αρ. 107 στο από Οκτωβρίου 1933 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Π. Α. και συνορεύει Ν.ΑΝ. με την οδό ... σε πλευρά 11 μ., Β.ΔΥΤ. με το 112 οικόπεδο του άνω διαγράμματος επί πλευράς 10,88 μ., Β.ΑΝ. με το 106 οικόπεδο του ιδίου διαγράμματος με πλευρά μ. 24,48 και Ν.ΔΥΤ. με τα 108 και 109 οικόπεδα του εν λόγω διαγράμματος με πλευρά 25,44 μ.).
Το κοινό αυτό ακίνητο, το οποίο έχει επιφάνεια 154,75 τμ και απεικονίζεται με τα στοιχ. Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, I, ΙΑ, IB, ΙΓ, ΙΔ, ΙΕ και ΙΣΤ στο από Απριλίου 1953 διάγραμμα του αρχ. μηχανικού Β. Ν., αποτελείται από κλιμακοστάσιο, προχώλλ, ιματιοθήκη, βοηθητικό αποχωρητήριο, χώλλ, γραφείο, λίβιγκ-ρούμ, καθημερινό, οφφίς, κουζίνα, δωμάτιο υπηρεσίας, βοηθητικό διάδρομο, λουτρό, δύο υπνοδωμάτια και στεγασμένη βεράντα και έχει ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 55,70%, ανήκει δε σε αυτό κατ' αποκλειστική χρήση η υπό στοιχ.
Α αποθήκη του υπογείου 6,45 τ.μ.. Προσέτι στο εν λόγω κοινό ακίνητο έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία με τον .../20-5-1953 Κανονισμό, νομίμως μεταγεγραμμένο, του Συμ/φου Αθηνών Ιωάννου Βασιλείου Κουγκούλου. Ήδη, ενόψει της ανακύψασας ασυμφωνίας μεταξύ των κοινωνών, (των εναγομένων αλυσιτελώς ισχυριζομένων, ότι η οικοδομή που βρίσκεται το επίδικο διατίθεται προς ανοικοδόμηση με το σύστημα της αντιπαροχής), περί τη συνέχιση της ανωτέρω κοινωνίας, καθίσταται απαραίτητη η λύση της με διανομή, και δη δικαστική, αφού οι κοινωνοί δεν συναίνεσαν στην εξώδικη τοιαύτη.
Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται προσθέτως και τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η αυτούσια διανομή, αν ελάμβανε χώρα, θα προσέκρουε στα νομικά πλαίσια της επί του επιδίκου συσταθείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας και των βάσει αυτής ισχυόντων δεδομένων, (αφού με δικαστική απόφαση δεν μπορεί να γίνει επανακαθορισμός και επαναπροσδιορισμός των θεσπισθέντων πολεοδομικών πραγμάτων με το συστατικό της οριζόντιας ιδιοκτησίας κανονισμό).
Πάντως, και υπό την εκδοχή, ότι το ανυπέρβλητο αυτό νομικό πρόσκομμα θα μπορούσε να υπερκερασθεί (παρακαμφθεί, πράγμα αδύνατον, όπως προαναφέρεται), σε κάθε περίπτωση θα ήταν ασύμφορη η αυτούσια διανομή χωρίς απομείωση της αξίας του επιδίκου (άρθρ. 480 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σχ. και ο Βαθρακοκοίλης στην ερμηνεία του Κ.Πολ.Δ., υπό το οικείο άρθρ., ό.π.), όπως άλλωστε σε τούτο συγκλίνει και η κατάθεση του ανωτέρω εξετασθέντος μάρτυρος-πολιτικού μηχανικού).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την αγωγή και απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ως άνω αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου εκ πλαγίου, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί του ότι η αυτούσια διανομή του επιδίκου ακινήτου είναι ή όχι δυνατή και συμφέρουσα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται όμως να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, η αυτούσια διανομή χωρίς απομείωση της αξίας του επιδίκου θα ήταν ασύμφορη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του, αφού εκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρος Α. Α. και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν και επομένως όχι χωρίς απόδειξη.
Συνεπώς, η ένδικη από 10-10-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1047/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημά του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση των Μ. χήρα Γ. Χ., Ό. συζ. Σ. Δ. και Κ. Δ. για αναίρεση των Μ. Γ. Χ., Ο. συζ. Σ. Δ. και Κ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1047/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ