Supreme Court allows appeal on statute of limitations violation regarding 1998 claims due to improper interpretation of Article 51 of Law 496/1974.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first and third defendants but allowed the appeal against the second defendant regarding 1998 claims. The plaintiffs argued that an out-of-court objection filed in December 2000 interrupted the statute of limitations, which the lower court incorrectly ruled did not apply to public entities. The Court found the lower court violated Article 51 of Law 496/1974 by rejecting the interruption claim without examining if the objection met substantive requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 51 of Law 496/1974; Article 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure: The lower court violated the statute of limitations law by a priori rejecting an out-of-court objection as a valid interruption mechanism without verifying its substantive compliance with legal requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 902 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 902/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ., 2) Κ. Μ., 3) Θ. Ν., 4) Γ. Α., 5) Ι. Μ., 6) Α. Μ., 7) Α. Τ., 8) Λ. Μ., 9) Ά. Μ., 10) Π. Ν. Τ., κατοίκων ... . Οι υπό στοιχεία 1, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο και κατέθεσαν προτάσεις. Η υπό στοιχείο 2 αναιρεσείουσα παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Φώτιου Κλαουδάτου και κατέθεσε προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (Ε.Ο.Τ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευή Τσαμούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." (Ε.Τ.Α. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 16/4/2009 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6822/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη παρέμβαση της τρίτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 302/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6822/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/4/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της ένδικης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι παρόντες αναιρεσείοντες, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και με προφορική στο ακροατήριο δήλωση του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκαν νομότυπα από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης τους έναντι των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων (ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" και "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", αντίστοιχα). Πρέπει, επομένως, έναντι αυτών η αίτηση να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) Από την υπ' αριθμ. 10038/9-1 -2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ο εκ των αναιρεσειόντων Ν. Θ. κλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως και ως προς αυτόν η υπόθεση, σαν να ήταν παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΑΠ (Ολ) 3/2006, 23/20Θ4, 11/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος), ορίζεται ότι "Πάν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.ο.53/1974 και έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΑΠ (Ολ.) 40/1998).
Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΔ, του εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξ άλλου, με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ... " και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".
Κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα των ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή.
Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετίας) έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξ άλλου με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ δεν αντίκειται στη κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της ισότητας. Η αυτή ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΠ (Ολ.) 38/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες, από μισθολογικές διαφορές, αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ", με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων και οι οποίες (αξιώσεις) αφορούσαν τα έτη 1997 και 1998, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 και από το λόγο αυτό απέρριψε την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (αρθρ. 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974), την οποίαν ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, ούτε προσκρούσει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974 (ΑΕΔ 9/2009, ΑΠ (Ολ.) 31/2007).
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 περιπτ. α'του ΝΔ 496/1974, η παραγραφή των αναφερόμενων στο άρθρο 48 αυτού χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. διακόπτεται και δια της υποβολής προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαιτήσεως, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαιτήσεως και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ. να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητα της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 1117/2007). Ο νόμος δεν εξειδικεύει τον τρόπο υποβολής της εν λόγω αιτήσεως, περί πληρωμής της απαιτήσεως.
Συνεπώς, μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, αρκεί αυτή να συγκεντρώνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 560 Κ.ΠολΔικ., οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων καθώς και των Πρωτοδικείων, που δικάζουν ως Εφετεία, υπόκεινται σε αναίρεση, για τους περιοριστικά στο άρθρο αυτό λόγους, στους οποίους, μεταξύ των οποίων και η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε σχετικά ότι, "αναφορικά με τις αξιώσεις του έτους 1998 έχουν και αυτές υποπέσει στο σύνολο τους στη διετή παραγραφή, διότι από το χρονικό διάστημα, που αρχίσει η παραγραφή, ήτοι 1-1-1998 (προδήλως από γραφική, παραδρομή αναφέρεται η 1-1998 αντί της 1-1-1999) μέχρι και 31-12-2000, που τελειώνει η παραγραφή, έχει συμπληρωθεί διετία, χωρίς να υπάρχει διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, καθόσον η αγωγή ασκήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλαδή στις 28-6-2001.
Επομένως αυτές οι αξιώσεις (έτους 1998) είναι παραγεγραμμένες. Όσον αφορά όμως τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι "επέδωσαν στον εναγόμενο την από 28-12-2000 εξώδικη διαμαρτυρία και διακόπηκε η παραγραφή, και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΝΔ 496/1974, δηλαδή μόνο με τους ειδικά για το Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ προβλεπόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων δεν είναι η εξώδικη διαμαρτυρία", πρέπει να γίνει δεκτό ότι με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, παρεβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 51 ΝΔ 496 1974, αφού, apriori και χωρίς να ερευνήσει αν η εν λόγω εξώδικη όχληση πληρούσε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής της, δέχθηκε ότι "στους προβλεπόμενους από τη διάταξη αυτή τρόπους διακοπής της παραγραφής, δεν περιλαμβάνεται η εξώδικη όχληση", προσδίδοντας έτσι στον κανόνα αυτόν ουσιαστικού δικαίου έννοια, διαφορετική από αυτή, που πράγματι έχει.
Μετά από αυτά, ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 51 Ν. Δ. 496/1974, την οποία ψευδώς ερμήνευσε, με το να δεχθεί ότι δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων τους και ειδικότερα του έτους 1998, εφόσον υπέβαλαν στην αναιρεσίβλητη την από 28-12-2000 εξώδικη δήλωση τους, με την οποία, επικαλούμενοι τις αναφερόμενες σ' αυτή ΣΣΕ και Δ.Α., οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με τις αμοιβές τους, ζητούν να συμμορφωθεί η αναιρεσίβλητη με αυτές και να τους καταβάλλει, τις προβλεπόμενες από αυτές αμοιβές, μετά δε από σχετική εκκαθάριση των απαιτήσεων τους, να τους καταβληθούν οι προκύπτουσες σχετικές διαφορές, για το επίδικο χρονικό διάστημα, πρέπει να γίνει δεκτός, και ως κατ' ουσίαν βάσιμος, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναίρεσε ιόντων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τις αναιρεσιβλήτους "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" και "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6822/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα,
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ