Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal of illegal construction removal based on new evidence. The court found the lower court failed to consider specific documents proving the construction dates were earlier than claimed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the second-instance judgment dismissing her claim for the removal of illegal structures. The appellant argued that the lower court ignored specific documents submitted to prove the structures were built in 1971 and 1980, rather than 1992 as claimed by the respondent. The court ruled that since the second-instance court explicitly stated it had considered all documents, yet still rejected the appellant's core claim based on the respondent's contradictory timeline, the second-instance decision was flawed and required remittal for re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; The second-instance court must rigorously examine all evidence submitted by the parties; if the court's reasoning contradicts its own finding that it considered all documents, the decision is flawed and must be set aside for re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 902 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 902/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατρούγκαλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου-καθ'ης η κλήση: ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6/3/2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 441/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 20/5/2008 κλήση της.
Εκδόθηκε η 918/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε εκ νέου την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2009 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 24/1/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε: α) την παραδοχή των τεσσάρων πρώτων λόγων αναιρέσεως, β) την εν μέρει παραδοχή των πέμπτου και έβδομου λόγων αναιρέσεως και γ) την απόρριψη του έκτου λόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας, στο Πρωτοδικείο Πατρών, ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξης κατάθεσης, και της χωριστής από 7-7-2009 κλήσης, που κατατέθηκε στο δικαστήριο τούτο, μετά τη διαδοχική έκδοση των υπ' αριθ. 441/2008 και 918/2009 αποφάσεων του δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά τις δικασίμους της 1-2-2008 και 15-3-2009 αντίστοιχα, ερήμην της αναιρεσίβλητης, και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για έμμεση και έμμεση απόδειξη και ανταπόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
Α.Π. 14/2005 και 2/2008). Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ότι, δηλαδή, το Εφετείο κατά την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας με την παραδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε : 1) για την απόδειξη του βασικού αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι η αναιρεσίβλητη ιδιοκτήτρια διαμερίσματος οικοδομής πολυόροφης, υπαγόμενης στο σύστημα του ν. 3741/1929 περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, στην οποία και η ίδια (αναιρεσείουσα), είναι επίσης ιδιοκτήτρια άλλου διαμερίσματος, ανήγειρε κατά το έτος 1992 δύο αυθαίρετες κατασκευές, δηλαδή υαλοστάσιο εμβαδού 12,72 τ.μ.
και υπόστεγο από ελλενίτ, εμβαδού 5,33 τ.μ. στον ημιυπαίθριο χώρο του διαμερίσματός της και 2) για την απόδειξη, κατά της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας στο να ζητήσει με την ένδικη αγωγή της την καθαίρεση των πιο πάνω αυθαίρετων κατασκευών, που κατά την αναιρεσίβλητη δεν ήταν πρόσφατες και έγιναν από τους δικαιοπάροχους των διαδίκων γονείς τους, και για την εξυπηρέτηση εκείνων κατά τα έτη 1971 και 1980 :
α) την υπ' αριθ. ... έκθεση αυτοψίας της πολεοδομίας, β) το υπ' αριθ. ...έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, και γ) το υπ' αριθ. ...έγγραφο της Διεύθυνσης ΠΕΧΩ Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που τα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο πιο πάνω βασικός αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για τη χρονολογία κατασκευής των ένδικων αυθαίρετων προσθηκών και έγινε δεκτός ο καταλυτικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης στηριζόμενος, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ότι οι ένδικες προσθήκες κατασκευάσθηκαν όχι κατά το έτος 1992 αλλά κατά τα έτη 1971 και 1980 δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω τρία έγγραφα για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού και από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε αυτή ειδικά και προσκόμισε νομίμως όλα τα πιο πάνω έγγραφα. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, όπως στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 89/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ