Legislator Case Law & Legislation
902/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague legal error claims and failure to request expert opinion.

Case Number 902/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the District Court's refusal to appoint an expert witness and the appellate court's rejection of the claimant's evidence. The appellant argued that the lower courts failed to order an expert opinion and misinterpreted public documents regarding property ownership. The court ruled that appointing an expert is within the lower court's discretionary power unless 'special' knowledge is required, and the appeal's legal error claim was inadmissible due to its lack of specificity.

Legislator headnote

AI generated

Art. 368 K.Pol.D; Art. 559 para. 19 K.Pol.D: The lower court's decision to refuse an expert opinion is not appealable unless 'special' knowledge is needed, and legal error grounds must be specific and detailed, not vague or referential.

Keywords

AI generated
expert witness appointment special knowledge requirement inadmissible appeal grounds vague legal error property ownership transfer discretionary power appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Art. 368 K.Pol.D
Art. 438 K.Pol.D
Art. 439 K.Pol.D
Art. 441 K.Pol.D
Art. 118 no. 4 K.Pol.D
Art. 566 para. 1 K.Pol.D
Art. 577 para. 3 K.Pol.D
Art. 578 K.Pol.D
Art. 559 no. 19 K.Pol.D
Art. 36 para. 3 last sentence of Law 1406/1983

Cited Case Law

AI generated
AP 32/1996 Olg.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 902 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 902/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2. ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ανανιάδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2005 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/9/2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 14.1.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Kατά τις διατάξεις του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).

Εκ τούτων συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης όπως αναφέρεται στο μεταγλωτισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δε δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο ότι απέρριψε την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, προς προσδιορισμό της ακριβούς θέσεως του διεκδικουμένου ακινήτου. Το αίτημα δε αυτό των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε από το Εφετείο, το όποιο έκρινε, χωρίς να υπάρχει παραδοχή ότι για την επίλυση του ζητήματος απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, η διενέργειά της ανήκε στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κυριαρχική εξουσία του.

II). Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί, που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (Ολ.

ΑΠ 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί του ότι "ουδεμία απολύτως υφίσταται περίπτωση κτήσεως της κυριότητας της επίδικης οικοπεδικής εκτάσεως από τον αντίδικό μας δι' εκτάκτου χρησικτησίας και τούτο, καθόσον τόσο ο ίδιος, όσο και οι δικαιοπάροχοί του, ούτε ενέμοντο την επίδικη έκταση επί όσο χρόνο όσος απαιτείται για την απόκτηση των προσόντων τακτικής χρησικτησίας, ούτε βεβαίως απεδέχθησαν (οι δικαιοπάροχοι του αντιδίκου) την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία το έτος 1952...", παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά γεγονότα αυτά είχαν προβληθεί παραδεκτώς απ' αυτούς.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, πρέπει, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται στο μέρος αυτό αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ως εκ τούτου δεν αποτελούν και "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

III). Σύμφωνα με την διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει καθώς και αν παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ενώ από εκείνη του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου συνάγεται ότι ο εξ αυτής αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ. Στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ότι το δικάσαν Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, από δε την γενική αυτών αναφορά σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής προκύπτει, χωρίς δισταγμούς ή αμφιβολίες ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της δίκης και τις με αριθμό ...

και ... οικοδομικές άδειες του τμήματος πολεοδομίας και πολεοδομικών εφαρμογών ..., καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα των πολιτικών μηχανικών ... και ..., που υποβλήθηκαν για την έκδοση των ως άνω οικοδομικών αδειών, τις οποίες μάλιστα μνημονεύει και αξιολογεί ειδικώς, και γι' αυτό ο 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των εν λόγω εγγράφων, είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος της αιτήσεως, κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 12 του άνω άρθρου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν περαιτέρω την αιτίαση ότι το δικαστήριο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των ανωτέρω δημοσίων εγγράφων, ως προς το ζήτημα αν η επίδικη έκταση αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας τους, είναι απαράδεκτος αφού το αποδεικτέο αυτό περιστατικό δεν είναι εξ εκείνων για τα οποία τα επικαλούμενα ως άνω δημόσια έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη σύμφωνα με τα άρθρα 438, 439, και 441 ΚΠολΔ.

IV). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να περιλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως και επί πλέον να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Α.Π 32/1996 Ολ.).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, αλλά ούτε και εξειδικεύεται επαρκώς το σφάλμα του Εφετείου, ως προς την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας του αναιρεσιβλήτου (έκτακτη χρησικτησία), αλλά προβάλλονται αλυσιτελώς, και όλως αορίστως, αιτιάσεις κατά του παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας του τελευταίου, σχετικά με τον ακριβή χρόνο μεταγραφής και αποδοχής της κληρονομίας εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του, που όμως, και ανεξάρτητα από τον χρόνο που έγινε, ενεργεί αναδρομικώς, με αποτέλεσμα η κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων να μεταβιβασθεί στον κληρονόμο από του χρόνου θανάτου του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.9.2005 αίτηση των ... κ.λ.π. για αναίρεση της 93/2005 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου , τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ