Supreme Court dismisses appeal against conviction for aggravated theft from religious site due to lack of specific facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for aggravated theft from a religious site. The lower court found the appellant guilty based on insufficient evidence regarding the specific location and nature of the stolen items. The court ruled that the appeal arguments failed because the lower judgment lacked necessary factual details and the procedural objection regarding witness testimony was unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 372, 374 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: For a theft to constitute the aggravated offense of stealing from a place of religious worship, the judgment must explicitly state the specific place and the nature of the items; failure to do so renders the conviction invalid, and the court cannot rely on general assumptions regarding witness credibility without specific request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 902 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 902/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Γ. του Β., κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τεντολούρη, περί αναιρέσεως της 36-40/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 23 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 65/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 α' του ΠΚ, κλοπή είναι η αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου, με το σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, τιμωρείται δε αυτή στη βασική μορφή της με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 περίπτ. α' Π.Κ., η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία αφαιρέθηκε πράγμα αφιερωμένο σ' αυτή. Η διάταξη αυτή προβλέπει διακεκριμένη περίπτωση κλοπής, πρέπει δε να συντρέχει για το χαρακτηρισμό της ως κακουργήματος περίπτωση κλοπής, όπως διαγράφεται στο άρθρο 372, και επί πλέον η άνω επιβαρυντική περίπτωση, δηλαδή: 1) πράγμα αφιερωμένο στη θρησκευτική λατρεία, και 2) κλοπή του από τόπο προορισμένο γι' αυτή. Τόποι θρησκευτικής λατρείας είναι οι εκκλησίες [ναοί], συναγωγές και γενικά ευκτήριοι τόποι κάθε γνωστής κατά το Σύνταγμα θρησκείας, πράγματα δε αφιερωμένα στη θρησκευτική λατρεία νοούνται οι εικόνες και τα ιερά σκεύη γενικά, τα αναγκαία αμέσως, για τις θρησκευτικές τελετές. Ο δόλος του δράστη περιλαμβάνει τη γνώση ότι το εν λόγω πράγμα είναι αφιερωμένο στη θρησκευτική λατρεία και ότι ο τόπος που βρίσκεται είναι προορισμένος γι' αυτή. -
ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων, Α. Γ., καταδικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, κατά συρροή, και διακεκριμένη κλοπή, επιβλήθηκε δε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης, 12 ετών για κάθε απόπειρα ανθρωποκτονίας, και 6 ετών για τη διακεκριμένη κλοπή, και συνολικά κατά συγχώνευση ποινή κάθειρξης 19 ετών, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε, μετ' εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία μνημονεύει κατ' είδος [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία του κατηγορούμενου], δέχθηκε ανελέγκτως σε σχέση κυρίως με το έγκλημα της διακεκριμένης κλοπής, το οποίο και μόνο αφορά ο προβαλλόμενος, με το κύριο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ, λόγος, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Τον Μάιο του 1988 περιήλθαν πληροφορίες στο Τμήμα Ασφάλειας Τρικάλων ότι στην περιοχή υπήρχαν άτομα που διέθεταν προς πώληση ιερές εικόνες που ήταν αφιερωμένες στη θρησκευτική λατρεία. Ο Α. Π., αρχιφύλακας τότε της ως άνω υπηρεσίας, μετά από εντολή από τον προϊστάμενο του, εμφανιζόμενος ως αγοραστής, ήλθε σε επαφή με τον Β.
Κ., στον οποίο απέκρυψε την ιδιότητά του ως αστυνομικού, και του δήλωσε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει παλαιές εικόνες. Ο τελευταίος του είπε ότι τέτοιες εικόνες, που είχαν κλαπεί από εκκλησίες της Θεσσαλίας, τις είχαν στην κατοχή τους και τις πουλούσαν ο κατηγορούμενος [αναιρεσείων] και ο Α. Τ., με τους οποίους μπορούσε να τον φέρει σε επαφή για την επίτευξη της σχετικής αγοραπωλησίας.
Πράγματι, στις 23-5-1988 και περί ώρα 23.30 ο άνω αρχιφύλακας, [εξετάστηκε ως μάρτυρας] συνοδευόμενος από τον αστυφύλακα Σ. Β., [εξετάστηκε επίσης ως μάρτυρας], που εμφανίσθηκε ως εκτιμητής με γνώσεις αξιολογήσεως παλαιών εικόνων συναντήθηκε σε ερημική τοποθεσία, ανάμεσα στο ..., με τον ως άνω μεσολαβητή και τους πωλητές Α.
Τ. και τον κατηγορούμενο, οι οποίοι έφεραν μαζί τους πενήντα εικόνες. Τις εικόνες αυτές τις είχαν κλέψει ο Α. Τ. και ο κατηγορούμενος από εκκλησίες της Θεσσαλίας, από τις οποίες ο φερόμενος ως αγοραστής αρχιφύλακας Α. Π. και ο συνοδεύων αυτόν εκτιμητής επέλεξαν δεκαεπτά. Οι εν λόγω εικόνες, όπως τους δήλωσε ο Α.
Τ. και ο κατηγορούμενος, είχαν κλαπεί από τα Μετέωρα και διάφορες εκκλησίες της Θεσσαλίας και ήταν παλαιές, όπως αυτή του Αγίου Γεωργίου Γεωργανάδων Τρικάλων και είχαν χώματα γιατί τις είχαν κρύψει σε κοπριά. Η μία εικόνα ήταν μεγάλη και επίχρυση και από την κοπριά και την υγρασία είχε χαλάσει. Οι 14 από αυτές ήταν διαστάσεων 50 χ 70 εκ.
και οι τρεις πιο μικρές. Μεταξύ αυτών ήταν και μία εικόνα του Αγίου Γεωργίου, μία του Αγίου Σπυρίδωνος, μία του έτους 1831, ένα τρίπτυχο που δεν είχε ένα τμήμα του (βλ. καταθέσεις Α. Π. και Σ. Β. στα πρακτικά συνεδριάσεως του Μ.Ο.Δ. και στην υπ' αρ.110-115 / 1995 απόφαση Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας με την οποία αμετακλήτως κρίθηκε ένοχος και ο Α.
Τ. για διακεκριμένη κλοπή των ως άνω εικόνων). Τότε οι παραπάνω, μετά από μεταξύ τους συνεννοήσεις, ζήτησαν ως τίμημα δέκα εκατομμύρια δραχμές, από τις οποίες ένα εκατομμύριο θα ήταν η αμοιβή του μεσολαβήσαντος στην αγοραπωλησία Β. Κ.. Έτσι έμειναν σύμφωνοι να συναντηθούν στις 26-5-1988 στη διασταύρωση της παλαιάς Εθνικής ..., προκειμένου να ολοκληρωθεί η πώληση των δεκαεπτά αυτών εικόνων και να παραδοθούν στον Α.
Τ. με την ταυτόχρονη καταβολή από αυτόν του άνω συμφωνηθέντος τιμήματος. Πράγματι στις 26-5-1988 μεταξύ της 21.30 και 22.00 ώρας έφθασαν στο συμφωνημένο σημείο ο αρχιφύλακας Α. Π. οδηγώντας κλειστό αυτοκίνητο VOLKSWAGEN με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας, ο δήθεν εκτιμητής, αστυφύλακας Σ. Β., οδηγώντας το ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο του, και ο Β.
Κ. μαζί με τον Α. Τ., με αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δεύτερου. Οι τελευταίοι ζήτησαν να δουν τα χρήματα, όπως και έγινε, και μετά υπέδειξαν στους (φερόμενους ως αγοραστή και εκτιμητή των ιερών εικόνων) αστυνομικούς να κατευθυνθούν με τα αυτοκίνητα τους στο γήπεδο της ... όπου κατά τους ισχυρισμούς τους βρίσκονταν οι εικόνες αυτές για να τις παραδώσουν με ταυτόχρονη καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος των 10.000.000 δρχ.
Οι αστυνομικοί συμφώνησαν, και όταν τα τρία αυτοκίνητα έφθασαν στο γήπεδο εκείνο, ο Α. Τ. εισήλθε στο αυτοκίνητο του Α. Π., κάθησε στη θέση του συνοδηγού, και του υπέδειξε να προχωρήσει λίγο ακόμη ώστε να φθάσουν ακριβώς στο σημείο που ήταν οι εικόνες. Στο αυτοκίνητο VW που οδηγούσε ο Α. Τ. είχαν ωστόσο επιβιβασθεί κρυφά, μετά από σήμα των συναδέλφων τους, ακόμη πέντε αστυνομικοί που ήταν κρυμμένοι στην περιοχή όπου είχε γίνει η πρώτη συνάντηση, και συγκεκριμένα οι:
Ι. Σ. και Π. Φ., που εξετάστηκαν ως μάρτυρες στο ΜΟΕ, Δ. Γ., που είχε και τη διεύθυνση της επιχείρησης, καθώς και οι Α. Γ. και Κ. Κ., οι καταθέσεις των οποίων διαλαμβάνονται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και οι οποίοι ήταν ξαπλωμένοι στο δάπεδο του κουβουκλίου του αυτοκινήτου για να μη γίνουν αντιληπτοί.
Στη συνέχεια αναφέρεται στην απόφαση ότι όταν οι αστυνομικοί, αποφασίζοντας να δράσουν, προσπάθησαν να ακινητοποιήσουν τον Α. Τ., αυτός έθραυσε με τα πόδια του τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, προδήλως για να ειδοποιήσει ότι είχαν αποκαλυφθεί, τον αναιρεσείοντα που καθόταν στην καρότσα ενός αγροτικού αυτοκινήτου, σταματημένου σε απόσταση 25 μέτρων μπροστά από το VW, καθώς και τον οδηγό του αυτοκινήτου αυτού Δ.
Γ., και ότι ο αναιρεσείων, αντιλαμβανόμενος ότι οι δήθεν αγοραστές ήταν αστυνομικοί, για να εμποδίσει τη σύλληψή του, καθώς και τη σύλληψη των λοιπών συμμετόχων, αποπειράθηκε να θανατώσει τους αστυνομικούς Α. Π. και Σ. Β. πυροβολώντας εναντίον τους με κυνηγετική καραμπίνα, που είχε φροντίσει να έχει μαζί του, και την οποία είχε οπλίσει με φυσίγγια κατάλληλα για αγριογούρουνο.
Τα παραπάνω περιστατικά, τονίζει, καταλήγοντας, το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο, προκύπτουν ευθέως από τις σαφείς καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι έλαβαν μέρος στα διαδραματισθέντα, και τα αντιλήφθηκαν "ιδίοις όμμασι", καθώς και από όλα τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αντικρούονται δε από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο.
Με αυτά που δέχθηκε το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο, καθ' όσον αφορά την πράξη της διακεκριμένης κλοπής που ενδιαφέρει εν προκειμένω, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της, από κοινού, διακεκριμένης κλοπής πραγμάτων αφιερωμένων στη θρησκευτική λατρεία για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 372 παρ. 1 α' και 374 περ.
α' του ΠΚ που εφάρμοσε. Ειδικότερα: Στην απόφαση αναφέρονται ρητώς ότι [α] οι 50 εικόνες που ο κατηγορούμενος από κοινού με τον Α. Τ. είχαν αφαιρέσει με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους, ήταν αφιερωμένες στη θρησκευτική λατρεία, 2) η κλοπή τους έγινε από εκκλησίες, δηλαδή από τόπους προορισμένους για τη θρησκευτική λατρεία, και [γ] ο αναιρεσείων γνώριζε την ιδιότητα των άνω εικόνων, και των τόπων που βρίσκονταν, από τους οποίους τα αφαίρεσε, από κοινού με τον πιο πάνω συναυτουργό, με τον προαναφερόμενο σκοπό.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της απόφασης να περιγράφονται λεπτομερώς όλες οι εικόνες που έκλεψε, ούτε οι συγκεκριμένες εκκλησίες από τις οποίες αφαιρέθηκαν, ενόψει των υπόλοιπων παραδοχών της απόφασης, [α] περί του ότι επιδείχθηκαν οι 50 εικόνες στους προαναφερόμενους αστυνομικούς που εξετάστηκαν ως μάρτυρες, έγινε δε μάλιστα επιλογή από τους ίδιους 17 εξ αυτών, και [β] περί των δηλώσεων του αναιρεσείοντος, και του συναυτουργού του, καθώς και του μεσολαβήσαντος Β.
Κ., στους προαναφερόμενους αστυνομικούς, ως προς την προέλευση των εικόνων και τον τρόπο που τις είχαν αποκτήσει [με κλοπή από ναούς μονών των Μετεώρων και της Θεσσαλίας], αλλά και [γ] ενόψει των περαιτέρω παραδοχών της σε σχέση με τον τρόπο που έδρασε ο αναιρεσείων και ο συναυτουργός του, που έχει ήδη καταδικασθεί αμετάκλητα για την ίδια πράξη, τόσο όταν προσπάθησαν να πωλήσουν τις εικόνες όσο και όταν προσπάθησαν να διαφύγουν.
Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την άνω πράξη της διακεκριμένης κλοπής, δεν εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τις αποδείξεις και τις σκέψεις και συλλογισμούς που την οδήγησαν στη υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη του άρθρου 374 περ.
α' του Π.Κ., διότι δεν αναφέρει με ποιο τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες τέλεσε την πράξη αυτή, σε ποιους ναούς εισήλθε, αν βρέθηκαν αποτυπώματά του, αν οι εικόνες ήταν αφιερωμένες στη θρησκευτική λατρεία, δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένοι τόποι προέλευσής τους, και δεν αιτιολογείται ο δόλος του, είναι αβάσιμες, γι' αυτό και ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' λόγος της κύριας αίτησης στον οποίο διαλαμβάνονται οι πιο πάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν υφίσταται τέτοια ειδική υποχρέωση του δικαστή όπως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία τους και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση.
Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του, του λόγου σε αυτούς μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα για να εκθέσουν τις απόψεις και παρατηρήσεις τους σχετικά με την αξιοπιστία του, και έτσι ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
IV. -Με το δεύτερο λόγο του πιο πάνω από 23.12.2005 δικογράφου των προσθέτων, που κατατέθηκε στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 27.12.05, πλήττεται η άνω απόφαση του Μεικτού Ορκωτού για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, καθ' όσον αφορά τις διατάξεις της για την πράξη της ανθρωποκτονίας κατά συρροή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν πλήττεται ως προς το κεφάλαιο τούτο η απόφαση με το κύριο δικόγραφο της αναίρεσης, και συνεπώς η απόφαση κατέστη ως προς την πράξη αυτή αμετάκλητη.
V. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.12.2004 αίτηση του Α. Γ. για αναίρεση της 36-40/2004 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ