Supreme Court dismisses bank's appeal on damages calculation, ruling interest income is not compensable loss.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of First Instance's decision regarding damages in a securities dispute. The bank argued that interest income received from bond issuers should be offset against losses from capital loss, but the Court of First Instance rejected this. The Supreme Court upheld this decision, ruling that the interest income did not stem from the capital loss event but from the bank's own investment decisions, and thus could not be used to calculate damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298(a), 914 of the Civil Code; Damages cannot be calculated by offsetting interest income derived from the same capital that was lost, as such income does not originate from the damaging event but from the investment itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 901 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 901/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Δ. του Α., 2) Ε. Κ. του Ν., συζύγου ι. Δ., 3) Α. Δ. του Ι., απάντων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3988/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 347/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1109/2019).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς."...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perpetual bonds", δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή", ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας" ομόλογα συνιστούν ομολογίες οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.
Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.
Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 536/2019).
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.
α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι ενάγοντες εκ των οποίων ο πρώτος και ο τρίτος το έτος 2005 ασκούσαν το επάγγελμα του φανοποιού και η δεύτερη ασχολείτο με τα οικιακά, άπαντες δίχως ανωτάτου επιπέδου μόρφωση, επί έτη διατηρούσαν τις αποταμιεύσεις τους στο κατάστημα της εναγομένης στο ..., σε τραπεζικούς, καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς, με συνδικαιούχους τους ίδιους, για να λαμβάνουν ως κέρδος τους τόκους και με βέβαιο το αμετάβλητο του κεφαλαίου τους που προόριζαν για τη μελλοντική εξασφάλιση της οικογένειάς τους.
Κατόπιν παροτρύνσεων από την υπάλληλο της τράπεζας Α. Κ. για καλύτερη εξυπηρέτηση και επωφελέστερες, των προθεσμιακών καταθέσεων, επενδύσεις, ενόψει και του ποσού των αποταμιεύσεων που διέθεταν, απευθύνθηκαν στην "....." με αποτέλεσμα την 6-05-2005 να συνάψουν με την εναγομένη και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", οι οποίες αποτελούν την "...", την με αριθμό 552009 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η ανωτέρω σύμβαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος με την με αριθμό Ρ 552009 πρόσθετη πράξη αυτής που τιτλοφορείται "ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΡΑΞΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΛΗΨΗ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΕΝΤΟΛΩΝ" και τα παραρτήματα:
Γ, με τίτλο "Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο Προφίλ - Ειδικές Εντολές Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο", Δ με τίτλο "Επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής", Ε με τίτλο "Παραδοχές Αποτίμησης" καθώς και τρία έγγραφα με τίτλο "Στοιχεία Επενδυτή Φυσικό Πρόσωπο", στα οποία καταχωρήθηκαν τα προσωπικά στοιχεία των εναγόντων-επενδυτών, η διεύθυνση κατοικίας τους για την αιτούμενη αλληλογραφία και ο αριθμός λογαριασμός που τηρούσαν στην εναγομένη.
Επίσης στην ανωτέρω σύμβαση περιλαμβανόταν και η με ίδια ημερομηνία Ανέκκλητη Εντολή- Εξουσιοδότηση, δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες παρείχαν την ενυπόγραφη εξουσιοδότησή τους προς τις αντισυμβαλλόμενές τους, μεταξύ άλλων, και για χρήση του λογαριασμού που τηρείτο στο όνομά τους στην εναγόμενη για εξυπηρέτηση της εν λόγω σύμβασης.
Στην ανωτέρω σύμβαση που συνυπογράφηκε στο σύνολό της από τους συμβαλλομένους περιλαμβάνονται προδιατυπωμένοι όροι, κατά τους οποίους, οι αντισυμβαλλόμενες των εναγόντων ανέλαβαν την υποχρέωση της κατάρτισης συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου τους, επί του συνόλου των χρηματοπιστωτικών μέσων που προβλέπονταν από το ν. 2396/1996, κατά τις εντολές τους, δίχως να εγγυώνται οποιαδήποτε αποτέλεσμα των επενδύσεων, ούτε να ευθύνονται για οποιαδήποτε ζημία που τυχόν θα υποστούν αυτοί από συναλλαγή που καταρτίσθηκε ως αποτέλεσμα εκτέλεσης της εντολής τους, οι ενάγοντες δε δήλωσαν ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις αντισυμβαλλόμενες τους είναι απόρροια ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές τους.
Επίσης, στο Παράρτημα Δ της σύμβασης αναφερόταν οι βασικοί και ειδικοί κίνδυνοι που υπάρχουν στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου και τους οποίους αναλαμβάνει ο επενδυτής, η βασική αρχή, την οποία όφειλαν να γνωρίζουν οι επενδυτές, ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνουν, ότι οι κάθε φύσης επενδυτικές επιλογές ενέχουν από τη φύση τους κινδύνους μείωσης της αξίας της επένδυσης, για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενες εταιρίες, είτε εκτελούσαν τις παραγγελίες τους, είτε διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιό τους, δεν έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη, και έτσι δεν ήταν δυνατή η εξόφληση/εγγύηση οποιουδήποτε επιπέδου απόδοσης, ούτε η βέβαιη διαφύλαξη ή αύξηση του επενδυτικού κεφαλαίου, το οποίο στο σύνολό του υπόκειντο στους κάθε φύσης επενδυτικούς κινδύνους.
Κατά την υπογραφή της σύμβασης, οι ενάγοντες απάντησαν στο επενδυτικό ερωτηματολόγιο για τον προσδιορισμό του προφίλ τους ως επενδυτών. Σύμφωνα με τις απαντήσεις τους το είδος του χαρτοφυλακίου που αντιπροσώπευε καλύτερα τους επενδυτικούς τους στόχους ήταν αυτό της συντηρητικής κατανομής επενδύσεων με βραχυπρόθεσμη μάλιστα διάρκεια στοχεύοντας στην προστασία του αρχικού κεφαλαίου, στόχους που είχαν γνωστοποιήσει και προφορικώς στους υπαλλήλους της εναγομένης.
Ακόμα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, δεν είχαν τις ειδικές γνώσεις ή εμπειρία, για την επωφελή τοποθέτηση των κεφαλαίων τους, εκτός αυτής των προθεσμιακών καταθέσεων, και για το λόγο αυτό δεν μπορούσαν να κατανοήσουν και να αξιολογήσουν τα εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα και να τα ταξινομήσουν ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή τους.
Για την επιλογή τους αυτή χρειάζονταν την αποφασιστική συνδρομή των εξειδικευμένων υπαλλήλων της προαναφερόμενης διεύθυνσης της εναγομένης, που διέθεταν εμπειρία και γνώση στα χρηματοπιστωτικά θέματα. Γι' αυτό το λόγο άλλωστε τους παρέπεμψε εκεί η υπάλληλος του καταστήματος της εναγόμενης τράπεζας στον ..., η οποία τους γνώριζε και τους εξυπηρετούσε στις απλές τοποθετήσεις των χρημάτων τους σε καταθετικούς λογαριασμούς και προθεσμιακές καταθέσεις, στις οποίες προέβαιναν οι ενάγοντες μέχρι τότε.
Επομένως ναι μεν η υπογραφείσα μεταξύ αυτών σύμβαση εξειδικεύεται με την πρόσθετη πράξη αυτής ως βασική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - διαβίβαση λήψης και διαβίβασης εντολών, πλην όμως, ως αποδείχθηκε, μεταξύ των διαδίκων υφίστατο παράλληλα και άτυπη προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, τις οποίες υποχρεούντο να παρέχουν οι εξειδικευμένοι προς τούτο αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης, για τη διαμόρφωση της επενδυτικής επιλογής των επενδυτών-εναγόντων, λαμβανομένης υπόψη και της ολοσχερής έλλειψης ειδικών γνώσεων και εμπειρίας των τελευταίων, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της εναγομένης ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι αυτή της λήψης και διαβίβασης εντολών, επικαλούμενη ειδικότερα ότι αυτή καταρτίστηκε μόνο για την εκτέλεση των εντολών των εναγόντων για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων κατόπιν δικής τους αποκλειστικά απόφασης και χωρίς την οποιαδήποτε συμβουλή ή άλλη σχετική υπηρεσία των υπαλλήλων της, οι οποίοι απλώς τους ενημέρωναν για τα διαθέσιμα επενδυτικά προϊόντα.
Η ανωτέρω κρίση δεν ανατρέπεται από την έλλειψη συμφωνηθείσας αμοιβής για παροχή συμβουλών διότι, ακόμη και η προσδοκία προσέλκυσης πελατών ή η ενίσχυση των δεσμών συνεργασίας με τους, ήδη, υπάρχοντες, αποτελούν ένα είδος οικονομικού οφέλους ... Ακολούθως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες προέβησαν, στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης, και κατόπιν των συμβουλών των υπαλλήλων της εναγομένης, μεταξύ άλλων, :
α) δυνάμει της από 10-5-2005 εντολής της δεύτερης εξ αυτών, στην αγορά τίτλων ..... PERP/CALL 18/02/2015 EUR1 οι οποίοι φέρουν το τίτλο "ομόλογο" με ISIN DEOOOAODX3M2, που είχαν εκδοθεί από την εταιρία ..... ονομαστικής αξίας 250.000,00€, καθαρής τιμής 97,25 και ποσού διακανονισμού 246.541,67€ και β) δυνάμει της από 23-2-2010 εντολής του πρώτου εξ αυτών στην αγορά ομοίων τίτλων, ονομαστικής αξίας 54.000,00€, καθαρής τιμής 51,0000 και ποσού διακανονισμού 27.619,25€.
Στις ανωτέρω εντολές αναγράφεται επίσης στην μεν πρώτη στην ένδειξη "τρέχον κουπόνι: 0,00" στις δε "Παρατηρήσεις: έτος 1 έως 5: 6% και μετά συννημένο", στη δε δεύτερη στην ένδειξη "τρέχον κουπόνι: 7,548". Επίσης αποδείχθηκε ότι μια μέρα πριν τη δεύτερη ανωτέρω συναλλαγή, ήτοι την 22-2-2010 επιδείχθηκε στον πρώτο ενάγοντα και υπογράφηκε από αυτόν το από 22-2-2010 έγγραφο της ...
TIER1, αποτελούμενο από δύο φύλλα. Στο πρώτο φύλλο αυτού αναφέρεται ως εκδότης η "...", τύπος έκδοσης "…....", εγγυητής η εναγομένη, τύπος εγγύησης "εγγύηση μειωμένης εξασφάλισης", πιστοληπτική διαβάθμιση "Moodys .../S&P BBB-/... ...+", ημερομηνία έκδοσης 18-02-2005, ημερομηνία λήξης "Διηνεκής (Perpetual)", τιμή έκδοσης 100,00% της ονομαστικής αξίας, τοκομερίδιο "Μεταβαλλόμενο ως ακολούθως:
από έτος 1 έως 5 : 6% από έτος 6 και έπειτα 4x(CMS10yr-CMS2yr). Ελάχιστο τοκομερίδιο 3,25%. Μέγιστο τοκομερίδιο : CMS10 "10ετές Euro swap όπως εμφανίζεται στην οθόνη Reuters lSDAFlX2 στις 11.00 CET δυο εργάσιμες ημέρες πριν την έναρξη κάθε ετήσιας περιόδου εκτοκισμού", CMS2 "2ετές Euro swap όπως εμφανίζεται στην οθόνη Reuters lSDAFlX2 στις 11.00 CET δυο εργάσιμες ημέρες πριν την έναρξη κάθε ετήσιας περιόδου εκτοκισμού", μέθοδος υπολογισμού τοκομεριδίων "301360 (χωρίς προσαρμογές)", συχνότητα πληρωμής τοκομεριδίων "ετησίως στις 18 Φεβρουαρίου", ονομαστική αξία εκάστης ομολογίας "Ευρώ 1.000,00", δικαίωμα πρόωρης ανάκλησης ομολογίας :
Ό εκδότης διατηρεί το δικαίωμα πρόωρης ανακλήσεως των ομολογιών εφόσον έχει προβεί σε σχετική δήλωση το αργότερο εξήντα (60) και το νωρίτερο σε τριάντα (30) ημέρες νωρίτερα. H αξία διακανονισμού κατά τις Ημερομηνίες Πρόωρης Ανακλήσεως ορίζεται στο 100,00% της Ονομαστικής Αξίας Εκάστης Ομολογίας", ημερομηνίες πρόωρης ανακλήσεως "Εκάστη ημερομηνία πληρωμής τοκομεριδίου μετά την πρώτη Ημερομηνία Πρόωρης Ανακλήσεως την 18η Φεβρουαρίου 2015", εργάσιμες ημέρες "TARGET (Συνθήκη Επόμενης Εργάσιμης Ημέρας)", χρηματιστήριο διαπραγμάτευσης "A.
F.", ISIN :DEOOOAODX3M2. Στο έγγραφο αυτό επίσης αναφέρεται ότι "Ουδεμία εγγύηση παρέχεται για κεφάλαιο και απόδοση στο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση και πριν τη λήξη της ομολογίας και η τιμή της μπορεί να παρουσιάσει σημαντική διακύμανση κάτω και πάνω από την τιμή έκδοσής της". Κάτωθι δε του προδιατυπωμένου κειμένου "Έλαβα γνώση, κατενόησα και αποδέχομαι τους όρους της παραπάνω επένδυσης", βρίσκονται οι ενδείξεις:
τόπος (...ς), ημερομηνία (22-02-10), αριθμός σύμβασης (Ρ552009), το ονοματεπώνυμο και η υπογραφή του πρώτου ενάγοντος. Στο δεύτερο φύλλο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο φέρει στο πάνω μέρος αυτού αριστερά την ένδειξη "..." και δεξιά την ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 2005, μεταξύ άλλων, αναφέρεται "...συστήνεται η τοποθέτηση μικρού μέρους των κεφαλαίων και σε επενδύσεις οι οποίες δίνουν σημαντικά υψηλότερες σταθερές αποδόσεις από τα τρέχοντα επιτόκια για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και στη συνέχει προσφέρουν μεταβλητή απόδοση η οποία εξαρτάται από τη διαφορά μεταξύ μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων επιτοκίων (10ετές μείον 2ετές Euro Swap)...
Συνεπώς ο επενδυτής των συγκεκριμένων Υβριδικών Ομολογιών θα πρέπει να έχει ιδιαίτερα μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα και να κατανοεί τους κινδύνους της τοποθέτησης. Συγκεκριμένα : 1. Η συγκεκριμένη Υβριδική ομολογία ενέχει τον κίνδυνο ιδιαίτερα χαμηλών κουπονιών (με κατώτερο όριο το 3,25%) σε περιόδους κατά τις οποίες η διαφορά 10ετών - 2ετών Euro Swap παρουσιάζει συρρίκνωση ή γίνεται αρνητική ("yield curve flattening", "yield cupve inversion"), 2.
Ο επενδυτής θα πρέπει να γνωρίζει ότι η πληρωμή του ετησίου κουπονιού εξαρτάται και από τη δυνατότητα της ... ΒΑΝΚ να διανέμει μέρισμα στους μετόχους της, αν και οι κάτοχοι των συγκεκριμένων αξιογράφων έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τους κατόχους Κοινών Μετοχών της ... ΒΑΝΚ. 3. Η πώληση της ομολογίας δευτερογενώς ενέχει τον κίνδυνο σημαντικής κεφαλαιακής απώλειας.
Η τιμή της Ομολογίας εξαρτάται από α) τα εκάστοτε επίπεδα των μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων επιτοκίων Euro Swap τα οποία καθορίζουν την τρέχουσα (spot) και μελλοντική (forward) κλίση των επιτοκίων, β) την πιστοληπτική ικανότητα της ... ΒΑΝΚ, και γ) τη δυνατότητά της να διανείμει μέρισμα". Ακόμα την 25-02-2010, ήτοι μετά την αγορά των ανωτέρω τίτλων παραδόθηκε στη δεύτερη ενάγουσα ένα έγγραφο που τιτλοφορείται 'BOND SERIES' της ...
GROUP ZERSEY LTD στο οποίο στις αντίστοιχες ενδείξεις αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο πρώτο φύλλο αυτού: "Είδος ομολόγου : ΒΑΝΚ GUARANTEED, ποσό εκδόσεως: 600.000.000, Πιστοληπτική διαβάθμιση: ... ΒΑ1, S&P Q Β+/*-, ... ...-, ημερομηνία έκδοσης 18-2-2005, ημερομηνία λήξεως ΕΙΣ ΤΟ ΔΙΗΝΕΚΕΣ, ελάχιστη τιμή Αποπληρωμής (ΛΗΞΗ) 100, δικαίωμα ανάκλησης (callable) ΝΑΙ, ημ.
ανάκλησης 18-2-2015, Δικαίωμα Επίδοσης (putable) ΟΧΙ, ελάχιστη τιμή 100, Τρέχον τοκομερίδια : 7.5480%, τύπος τοκομεριδίων: Μεταβλητό, συχνότητα πληρωμής Τοκομεριδίου ΕΤΗΣΙΟ, ελάχιστο / μέγιστο τοκομερίδιο 3,25/10.00, μέθοδος υπολογισμού τοκομεριδίου ISMA -30/360Μ, lSlN: DE00A0DX3M2, ελάχιστη ονομαστική αξία συναλλαγών ονομαστική αξία εκάστης ομολογίας 1,000" και στο δεύτερο φύλλο αυτού, μεταξύ άλλων ότι "Η συμμετοχή στην εν λόγω επένδυση, η οποία αποτελεί ομολογία ή άλλη μορφή τιτλοποιημένου χρέους δεν ενσωματώνει παράγωγο, γίνεται μετά από επιθυμία του επενδυτή και δεν συνιστά προσφορά ή πρόσκληση προς συμμετοχή ούτε παροχή συμβουλής προς συμμετοχή σε επένδυση....Η ...
ΒΑΝΚ ενημέρωσε τον Επενδυτή ότι δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του συγκριμένου προϊόντος σε σχέση με αυτόν...Ο επενδυτής δηλώνει ρητά ότι η .... ΒΑΝΚ του παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της λήψεως εντολής προς διαβίβαση για εκτέλεση ή της εκτελέσεως της εντολής...Ο Επενδυτής ρητά δηλώνει ότι γνωρίζοντας και κατανοώντας τους όρους λειτουργίας, τους πιθανούς κινδύνους και τα κέρδη που είναι δυνατόν να προκύψουν από την επένδυση στο συγκεκριμένο προϊόν και λαμβάνοντας υπόψη της δυνατότητες και ικανότητές του, αποδέχεται επενδύοντας στο προϊόν αυτό να αναλάβει τους συνεπαγόμενους κινδύνους...δηλώνω ότι :
Με την παρούσα αιτούμαι την αγορά της παρακάτω συνολικής ονομαστικής αξίας Ομολογιών σύμφωνα με τους ανωτέρω περιγραφόμενους όρους και προϋποθέσεις: Ελάχιστη Ονομαστική αξία συναλλαγής : EUR 10,000, Ονομαστική αξία εκάστης ομολογίας :Ελάχιστο EUR 10,000 και έπειτα ανά EUR 1,000, Συνολική Ονομαστική Αξία Ομολογιών 54.000...
έλαβα γνώση, κατανόησα και αποδέχομαι πλήρως τους ως άνω Όρους και προϋποθέσεις, τόπος ... ημερομηνία 25/02/2010 Σύμβαση Ρ552009, Υπογραφή ονοματεπώνυμο Δ. Ε.", ενώ ακολουθούν δύο φύλλα με γενικές πληροφορίες για ομόλογα και λοιπούς χρεωστικούς τίτλους που φέρουν τη μονογραφή της δεύτερης ενάγουσας και στα οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται: "Ομόλογα στο Διηνεκές (Perpetual Notes):
ομόλογα που δεν έχουν ημερομηνία λήξεως, ρευστοποιούνται οποτεδήποτε επιθυμεί ο επενδυτής στην τρέχουσα στην αγορά τιμή και μέχρι την τυχόν ρευστοποίησή τους έχουν αποδόσεις σε προκαθορισμένες χρονικές περιόδους. Σε περίπτωση που ο εκδότης έχει διατηρήσει το δικαίωμα πρόωρης εξαγοράς/ανακλήσεως του ομολόγου, τότε εξασκώντας το αποπληρώνει κεφάλαιο κατά τα ειδικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε εκδόσεως" και δίνονται οι ορισμοί λοιπών όρων και ένα φύλλο με την επεξήγηση των συμβόλων που χρησιμοποιούν οι οίκοι αξιολόγησης ...
Corporation, ... & Poors και ...Ratings. Επίσης αποδείχθηκε ότι την 16-2-2007, με εντολή του πρώτου εξ αυτών, οι ενάγοντες προέβησαν σε επένδυση ποσού 271.973,90€ σε τίτλους της ... ΒΑΝΚ. Ειδικότερα σύμφωνα με το από 16-02-2007 αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (Ομόλογο) οι ενάγοντες προέβησαν στην αγορά ομολόγων της ... ΒΑΝΚ 26/5/2016, εκδόσεως της ιδίας, ονομαστικής αξίας 268.000,00€, καθαρής τιμής 100,50 και ποσού διακανονισμού 271.973,90€. ....
Μετά την κρίση στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική αγορά που επήλθε από την πτώχευση της Lehman Brother's το 2008 αλλά και την έλλειψη ρευστότητας που οφειλόταν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους με τη μείωση της ονομαστικής αξίας των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου και στο φόβο των καταθετών ότι με τις καταθέσεις τους θα συμμετείχαν στη διαδικασία ανακεφαλαίωσης των τραπεζών, η πιστοληπτική ικανότητα της εναγομένης μειώθηκε, ο ισολογισμός αυτής εμφάνισε ζημίες κατά τις χρήσεις 2010, 2011 και 2012 με αποτέλεσμα αυτή να μην διανείμει μέρισμα στους μετόχους για τις χρήσεις αυτές.
Για τα ίδια αίτια υπήρξε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της κυπριακής τράπεζας ... ΒΑΝΚ, που οδήγησε την 25-3-2013 στη συμφωνία μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Eurogroup για τη διάσπαση της προαναφερόμενης τράπεζας σε "καλή" και "κακή" (good banWbad bank) ενώ το Μάρτιο του 2013 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, εξέδωσε το "Περί πώλησης εργασιών της ...
Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013" και το "Περί πώλησης ορισμένων εργασιών της ... Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013", σύμφωνα με το οποίο τα ομόλογα της τράπεζας με ένδειξη ISIN XS0255675794 να περιέλθουν στην "κακή" τράπεζα, η οποία έκτοτε τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Ενόψει των ανωτέρω εξελίξεων την 3-5-2012 η εναγομένη ενημέρωσε τους ενάγοντες με έγγραφη επιστολή ότι η "...
Group Limited" απεύθυνε πρόταση προς τους κατόχους τίτλων ιδίων κεφαλαίων εκδόσεως '... Limited' που συνίστατο στην αγορά των τίτλων βασικών ιδίων κεφαλαίων "... CMS - linked Non-Cumulative Guaranteed Non-Voting Preferred securities με lSlN: DE000A0DX3M2" σε προκαθορισμένη τιμή, που ανέρχεται σε ποσοστό 40,00% επί της ονομαστικής αξίας τους, δια της καταβολής του αναλογούντος χρηματικού ποσού στους δικαιούχους των τίτλων σε μετρητά, με σκοπό την ενίσχυση των κυριών στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων και ότι δεν θα καταβληθούν δεδουλευμένα μερίσματα, πρόταση την οποία αποδέχθηκαν οι ενάγοντες με αποτέλεσμα την καταβολή σε αυτούς του ποσού των 121.600,00€, έναντι του αρχικώς καταβληθέντος από αυτούς κεφαλαίου για την αγορά των ανωτέρω τίτλων συνολικού ποσού 274.160,92€, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν κατά το ποσό των 152.560,92 €.
Επίσης την 25-5-2012 η εναγομένη ενημέρωσε τους ενάγοντες για την πρόταση που απεύθυνε η τράπεζα ... Bank public co Ltd προς τους κατόχους των ομολόγων με ISIN XS0255675794 σύμφωνα με την οποία προτείνονταν δύο εναλλακτικές επιλογές και δη μια πρόταση επαναγοράς των ομολόγων αυτών σε προκαθορισμένη τιμή που ανέρχετο σε ποσοστό 55% επί της ονομαστικής αξίας τους, με καταβολή του αναλογούντος χρηματικού ποσού στους δικαιούχους των ομολόγων σε μετρητά και μια πρόταση ανταλλαγής των ομολόγων με ομόλογα υψηλής εξασφάλισης "...
Bank Co Ltd Senior Fixed rate 8% notes due June 2016". Οι ενάγοντες επέλεξαν την πρώτη πρόταση με αποτέλεσμα να προβούν σε πώληση των ομολόγων που κατείχαν και να λάβουν ποσό 147.400,00 ευρώ έναντι του αρχικού καταβληθέντος από αυτούς κεφαλαίου των 271.973,90 ευρώ, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία ύψους 124.573,90€. Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτών επενδυτών και καταθετών οι οποίοι επεδίωκαν την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, τα οποία και αποτελούσαν προϊόν αποταμίευσης, πριν δε τη σύναψη της επίδικης σύμβασης με την "...
PRlVATE BANKING", δεν είχαν προβεί σε άλλου είδους επενδύσεις πλην των καταθετικών και προθεσμιακών καταθέσεων. Το γεγονός ότι μετά την σύναψη της επίδικης σύμβασης το χαρτοφυλάκιό τους εμφανίζει κινητικότητα με επενδύσεις σε αγορές και πωλήσεις ομολόγων και μετοχών, δεν ανατρέπει την ανωτέρω κρίση, καθόσον καθίσταται σαφές ότι στις κινήσεις αυτές προέβησαν κατόπιν συμβουλών των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και δίχως ουδέποτε να έχουν πλήρη ενημέρωση για τους πιθανούς κινδύνους που ανελάμβαναν, εμπιστευόμενοι αυτούς και τις ειδικότερες γνώσεις τους, αφού είχαν πολλάκις διευκρινίσει σε αυτούς ότι η πρόθεσή τους ήταν μεν να αυξήσουν τις αποδόσεις του κεφαλαίου τους αλλά δίχως να ρισκάρουν αυτό (κεφάλαιο).
Επομένως ουδείς εξ αυτών ήταν επαγγελματίας πελάτης που διέθετε την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχουν οι επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα, ως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη. Αναφορικά με τη φύση των ανωτέρω τίτλων αποδείχθηκε ότι ο τίτλος ...
PERP/CALL 18/02/2015 EUR, που φέρει το τίτλο "ομόλογο" με lSlN DE000A0DX3M2, έχει εκδοθεί από την εταιρία ... είναι ομόλογο της κατηγορίας των perpetual bonds, δηλαδή των "ομολόγων ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ως η έννοια, αυτών αναλύθηκε ανωτέρω, χωρίς, δηλαδή, ουσιαστικά λήξη. Το επιτόκιό του (ετησία απόδοση, τοκομερίδιο, κουπόνι) ήταν σταθερό για την πρώτη πενταετία, με επιτόκιο 6% επί της ονομαστικής του αξίας (επί της αρχικής, δηλαδή, αξίας του κατά την έκδοση) και, ακολούθως μεταβαλλόμενο, με ελάχιστο και ανώτερο τοκομερίδιο 3,5% και 10%, αντιστοίχως, επί της αυτής αξίας, εξαρτώμενο από τη διαφορά μεταξύ των μακροπροθέσμων και βραχυπροθέσμων επιτοκίων των δεκαετών ομολόγων και των διετών ομολόγων.
Οι ετήσιες αποδόσεις - τόκοι θα καταβάλλονταν την 18η Φεβρουαρίου εκάστου έτους. Παραλλήλως όμως ούτε η καταβολή, ούτε η πληρωμή των ετησίων τόκων (αποδόσεων) ήταν εξασφαλισμένη, αφού, αντίθετα, ενόψει της φύσεως του ομολόγου ως "Νοη - Voting preferred securities", αυτή εξαρτάτο από τη δυνατότητα της εναγομένης τραπέζης "...
ΒΑΝΚ" να διανείμει μέρισμα στους μετόχους της, αν και οι κάτοχοι αυτού του ομολόγου είχαν την ίδια αντιμετώπιση με τους κατόχους προνομιούχων μετοχών, είχαν δηλαδή προβάδισμα σε σχέση με τους κατόχους κοινών μετοχών. Επομένως, αν η τράπεζα αυτή, για οικονομικούς λόγους που αφορούσαν την ίδια, δεν διένειμε σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο μέρισμα στους μετόχους της, θα είχε το δικαίωμα να μην πληρώσει και τους τόκους της προηγουμένης χρήσεως του συγκεκριμένου ομολόγου.
Η απώλεια δε των μη πληρωθέντων τόκων (αποδόσεων) θα ήταν οριστική, αφού οι αποδόσεις δεν ήταν σωρευτικές (Νοη Cumulative), πράγμα που σημαίνει ότι οι μη καταβληθείσες για συγκεκριμένη περίοδο αποδόσεις δεν θα καταβάλλονταν στην επομένη ή στις επόμενες περιόδους. Η πιστοληπτική ικανότητα της ως άνω εκδότριας είχε διαβαθμιστεί από τους διεθνείς οίκους ως "….." από τον οίκο ….., ως "....." από τον οίκο ... and ...
και ως "...+" από τον οίκο ..., ως αναγράφεται στο με ημερομηνία 22-2-2010 έγγραφο που υπογράφει ο πρώτος ενάγων και "ΒΑ1" από τον οίκο ...., "Β+Ι*-" από τον οίκο ... and …. και "….-" από τον οίκο ..., ως αναγράφεται στο με ημερομηνία 25-2-2010 έγγραφο που υπογράφει η δεύτερη ενάγουσα, ενώ δεν υπήρχε οποιαδήποτε εγγύηση του κεφαλαίου, αφού η τιμή της ομολογίας κατά την πώλησή της στη δευτερογενή αγορά, στην περίπτωση δηλαδή ρευστοποιήσεώς της από τον κάτοχο της, ενείχε τον κίνδυνο σημαντικής κεφαλαιακής απώλειας, δοθέντος ότι η τιμή πώλησης εξαρτάται και διαμορφώνεται α) από τα εκάστοτε επίπεδα των μακροπροθέσμων και βραχυπροθέσμων επιτοκίων Euro Swap, τα οποία καθορίζουν την τρέχουσα (spot) και μελλοντική (f0Mard) κλίση της καμπύλης επιτοκίων, β) από την πιστοληπτική ικανότητα της τραπέζης "...
ΒΑΝΚ" και γ) τη δυνατότητα της να διανείμει μέρισμα. Εξάλλου, δικαίωμα προώρου ανακλήσεως (First Call) είχε μόνο η ως άνω εκδότρια ..., έχοντας αυτή και μόνο το δικαίωμα να το ανακαλέσει, κατά την ελεύθερη βούληση της, σε συγκεκριμένες μελλοντικές ημερομηνίες, με πρώτη ημερομηνία αυτήν της 18.2.2015, οπότε και μόνο είχε την υποχρέωση να το αποπληρώσει με την πληρωμή της ονομαστικής αξίας που είχε καταβάλει ο κάτοχος του ομολόγου κατά την απόκτηση του τίτλου.
Ο κομιστής, επομένως, του συγκεκριμένου ομολόγου δεν είχε το δικαίωμα της προώρου ανακλήσεως, δεν εδικαιούτο, δηλονότι, σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του, προς τον σκοπό εισπράξεως της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσης διαρκείας ή οποτεδήποτε. ... Αποδείχθηκε ακόμα ότι πριν την πρώτη επένδυση στα ανωτέρω υβριδικά ομόλογα της ...
που έλαβε χώρα την 10-5-2005, οι ενάγοντες ουδεμία έγγραφη ενημέρωση είχαν για τη φύση αυτών, αλλά αντιθέτως η παρουσίαση αυτών έλαβε χώρα προφορικά από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης χωρίς πλήρη και αναλυτική ενημέρωση και επεξήγηση όλων των χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης επενδύσεως και των συνδεομένων με αυτή κινδύνων.
Ακόμα όμως και τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα που δόθηκαν προς υπογραφή στους ενάγοντες, και δη στον μεν πρώτο εξ αυτών πριν τη δεύτερη επένδυση που έλαβε χώρα την 23-2-2010, στη δε δεύτερη ενάγουσα τρεις ημέρες μετά από αυτήν, ήταν ιδιαίτερα δυσκολονόητα ως προς το είδος της συγκεκριμένης επένδυσης, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες διέθεταν γνώσεις βασικής εκπαίδευσης και καμία ειδική γνώση της κεφαλαιαγοράς και των επενδύσεων σε κινητές αξίες, πέραν αυτών που διέθετε ο μέσος ενημερωμένος καταναλωτής κατά το χρόνο εκείνο των ως άνω επενδύσεων.
Τα έντυπα που ετέθησαν άμεσα στη διάθεση των εναγόντων και στα οποία οι τελευταίοι απέδωσαν δικαιολογημένα βαρύνουσα σημασία, αφού αποτελούσαν όπως αναγραφόταν "αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (ομόλογα)", επιβεβαίωναν, όπως δικαιολογημένα πίστευαν, την επιθυμία τους να προβούν σε μια επένδυση με υψηλή απόδοση και εξασφάλιση κεφαλαίου, αφού αναγραφόταν σε τρία σημεία αυτών η λέξη ομόλογο, στο τίτλο του εκδότη περιλαμβανόταν η επωνυμία της τράπεζας ..., δίπλα στον τίτλο του ομολόγου η ημερομηνία 18.2.2015 που επιβεβαίωνε τη δεκαετή διάρκεια που θεωρούσαν ότι έχει το ομόλογο που αγόραζαν, σύμφωνα και με το επενδυτικό προφίλ που είχαν δηλώσει στην εναγομένη, χωρίς να περιλαμβάνεται άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία.
Στον τίτλο του ομολόγου περιεχόταν οι συντμήσεις αγγλικών όρων perp (=perpetual= διηνεκές), call (=που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια ανάκληση, αν και ο όρος χρησιμοποιείται με πλείστες σημασίες), τις οποίες οι ενάγοντες ευλόγως δεν κατανόησαν, αφού επρόκειτο για συντετμημένους ειδικούς οικονομικούς όρους, ούτε διέγνωσαν την ιδιαίτερη σημασία τους, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης φρόντισαν να επιστήσουν την προσοχή τους στη σημασία αυτών.
Στα ενημερωτικά φυλλάδια που εν συνεχεία ετέθησαν υπόψη τους, χωρίς όμως να αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο ότι τους παρασχέθηκε επαρκής χρόνος να τα μελετήσουν, ούτε ότι τους δόθηκαν περαιτέρω προφορικές επεξηγήσεις και διευκρινίσεις από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης που τους είχαν προτείνει το προϊόν, υπήρχαν στοιχεία που θα επέτρεπαν είτε σε έναν εξαιρετικό γνώστη της κεφαλαιαγοράς με εμπειρία σε συναλλαγές σύνθετων προϊόντων, είτε ακόμα και σε ένα μέσο επενδυτή, όπως οι ενάγοντες, υπό την προϋπόθεση όμως στη δεύτερη αυτή περίπτωση ότι τους είχαν δοθεί εξαρχής κατά τρόπο σαφή, εύληπτο και πλήρη, ορθές και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τα ειδικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και την ιδιαίτερη φύση και λειτουργία του ή έστω τους είχαν επισημανθεί ειδικώς παράλληλα με την παράδοση του πληροφοριακού εντύπου οι διαφοροποιήσεις των χαρακτηριστικών του προϊόντος σε σχέση με την ενημέρωση που προφορικά είχε λάβει προηγουμένως γι' αυτό, να αντιληφθούν ότι επρόκειτο περί προϊόντος υψηλού ρίσκου, ώστε να ζητήσουν περαιτέρω διευκρινίσεις πριν αποφασίσουν ή και να επενδύσουν εν τέλει εν γνώσει όμως της φύσης του προϊόντος και αναλαμβάνοντας το σχετικό κίνδυνο.
Με δεδομένο δε ότι ο μέσος καταναλωτής επικεντρώνεται στα αριθμητικά στοιχεία ενός εντύπου καθώς και σε σημεία που ενισχύουν την προσχηματισμένη ήδη αντίληψή του, που στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες δε διαμόρφωσαν αυτόνομα, αλλά με βάση αφενός τις ελλιπείς ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προϊόντος πληροφορίες που τους είχαν παρασχεθεί προφορικώς από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, που ευλόγως θεωρούσαν (οι ενάγοντες) ότι διέθεταν, υπέρτερη αυτών, εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία επί του αντικειμένου και δικαιολογημένα τους εμπιστεύτηκαν, αφετέρου τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στο αποδεικτικό εντολής συναλλαγής, οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την ειδική φύση και λειτουργία του προϊόντος που αγόρασαν.
Εξάλλου λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης τράπεζας - πελάτη, ο τελευταίος δικαιολογημένα έχει την πεποίθηση ότι του παραδίδεται εγγράφως ο χαρακτήρας του προϊόντος που προφορικά του περιγράφηκε. Ειδικότερα, α) ο αναγραφόμενος στην αγγλική τύπος του είδους του ομολόγου (PERP/CALL) δε μπορούσε να γίνει κατανοητός παρά μόνο από ειδικούς με πολύ συγκεκριμένες γνώσεις οικονομικών και λειτουργίας των χρηματιστηριακών αγορών, που δε διέθεταν οι ενάγοντες, β) στο έντυπο σημειωνόταν μεν ως ημερομηνία λήξεως "διηνεκής", περιλαμβάνονταν όμως, όπως και στην εντολή συναλλαγής, στην ένδειξη ημερομηνία ανάκλησης η ημερομηνία 18.2.2015 που αντιστοιχούσε στην ημερομηνία κατά την οποία οι ενάγοντες θεωρούσαν με βάση την προηγηθείσα ενημέρωση αλλά και την "εντολή συναλλαγής" ότι θα έληγε το προϊόν, επομένως ο μέσος καταναλωτής, όπως οι ενάγοντες, που δεν ήταν εξοικειωμένοι με ουσιαστικά άληκτα προϊόντα, δικαιολογημένα απέδωσαν πρωτεύουσα σημασία στην αναγραφόμενη ημερομηνία που αντιστοιχούσε στην προαντίληψή τους, εφόσον δεν ενημερώθηκαν ειδικώς για την ιδιαίτερη σημασία που έχει ο όρος διηνεκής ούτε για τη διαφορά μεταξύ λήξεως και ανακλήσεως κατ' απόλυτη επιλογή του εκδότη και γ) η ποσοστιαία ετήσια απόδοση αναγραφόταν, όπως στην προφορική ενημέρωση, στοιχείο που ενίσχυσε την πεποίθησή τους ότι το προϊόν είχε τα χαρακτηριστικά που τους είχαν περιγράφει από τους υπαλλήλους που τα είχαν προτείνει.
Εξάλλου οι επιλογές τους πριν το 2005 σε αποταμιευτικά και προθεσμιακά προγράμματα καταθέσεων μαρτυρούσαν συντηρητικούς επενδυτές που επιδίωκαν καλές αποδόσεις με βάση τα δεδομένα της αγοράς χωρίς κίνδυνο του κεφαλαίου τους, που αποτελούσε αποταμιεύσεις ετών, ενώ το γεγονός της απόδοσης των τοκομεριδίων της πρώτης επένδυσης στο χρόνο που μεσολάβησε από αυτήν έως το 2010, τους είχε πείσει για την εξασφάλιση υψηλών αποδόσεων που αποτέλεσε και κίνητρο, σε συνδυασμό με την ελλιπή ενημέρωση που είχαν, και για τη δεύτερη χρονικά επένδυση.
Με βάση όσα προαναφέρονται, η εναγομένη όφειλε να ενημερώσει τους ενάγοντες με ανάλυση των βασικών όρων (άληκτο προϊόν, χωρίς δυνατότητα κατ' αρέσκεια επιστροφής) και των χαρακτηριστικών του σύνθετου και καινοφανούς αυτού προϊόντος και παρουσίαση των σύμφυτων με το χαρακτήρα του κινδύνων (ως προς την τύχη του κεφαλαίου), ώστε να μπορέσουν αυτοί να προβούν στην επενδυτική τους απόφαση έχοντας στη διάθεσή τους τις κρίσιμες και αναγκαίες πληροφορίες για να διαμορφώσουν τη συναλλακτική τους βούληση.
Ειδικότερα, η εναγομένη, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, όφειλε να ενημερώσει τους ενάγοντες με κατανοητό τρόπο ότι το συγκεκριμένο ομόλογο είχε τον πιο πάνω χαρακτήρα και ήταν υψηλού ρίσκου και κυρίως να τονίσει ότι το προϊόν ήταν άληκτο και επομένως οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να αναζητήσουν το κεφάλαιό τους, αν κάποια στιγμή το επιθυμούσαν, ούτε ήταν εξασφαλισμένη η επιστροφή του κεφαλαίου τους, να επεξηγήσει την έννοια της πρόωρης ανάκλησης του προϊόντος και τη σημασία της, ότι δηλαδή η δεκαετία δε σηματοδοτούσε τη λήξη του προϊόντος αλλά την απλή δυνατότητα του εκδότη να προβεί, εφόσον το επιθυμούσε, σε μονομερή ανάκλησή του.
Περαιτέρω, η εναγομένη, που γνώριζε τις επενδυτικές ανάγκες των εναγόντων τόσο από τη μακροχρόνια συνεργασία τους με αυτήν όσο και από τα επενδυτικά ερωτηματολόγια που οι τελευταίοι είχαν συμπληρώσει, δυνάμει των οποίων είχαν χαρακτηρισθεί από την ίδια την εναγομένη ως συντηρητικοί επενδυτές που στοχεύουν στην προστασία του αρχικού κεφαλαίου τους, όφειλε να λάβει υπόψη τις επενδυτικές ανάγκες τους και να τους ενημερώσει κατά λεπτομερή, πλήρη και κατανοητό από αυτούς τρόπο τουλάχιστον για τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που παρέκλιναν από τις ανάγκες αυτές.
Έτσι, αφού η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου αποτελούσε, όπως γνώριζε η εναγόμενη, πρωταρχικό μέλημα των εναγόντων, όφειλε να τους ενημερώσει συγκεκριμένα για τους υψηλούς κινδύνους που ενείχε η συγκεκριμένη επένδυση και για τον κίνδυνο ολοσχερούς απώλειας του κεφαλαίου, τονίζοντας τα σχετικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Επιπροσθέτως, η εναγόμενη όφειλε να επισημάνει ειδικώς την αόριστη διάρκεια του προϊόντος, η οποία αποτελούσε έως τότε μη σύνηθες χαρακτηριστικό για κινητές αξίες και διαφοροποιούσε το συγκεκριμένο προϊόν από αυτά στα οποία έως τότε είχαν επενδύσει οι ενάγοντες. Αντιθέτως, με βάση τα στοιχεία που ετέθησαν υπόψη τους πριν από την αγορά του κρίσιμου ομολόγου, ήτοι η ελλιπής προφορική παρουσίαση του προϊόντος από τους προστεθέντες της εναγομένης σε συνδυασμό με τη διατύπωση της "εντολής συναλλαγής" αλλά και του δισέλιδου ενημερωτικού φυλλαδίου (όπως τα στοιχεία αυτά ειδικώς αναλύονται παραπάνω), οι ενάγοντες δικαιολογημένα πίστευαν ότι αγόρασαν κοινό ομόλογο δεκαετούς διάρκειας με εξασφάλιση του κεφαλαίου κατά τη λήξη του, καθώς δεν ενημερώθηκαν επαρκώς και με κατάλληλο τρόπο από την εναγόμενη για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος στο οποίο σκόπευαν να επενδύσουν. ...
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα η εναγομένη τράπεζα, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της δεν προσέφερε στους ενάγοντες ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με τα προταθέντα από αυτήν επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα αυτοί να μην είναι σε θέση να κατανοήσουν ούτε τη φύση τους ούτε τους πιθανούς κινδύνους τους.
Η ασαφής, ελλιπής και παραπλανητική πληροφόρηση αυτών δε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το πρώτο ειδικότερα επενδυτικό προϊόν δεν ήταν κατάλληλο και συμβατό με το επενδυτικό προφίλ τους, είχαν ως αποτέλεσμα να τους οδηγήσουν στην πραγματοποίηση των επίμαχων επενδύσεων, στις οποίες διαφορετικά δεν θα προέβαιναν, αλλά, αντιθέτως, θα τις είχαν αποφύγει, εάν γνώριζαν όλα τα παραπάνω κρίσιμα χαρακτηριστικά των τίτλων που αγόρασαν.
Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγόμενη παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης συνίσταται στην μη καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης και διαφώτισης του πελάτη - επενδυτή ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες από την πώληση των ανωτέρω τίτλων της ... PERP/CALL ύψους [(αγορά 246.541,67+27.619,25) - (ονομαστική αξία 304.000 Χ 40%] 152.560,92€ συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας, καθόσον η κρίση στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική αγορά αλλά και η έλλειψη ρευστότητας που επηρέασε την πιστοληπτική ικανότητα της εναγομένης δεν αποτελούν στοιχεία απρόβλεπτα και αναπότρεπτα, αντίθετα η επέλευση των κινδύνων αυτών είναι ενδεχόμενη, καθόσον το εγχώριο τραπεζικό σύστημα επηρεάζεται άμεσα από την παγκόσμια οικονομία, η οποία σημειώνει κατά την πορεία της συνεχείς διακυμάνσεις με ποικιλία διαβαθμίσεων.
Έτσι συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων για την οποία ευθύνεται η εναγόμενη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ, οι ενάγοντες υπέστησαν την ανωτέρω αναφερόμενη ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης. Αντιθέτως η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες από την αγορά και μετέπειτα πώληση των ομολόγων της τράπεζας Popular Bank, ύψους 124.573,90 ευρώ, δεν συνάδει αιτιωδώς με την ανωτέρω πλημμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης κι επομένως δεν γεννάται υποχρέωση της τελευταίας να αποζημιώσει τους ενάγοντες για τη ζημία τους αυτή.
Κι αυτό διότι η υπόψη συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά τα έτη 2005 και 2010, οπότε και η εκδότρια των τίτλων τράπεζα θεωρείτο μια κραταιά τραπεζική επιχείρηση, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση, κατά τον Ιούλιο του 2013, της νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας, που αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα, εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο, μέχρι τότε, στην κυπριακή τάξη και, εντεύθεν, μη δυνάμενα να προβλεφθούν, κατά τους, ως άνω, κρίσιμους, χρόνους της σύναψης των ενδίκων επενδυτικών συμβάσεων από το μέσο λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο, (βλ.
ΑΠ 813/2019 ΝΟΜΟΣ). Ακόμα αποδείχθηκε ότι και οι ενάγοντες επέδειξαν αμελή συμπεριφορά, η οποία συντέλεσε στην πρόκληση σε αυτούς της ανωτέρω ζημίας τους ύψους 152.560,92€, για την αποκατάσταση της οποίας ευθύνεται η εναγομένη. Ειδικότερα ενώ μετά την αγορά των επίδικων τίτλων πληροφορήθηκαν από τις αποτιμήσεις του χαρτοφυλακίου τους που τους απέστελλε η εναγομένη ότι η αποτίμηση των τίτλων της ..., ήτοι η τρέχουσα αξία τους, έβαινε σταδιακά μειούμενη, με σημαντική μείωση της τάξης του 39,33% στο τέλος του 2007, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος της κρίσης στις διεθνές χρηματαγορές που έλαβε χώρα μετά το έτος 2008 και ήταν ευρέως γνωστή, όχι μόνο δεν προέβησαν στην ρευστοποίηση τους αλλά αντιθέτως επένδυσαν εκ νέου σε αυτές την 23-2-2010.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητάς τους ορίζεται σε ποσοστό 20% και συνεπώς η ζημία που πρέπει να αποκαταστήσει η εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των (152.560,92 Χ 80%=) 122.048,74€, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της ένστασης που προέβαλε η τελευταία ως ουσία βάσιμης. Τέλος από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, δικαιούμενοι ευλόγου χρηματικής αποζημίωσης, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο ποσό των 5.000 ευρώ λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό πταίσματος της εναγομένης, το βαθμό συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην πρόκληση της ζημίας τους, το μέγεθος της προσβολής και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και της ζημίας των εναγόντων από την πώληση των τίτλων της ...
Bank και, μετά μερική παραδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων σε ποσοστό 20%, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 221.513 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας αυτών, συνυπολογιζομένης και της ανωτέρω ζημίας, καθώς και το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την αγωγή των αναιρεσίβλητων και επιδίκασε σ' αυτούς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά μερική παραδοχή και ως ουσία βάσιμης της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην πρόκληση της άνω ζημίας τους, το συνολικό ποσό των (112.152,92 ευρώ ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστησαν από την εις βάρος τους αδικοπραξία + 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπραξία αυτή των προστηθέντων της εναγομένης) 127.048,74 ευρώ, διαιρετά, ήτοι το ποσό των 42.349,58 ευρώ στον καθένα εξ αυτών.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., αλλά και εκείνες των άρθρων 914, 281, 288 ΑΚ, και του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, κατά παράβαση των οποίων οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, παρέβησαν το καθήκον διαφώτισης των αναιρεσίβλητων, που είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή, και δεν προσέφεραν σ' αυτούς ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με τα προταθέντα από αυτήν επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα αυτοί να μην είναι σε θέση να κατανοήσουν ούτε τη φύση τους ούτε τους πιθανούς κινδύνους τους, ενόψει του ότι δεν είχαν τις ειδικές γνώσεις ή εμπειρία, για την επωφελή τοποθέτηση των κεφαλαίων τους, εκτός αυτής των καταθετικών και προθεσμιακών καταθέσεων, και για το λόγο αυτό δεν μπορούσαν να κατανοήσουν και να αξιολογήσουν τα εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα και να τα ταξινομήσουν ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή τους, αλλά, αντιθέτως, τους παρέσχαν ανεπαρκή, ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά των άνω προϊόντων και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβαναν και ειδικότερα, ότι κατά την παροχή σ' αυτούς των επενδυτικών συμβουλών για την αγορά των επίδικων ομολόγων της ..., δεν τους ενημέρωσαν ότι είναι ομόλογα της κατηγορίας των perpetual bonds, δηλαδή των "ομολόγων ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", χωρίς, δηλαδή, ουσιαστικά λήξη, υψηλού ρίσκου, που ενείχαν πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, αγνοώντας δε τα παραπάνω προέβησαν οι αναιρεσείοντες στην άνω επένδυση, ενώ αν είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν τούτο, ότι δηλαδή τα ομόλογα αυτά ήταν ατελεύτητης διάρκειας και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους, δεν θα είχαν οδηγηθεί στην πραγματοποίηση των επίμαχων επενδύσεων.
Η παράβαση των εκ του ανωτέρω κώδικα και του ν. 2251/1994 υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων.
Το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 147, 361 και 714 ΑΚ, ούτε άλλωστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες. Εξάλλου, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος διακόπηκε λόγω του ότι μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων παρεμβλήθηκαν απρόβλεπτες περιστάσεις και συγκεκριμένα αφενός η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα και το τραπεζικό σύστημα και αφετέρου η επενδυτική απόφαση των αναιρεσιβλήτων να πωλήσουν τα επίδικα ομόλογα στην τιμή που πρότεινε η εκδότρια εταιρία.
Ειδικότερα, με βάση όσα δέχθηκε το Εφετείο για το ζημιογόνο γεγονός, τη ζημία των αναιρεσιβλήτων και τη μεταξύ αυτών σύνδεση, το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από τα ως άνω συμβάντα, καθόσον η κρίση στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική αγορά αλλά και η έλλειψη ρευστότητας που επηρέασε την πιστοληπτική ικανότητα της εναγομένης δεν αποτελούν στοιχεία απρόβλεπτα και αναπότρεπτα, αντίθετα η επέλευση των κινδύνων αυτών είναι ενδεχόμενη, καθόσον το εγχώριο τραπεζικό σύστημα επηρεάζεται άμεσα από την παγκόσμια οικονομία, η οποία σημειώνει κατά την πορεία της συνεχείς διακυμάνσεις με ποικιλία διαβαθμίσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, χωρίς την πλημμελή πληροφόρηση και συμβουλή, δηλαδή υπό συνθήκες σωστής πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης επένδυσης, οι επενδυτές ενάγοντες δεν θα είχαν επιλέξει να προχωρήσουν σ' αυτή και θα είχαν διατηρήσει στην περιουσία τους το ποσό που επενδύθηκε. Η αγορά των ένδικων ομολόγων αποφασίσθηκε ως αποτέλεσμα της παράβασης, η οποία εμφιλοχώρησε κατά το στάδιο πριν από την αγορά τους, ως συνέπεια της πλημμελούς πληροφόρησης και συμβουλής.
Συνεπώς, η ίδια η αγορά των ομολόγων, άρα και η ίδια η τοποθέτηση των άνω χρηματικών ποσών, η οποία δεν απετράπη, είναι το επιζήμιο αποτέλεσμα του προηγηθέντος σφάλματος της αναιρεσείουσας. Επομένως, κατ' εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς (σύγκριση υποθετικής με υπάρχουσα περιουσιακή κατάσταση), η αποκαταστατέα ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με τις γενόμενες δεκτές ως παράνομες πράξεις της αναιρεσείουσας, ταυτοποιείται στο ύψος των χρηματικών ποσών που οι αναιρεσίβλητοι τοποθέτησαν στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) και αποκαθίσταται μέσω της απόδοσής του.
Έτσι, η πλήρωση του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στο νόμιμο λόγο ευθύνης και στη ζημία είναι από τα πράγματα πρόδηλη, αφού χωρίς τη συγκεκριμένη πράξη δεν θα είχαν επενδυθεί τα εν λόγω ποσά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία. Εφόσον λοιπόν η ζημία των αναιρεσιβλήτων, κατά τις ανωτέρω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επήλθε ήδη κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης, το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή της από την οικονομική κρίση που, μεταγενέστερα, έπληξε τη χώρα και το τραπεζικό σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω απορριφθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, δεδομένου ότι το αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ή εάν επήλθε ή όχι διακοπή αυτού είναι ζητήματα πραγματικά, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Και τούτο γιατί είναι όντως πραγματικό ζήτημα το αν ένα γεγονός υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, ενός αποτελέσματος ή αντίστροφα, καθώς και το εάν μεταξύ του γεγονότος και του αποτελέσματος μεσολάβησε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με το πρώτο και επέφερε αποκλειστικά το αποτέλεσμα (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021).
Περαιτέρω, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της πρόκλησης ζημίας στους αναιρεσίβλητους, της ιδιότητάς τους ως καταναλωτών, του προσδιορισμού του ύψους της ως άνω ζημίας του και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας από αυτή ζημίας των αναιρεσιβλήτων, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και δη: α) οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, κατά παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και του ν. 2251/1994, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και, συγκεκριμένα, ότι η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, στην οποία οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν ενεργώντας ως μέσοι καταναλωτές, είχε το χαρακτήρα και άτυπης παροχής συμβουλών προς τους αναιρεσίβλητους επενδυτές, τις οποίες υποχρεούντο να παρέχουν οι εξειδικευμένοι προς τούτο αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, για τη διαμόρφωση της επενδυτικής επιλογής των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένης υπόψη και της ολοσχερούς έλλειψης ειδικών γνώσεων και εμπειρίας των τελευταίων, και ότι οι πληροφορίες, που οι προστηθέντες της αναιρεσείουσας παρείχαν σ' αυτούς, δεν ήταν επαρκείς, αφού τα επίδικα ομόλογα ήταν ατελεύτητης διάρκειας, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και υψηλό κίνδυνο, β) ότι η αναιρεσείουσα, ειδικότερα, δεν εκπλήρωσε την απορρέουσα από την ένδικη σύμβαση, αλλά και από τις άνω διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 περί καταναλωτή, υποχρέωσή της να προβεί σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, το οποίο γνώριζε ότι αυτοί ήθελαν να εξασφαλίσουν, δεδομένης και της έλλειψης σχετικής εξειδικευμένης εμπειρίας και γνώσης αυτών σχετικά με τις επενδύσεις, αλλά, αντιθέτως, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, υπέδειξε στους άπειρους στις σχετικές συναλλαγές αναιρεσίβλητους, ως ασφαλή και επωφελή την ένδικη επένδυση και τους έπεισαν να την επιλέξουν, γ) ότι η ζημία των αναιρεσιβλήτων συνίσταται στην αδυναμία τους να εισπράξουν, για τους διαλαμβανομένους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους που αφορούν τη φύση του επίδικου επενδυτικού προϊόντος, το επενδεδυμένο κεφάλαιό τους, στο σύνολό του, και δ) ότι η εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο, κατά τις ανέλεγκτες περί τα πράγματα ως άνω παραδοχές του Εφετείου, και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ δεν θα επερχόταν, αν οι προστηθέντες αυτοί υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο παράνομο τρόπο.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα), η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τα οικεία σκέλη των οποίων η αναιρεσείουσα αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016), καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους της αναιρεσείουσας, την πλημμελή εκπλήρωση της υποχρέωσης διαφώτισης των αναιρεσιβλήτων κατά το χρόνο της παροχής συμβουλών για την αγορά των επίδικων ατελεύτητης διάρκειας και υψηλού ρίσκου ομολόγων, την άγνοια των αναιρεσίβλητων ως προς το είδος της επένδυσης και την εμπειρία τους και την μη ενημέρωσή τους ως προς τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, περαιτέρω δε, στην ανάλυση και στάθμισή τους και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 156/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τα οικεία σκέλη των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του και άφησε αναπάντητους προβληθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς της και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του:
α) τον ισχυρισμό της ότι οι ουσιώδεις όροι της επίδικης σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών αφορούσαν μόνο το ζήτημα της λήψης και διαβίβασης εντολών του ενάγοντος και όχι την παροχή επενδυτικών συμβουλών, β) τον ισχυρισμό της περί αποδέσμευσής της από την υποχρέωση διαφώτισης των αναιρεσιβλήτων, πέραν των όσων περιγράφονται στα συμβατικά κείμενα, γ) τον ισχυρισμό της περί απαλλαγής της με βάση τους επικληθέντες όρους της μεταξύ αυτής και των αναιρεσιβλήτων καταρτισθείσης σύμβασης, δ) τον ισχυρισμό της ότι έλαβε χώρα έγγραφη ενημέρωση των αντιδίκων της περί των κινδύνων της επίμαχης επένδυσης με την επίδικη σύμβαση, ε) τον ισχυρισμό της περί της έντονης και επί μακρόν απασχόλησης των αντιδίκων της με επενδύσεις, τη μηνιαία ενημέρωσή τους, καθώς και την πορεία και τις τάσεις των επενδύσεών τους και την δυνατότητα ρευστοποίησης του κεφαλαίου τους, και ε) τον ισχυρισμό της περί συνδρομής γεγονότος ανωτέρας βίας καταλύοντος την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων.
Ωστόσο, όλες οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, έναντι της αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών και υποχρέωσης, βάσει αυτής, της αναιρεσείουσας να προβεί σε σαφή, ακριβή, πλήρη και κατάλληλη ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένης υπόψη και της ολοσχερούς έλλειψης ειδικών γνώσεων και εμπειρίας των τελευταίων, για τη φύση και λειτουργία του υποδειχθέντος επενδυτικού προϊόντος και για τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου τους, υποχρέωση που δεν τήρησε αυτή, και ότι η ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες από την πώληση των ανωτέρω τίτλων της ...
PERP/CALL ύψους 152.560,92 ευρώ, συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας. Συνακόλουθα, απορριπτέος είναι και ο εμπεριεχόμενος στο οικείο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστη αίτηση και δη τον ισχυρισμό της περί συνδρομής γεγονότος ανωτέρας βίας καταλύοντος την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, με το οικείο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και δη της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης επενδυτικών συμβουλών, ενώ στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δεν διαλαμβάνεται ιστορικό σιωπηρώς συναφθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών.
Η αιτίαση αυτή, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και κατ' εκτίμηση του συνόλου του περιεχομένου της, προκύπτει ότι με αυτήν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλέσθηκαν και τη σύναψη σιωπηράς σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών πριν την αγορά των επίδικων ομολόγων.
Σε κάθε περίπτωση, όπως συνάγεται, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης), στην προκειμένη δε περίπτωση, το Εφετείο ρητά δέχθηκε, στα πλαίσια της άνω δυνατότητάς του να προσδώσει τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό στα γεγονότα που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σιωπηρά (δηλαδή χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου), και σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, κρίνοντας εν τέλει ότι η σχέση που συνέδεε τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ήταν αυτή της εκτέλεσης απλώς από την αναιρεσείουσα των εντολών των αναιρεσιβλήτων για την απόκτηση επενδυτικών προϊόντων και απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η σχέση που την συνέδεε με τους αναιρεσίβλητους ήταν αυτή της απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών του, χωρίς καμία συμβουλή και ανάμειξή της στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασής τους.
Κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 1109/2019).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1350/2018).
Τέλος, όταν η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1597/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, κατά το οικείο δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι προέβη έμμεσα σε ερμηνεία του υπ' αριθ. 8 όρου της καταρτισθείσας σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες δήλωσαν ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις αντισυμβαλλόμενες τους είναι απόρροια ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές τους, και, συνεπώς, όφειλε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο των ενδίκων συμβάσεων και, προεχόντως, να κριθεί, βάσει των κρίσιμων όρων και των ρητρών των συμβάσεων αυτών, αν όντως η βούληση των αναιρεσιβλήτων έπασχε, όπως δηλώθηκε, από δικές τους παραπειστικές ενέργειες και την πλημμελή διαφώτισή τους ή αν συνέβη ακριβώς το αντίθετο, κατά τους σχετικούς και καταλυτικούς των αγωγικών αξιώσεων ισχυρισμούς της, όπως διαλαμβάνονται στο υπ' αριθ. 8 συμβατικό όρο, ότι δηλαδή ήταν απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή εντολές της, περαιτέρω δε να κριθεί αν η περιγραφή των κινδύνων της επιλεγείσας επένδυσης στα συμβατικά κείμενα εκπληρώνουν στο ακέραιο την υποχρέωση κάθε αναγκαίας πληροφορίας και, ιδίως, αν οι απαλλακτικές ρήτρες καταλύουν την όποια, περί των ανωτέρω, υποχρέωσή τους.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αφορούν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί κατάρτισης μεταξύ των συμβαλλομένων και σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του ως άνω λόγου αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών, ώστε να είναι υποχρεωμένο να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες δικαιοπραξιών για την ανεύρεση της αληθούς βούλησης αυτών.
Κατά τα λοιπά δε, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης των αναιρεσιβλήτων κατά την αγορά των ομολόγων και, συνεπώς, υπό την επίκληση της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τον περιληφθέντα, στην επίμαχη με αριθμό 552009/6.5.2005 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, υπ' αριθ. 8 όρο, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες δήλωσαν ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις αντισυμβαλλόμενες τους είναι απόρροια ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές τους, αφού στη συνέχεια δέχθηκε σαφώς ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο παράλληλα, πέραν της άνω έγγραφης σύμβασης, και άτυπη προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-συμβουλών, τις οποίες υποχρεούντο να παρέχουν οι εξειδικευμένοι προς τούτο αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης, για τη διαμόρφωση της επενδυτικής επιλογής των επενδυτών-εναγόντων, λαμβανομένης υπόψη και της ολοσχερούς έλλειψης ειδικών γνώσεων και εμπειρίας των τελευταίων.
Κατ' ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ως εκ τούτου ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται, ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 752/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ερμηνεύσει προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 914, 300, 281 και 288 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, όσον αφορά την υπαιτιότητα της ιδίας και ακολούθως να δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων και κατάλυση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι "λαμβανομένων υπ' όψιν των ως άνω όρων και απαλλακτικών ρητρών των ενδίκων συμβάσεων παροχής επενδυτικών μόνο υπηρεσιών, του είδους των συμβάσεων αυτών, ως απλών, και των ενασχολήσεων των αναιρεσιβλήτων με πολυπλοκότερες χρηματιστηριακές συναλλαγές από τις επίδικες, των γνώσεων αυτών να κατανοήσουν τις βασικές έννοιες των συναλλαγών και τους κινδύνους που ενείχε και εκ της φύσεώς της η επενδυτική επιλογή τους και η εκτέλεση των συναφών εντολών τους, συνάγεται βασίμως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ζημιά εξ οικείου πταίσματος".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθεται ποια διδάγματα της κοινής πείρας παρέλειψε εσφαλμένα να εφαρμόσει και τα οποία παραβίασε το Δικαστήριο της ουσίας ούτε και σε τί ακριβώς συνίσταται η επικαλούμενη παραβίαση. Σε κάθε δε περίπτωση, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως προς τα άνω ζητήματα, ήτοι της αποκλειστικής υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων και της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της άνω συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτίωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματός του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019).
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 810/2017, ΑΠ 757/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση της ζημίας του, λόγω της επικαλούμενης μη εκ μέρους τους έγκαιρης ρευστοποίησης των ένδικων ομολόγων: "Ακόμα αποδείχθηκε ότι και οι ενάγοντες επέδειξαν αμελή συμπεριφορά, η οποία συντέλεσε στην πρόκληση σε αυτούς της ανωτέρω ζημίας τους ύψους 152.560,92€, για την αποκατάσταση της οποίας ευθύνεται η εναγομένη.
Ειδικότερα ενώ μετά την αγορά των επίδικων τίτλων πληροφορήθηκαν από τις αποτιμήσεις του χαρτοφυλακίου τους που τους απέστελλε η εναγομένη ότι η αποτίμηση των τίτλων της ..., ήτοι η τρέχουσα αξία τους, έβαινε σταδιακά μειούμενη, με σημαντική μείωση της τάξης του 39,33% στο τέλος του 2007, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος της κρίσης στις διεθνές χρηματαγορές που έλαβε χώρα μετά το έτος 2008 και ήταν ευρέως γνωστή, όχι μόνο δεν προέβησαν στην ρευστοποίηση τους αλλά αντιθέτως επένδυσαν εκ νέου σε αυτές την 23-2-2010.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητάς τους ορίζεται σε ποσοστό 20% και συνεπώς η ζημία που πρέπει να αποκαταστήσει η εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των (152.560,92 Χ 80%=) 122.048,74€, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της ένστασης που προέβαλε η τελευταία ως ουσία βάσιμης ... ". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 99% στην επέλευση της ζημίας τους και τον δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία αβάσιμο, με την άνω αιτιολογία, προσδιορίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων σε 20%, κατά το οποίο και μείωσε την επιδικασθείσα αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου δε ότι ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου έπρεπε να μειωθεί η αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων αφορά εκτίμηση πραγμάτων, η σχετική κρίση του Εφετείου δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του άνω λόγου αναιρέσεως, προβάλλει την ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ και παράλληλα των διδαγμάτων κοινής πείρας, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε περιορισμένη εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ και δη συνυπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 20%, αντί του 99%, παραλείποντας να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας στην ένδικη διαφορά για να ερμηνεύσει προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 300 και 288 ΑΚ, αλλά και του Κώδικα Δεοντολογίας, είναι απαράδεκτος και συνεπώς απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει το ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ απέρριψε την ένστασή της περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας ώστε να αφαιρεθεί από την τυχόν επιδικασθείσα στους αναιρεσίβλητους θετική ζημία η ωφέλεια που αποκόμισαν από τα τοκομερίδια που εισέπραξαν για το χρονικό διάστημα που κατείχαν τα επίδικα ομόλογα, συνολικού ποσού 90.002,92 ευρώ.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι: α) τα ποσά που εισέπραξαν οι αναιρεσίβλητοι από τα τοκομερίδια των επιδίκων ομολόγων είναι κέρδος που πρέπει να αφαιρεθεί από τη ζημία τους, αφού αυτό προέκυψε από το ζημιογόνο γεγονός, ήτοι την πλημμελή ενημέρωσή τους από τους προστηθέντες υπαλλήλους της, σε προγενέστερο στάδιο από τη ζημία τους και συγκεκριμένα κατά την τοποθέτηση των κεφαλαίων τους στα επίδικα ομόλογα, και β) δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της αρχής της γενικής ρήτρας της καλής πίστης, αφού το κέρδος προήλθε ανεξάρτητα από τη δράση της και χωρίς κάποια έκτακτη προσπάθεια των ζημιωθέντων.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, απέρριψε την ως άνω ένσταση με την εξής αιτιολογία: "Η εναγομένη πρωτοδίκως προέβαλε την ένσταση συμψηφισμού κέρδους και ζημίας, ισχυρισμό που επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τον 5ο λόγο της έφεσής της.
Ειδικότερα η τελευταία προβάλει την ένσταση συμψηφισμού κέρδους και ζημίας εκθέτοντας, για τη νομική θεμελίωση αυτού, ότι, εάν ήθελε γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις για αποζημίωση των εναγόντων, θα πρέπει να αφαιρεθούν από την επικαλούμενη με την υπό κρίση αγωγή ζημία, τα ποσά που αυτοί εισέπραξαν ως τοκομερίδια από τις επίδικες επενδύσεις τους, για όσο χρόνο διακρατούσαν τα ομόλογα και μέχρι την απόδοση των προτάσεων επαναγοράς τους (7/5/2012 για … ...
και 12-06-2012 για ... ΒΑΝΚ) και ότι για τον τίτλο ... δεν θα πρέπει να συνυπολογισθεί στη ζημία το συνολικό ποσό των 90.000,92 ευρώ και για τον τίτλο ... ΒΑΝΚ δεν θα πρέπει να συνυπολογισθεί στη ζημία το συνολικό ποσό των 45.764,68 ευρώ, ποσά που αντιστοιχούν στα ήδη εισπραχθέντα από τους ενάγοντες τοκομερίδια, ισχυρισμός που πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.
Και τούτο διότι από τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός αυτό ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη...
Στην προκειμένη περίπτωση δε, τα όποια τοκομερίδια έλαβαν οι ενάγοντες αποτελούν μεν κέρδος τους από την κατοχή των επίδικων τίτλων, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας μέρους του κεφαλαίου που επένδυσαν για την απόκτηση αυτών, λόγω της επικαλούμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, αλλά από την παραχώρηση των κεφαλαίων τους στις εκδότριες των τίτλων εταιρείες, οι οποίες τα εκμεταλλεύτηκαν με τον προσφορότερο γι' αυτές τρόπο, αποδίδοντας στους ενάγοντες τους συμφωνηθέντες τόκους.
Άλλωστε ο προτεινόμενος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις στην καλή πίστη η οποία δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος ...". Με το να απορρίψει το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ποσό των τοκομεριδίων, που οι ενάγοντες έλαβαν ως απόδοση των επίδικων ομολόγων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 εδ.
α' και 914 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Τούτο διότι, ναι μεν τα ως άνω ποσά αποτελούν κέρδος των αναιρεσιβλήτων από τους τίτλους που κατείχαν, πλην όμως το κέρδος αυτό, (όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται), δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου αυτού στην εκδότρια των ομολόγων τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους αναιρεσίβλητους και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία των τελευταίων.
Άλλωστε, ο προτεινόμενος (από την αναιρεσείουσα) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος, (από το ζημιογόνο γεγονός), να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παρα...υ (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2020 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", για αναίρεση της με αριθ. 347/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παρα...υ. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ