Legislator Case Law & Legislation
901/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over unpaid wages and holiday allowances for special education staff.

Case Number 901/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a charity union against a second-instance judgment in a labor dispute involving three special education teachers. The union argued that the first-instance court failed to apply collective bargaining agreements correctly regarding unpaid wages and holiday allowances from 2011 to 2016. The court rejected this claim, noting that the specific arguments regarding the calculation of these allowances were not properly raised or substantiated in the appeal petition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9)(a) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific grounds raised in the petition, and failure to properly articulate arguments regarding the application of collective agreements or calculation errors results in the dismissal of the appeal.

Keywords

AI generated
labor dispute unpaid wages holiday allowances collective bargaining appeal dismissal special education civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 901 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 901/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ειδικού Σωματείου φιλανθρωπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΑΤΟΜΩΝ-ΠΑΙΔΙΩΝ ΝΟΗΤΙΚΑ ΥΣΤΕΡΟΥΝΤΩΝ (ΠΕΓΚΑΠ-ΝΥ)", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρου του Μαρία-Ειρήνη Γιαννούζη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ά. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Ε. Η. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Καψόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-10-2016 και 4-7-2017 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1681/2018 του πρωτοβαθμίου ίδιου δικαστηρίου και 6308/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 6-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 6.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 1393/132/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6308/14.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών κατόπιν: α) της από 14.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 119193/8435/2018 έφεσης των εναγουσών - εκκαλουσών και ήδη αναιρεσίβλητων και β) της από 17.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 118867/8420/2018 έφεσης του εναγόμενου - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, που ασκήθηκαν κατά της με αριθμό 1681/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 1681/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 19.10.2016 και με αριθμό κατάθεσης 70029/2017/2016 αγωγή και την από 4.7.2017 και με αριθμό κατάθεσης 554213/1642/2017 αγωγή των εναγουσών - αναιρεσίβλητων κατά του εναγόμενου - αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει τις ως άνω αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι: α) για διαφορές μεταξύ των νομίμων δεδουλευμένων και των κατώτερων καταβληθεισών αποδοχών (περιλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2011 και 2012) της χρονικής περιόδου από 1.1.2011 μέχρι και 8.5.2016 :1) η πρώτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 18.493,47 ευρώ, 2) η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 18.991,40 ευρώ και 3) η τρίτη ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 18.846,01 ευρώ, β) αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής εκ μέρους των εναγουσών άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους κατά το διάστημα από τις 9.5.2016 μέχρι τις 10.7.2017, δέχθηκε ότι για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από τις 9.5.2016 μέχρι και τις 10.7.2017 για τις πρώτη και δεύτερη ενάγουσες και μέχρι και της 3.5.2017 για την τρίτη ενάγουσα (συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών αδείας του έτους 2017): 1) η πρώτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 17.370,70 ευρώ, 2) η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 19.642,88 ευρώ και 3) η τρίτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 17.687,53 ευρώ γ) για αποζημίωση απόλυσης λόγω της εκλαμβανόμενης ως άτακτης καταγγελίας συμπεριφοράς του εναγομένου: 1) η πρώτη ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 10.900 ευρώ και 2) η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 22.233 ευρώ δ) για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης η καθεμία από τις ενάγουσες δικαιούται το ποσό των 500 ευρώ και ε) η τρίτη ενάγουσα, που στις 3.5.2017 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη σύνταξης γήρατος, δικαιούται για αποζημίωση το ποσό των 10.537,40 ευρώ.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις :α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 14.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 119193/8435/2018 έφεση ως προς τη δεύτερη ενάγουσα - δεύτερη εκκαλούσα - δεύτερη αναιρεσίβλητη, β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ίδια έφεση ως προς τις πρώτη και τρίτη ενάγουσες - εκκαλούσες- αναιρεσίβλητες και γ) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 17.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 118867/8420/2018 έφεση του εναγόμενου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος σωματείου.

Στη συνέχεια, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αξιώσεις των πρώτης και δεύτερης εναγουσών για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης και την αξίωση όλων των εναγουσών για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης και ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής εκ μέρους των εναγουσών άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους, τον οποίο περιείχε στους σχετικούς πρώτο και δεύτερο λόγους της από 17.12.2017 έφεσής του και επανέφερε με τις προτάσεις που κατέθεσε ως εφεσίβλητο, δέχθηκε ότι:

α) για διαφορές νομίμων δεδουλευμένων αποδοχών και καταβληθεισών αποδοχών της χρονικής περιόδου από 1.1.2011 μέχρι 8.5.2016 η πρώτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 18.500,93 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 18.991,25 ευρώ, (που της είχε και πρωτοδίκως επιδικασθεί) και η τρίτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 24.676,61 ευρώ, β) για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 9.5.2016 μέχρι 10.7.2017 για τις πρώτη και δεύτερη ενάγουσες και μέχρι 3.5.2017 για την τρίτη ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών αδείας του έτους 2017: 1) η πρώτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 16.280,70 ευρώ, 2) η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 18.407,38 ευρώ και η τρίτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό το ποσό των 17.687,53 ευρώ, (που της είχε και πρωτοδίκως επιδικασθεί).

Μετά από αυτά το Εφετείο, και για το ενιαίο μόνο της εκτέλεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση τόσο ως προς τα εκκληθέντα κεφάλαιά της που έγιναν δεκτά και ανατράπηκαν, όσο και ως προς τις διατάξεις της που συνέχονται αναγκαίως με τα κεφάλαια αυτά και δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες τις από 19.10.2016 (με αριθμό κατάθεσης 70029/2017/2016) και από 4.7.2017 (με αριθμό κατάθεσης 554213/1642/2017) αγωγές.

Ειδικότερα, δεχόμενο:1) εν μέρει την από 19.10.2016 αγωγή: α) υποχρέωσε το εναγόμενο- αναιρεσείον να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 16.163,04 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα -τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 19.357,71 ευρώ, και β) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο -αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 15.348,59 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα - τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 21.619,93 ευρώ και 2) δεχόμενο εν μέρει την από 4.7.2017 αγωγή:

α) υποχρέωσε το εναγόμενο - αναιρεσείον να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.090 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα -δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.043,14 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 11.914,39 ευρώ, και β) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο - αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 2.180 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα - δεύτερη αναιρεσίβλητη ποσό των 2.663,36 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα - τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 9,51 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω κονδύλια με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διακρίσεις.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (δηλαδή μέσα στη διετή προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 11.2.2020 και η προσβαλλόμενη, με αριθμό 6308/2018, απόφαση, η οποία δεν προκύπτει να έχει επιδοθεί με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, δημοσιεύθηκε στις 14.11.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 648 ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 145/2019, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).

Υπό την επίκληση, όμως, της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, δεν μπορεί ν' αξιωθεί από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του επί σειρά μηνών χωρίς να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, που συνήθως αποτελούν το μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζόμενου.

Ο εργοδότης οφείλει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες, προκειμένου να προβεί στη μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησής του και ειδικότερα του μισθολογικού, στην περίπτωση που αυτό είναι ο αποφασιστικός παράγων για διαδοχικές ζημιογόνες χρήσεις, περιλαμβανομένων, εφόσον τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο, και των μέτρων εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή, τέλος, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης.

Εξάλλου η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει: α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας, όπου περιλαμβάνεται και η λύση αυτής με καταγγελία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της τήρησης των κατά νόμο διατυπώσεων και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη (ΑΠ 145/2019).

Τέλος, μόνο το γεγονός της μη αναζήτησης και ανεύρεση άλλης εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου χωρίς τούτο να συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, δεν καθιστά καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ τη συνέχιση της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών εκ μέρους του προηγούμενου εργοδότη και κατά συνέπεια δεν αίρει την υπερημερία του τελευταίου (σχετ.

ΑΠ 324/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλομένης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 145/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: " Το εφεσίβλητο της υπό στοιχείο α έφεσης -εκκαλούν της υπό στοιχείο β (εναγόμενο) νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Γονέων και Κηδεμόνων Ατόμων - Παιδιών Νοητικά Υστερούντων (ΠΕΓΚΑΠ - ΝΥ)" [ήδη αναιρεσείον], συνιστά φιλανθρωπικό μη κερδοσκοπικό σωματείο, με κύριο καταστατικό σκοπό την παροχή κοινωνικής μέριμνας προς νοητικά υστερούντα άτομα, καθώς και την ίδρυση σταθμών συμβουλευτικής, εργαστηρίων, ιατρικών θεραπευτικών κέντρων και δομών φιλοξενίας των ατόμων με νοητική υστέρηση.

Προς επίτευξη του σκοπού αυτού λειτουργεί στο Χαλάνδρι και στην Άνοιξη Αττικής (παλαιότερα δε και στο Γαλάτσι) Κέντρα Παροχής Υπηρεσιών Κοινωνικής Φροντίδας, Κατάρτισης και Εργασιακής Απασχόλησης για άτομα με νοητική υστέρηση, στα οποία παρέχει κοινωνική φροντίδα και δημιουργική απασχόληση. Με την 26739/15.3.2012 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης πιστοποιήθηκε ως φορέας παροχής υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα κατά το άρθρο 5 του ν. 2646/1998 "Ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας", η πιστοποίηση δε αυτή ανανεώθηκε με την Δ23/28406/2229/28.6.2016 απόφαση της Αναπληρώτριας Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Οι εκκαλούσες της υπό στοιχείο α έφεσης-εφεσίβλητες της υπό στοιχείο β (ενάγουσες) [και ήδη αναιρεσίβλητες], προσλήφθηκαν από το εφεσίβλητο [...] - εκκαλούν [...] σωματείο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να παρέχουν υπηρεσίες στα Κέντρα Κοινωνικής Φροντίδας, Κατάρτισης και Εργασιακής Απασχόλησης που λειτουργεί το τελευταίο με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και οκτώ (8) ώρες ημερησίως.

Ειδικότερα η πρώτη εκκαλούσα [...] - εφεσίβλητη [...] Δ. Σ. (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) με την από 7.1.2003 έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου προσλήφθηκε ως τεχνικός γενικής χειροτεχνίας και υπεύθυνη ομάδας εργασίας ατόμων με ειδικές ανάγκες (νοητική υστέρηση) αντί μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες με την ως άνω σύμβαση συμφωνήθηκε να υπολογίζονται με βάση το ενιαίο μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων, όπως προβλέπονται από αυτό, σύμφωνα με το μισθολογικό κλιμάκιο, χρονοεπίδομα, επίδομα εξομάλυνσης, οικογενειακό επίδομα και κίνητρο απόδοσης για την κατηγορία ΔΕ και ΜΚ 28.

Μετά τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας, στις 31.12.2003 εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο σωματείο και η σύμβαση εργασίας της τράπηκε σε αορίστου χρόνου. Είναι έγγαμη από 12.6.2004, καθώς και μητέρα δύο τέκνων, που γεννήθηκαν στις 6.5.2006 το πρώτο και στις 12.1.2007 το δεύτερο. [...]. Η δεύτερη εκκαλούσα [...]-εφεσίβλητη , Ά.

Τ. (ήδη η δεύτερη αναιρεσίβλητη) με την από 2.5.1995 έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκε ως συνοδός αυτοκινήτων- βοηθός προγράμματος, αντί μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες με την ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε να καθορίζονται με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Μετά τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας, στις 31.12.1995 εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο σωματείο και η σύμβαση εργασίας της τράπηκε σε αορίστου χρόνου, ενώ επιπλέον της ανατέθηκαν και καθήκοντα της υπεύθυνης ομάδας εργασίας -εκπαιδεύτριας ατόμων και ειδικές ανάγκες.

Είναι [...] έγγαμη από 6.9.2009 και μητέρα ενός τέκνου που γεννήθηκε στις 6.2.2010. [...]. Η τρίτη εκκαλούσα [...] -εφεσίβλητη [...] Ε. Η. (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) με την από 16.2.1989 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε ως συνοδός ατόμων με ειδικές ανάγκες [...] και ως βοηθός προγράμματος. Με την ίδια ως άνω σύμβαση συμφωνήθηκε οι αποδοχές της να ακολουθούν το μισθολόγιο των αντίστοιχων με την ειδικότητα και κατηγορία υπαλλήλων του Δημοσίου.

Είναι [...] έγγαμη από τις 18.3.1993 και μητέρα δύο (2) τέκνων, που γεννήθηκαν στις 7.5.1999 το πρώτο και στις 7.4.2001 το δεύτερο. [...]. Περαιτέρω, το Μάιο του έτους 2016 το εφεσίβλητο [...]- εκκαλούν [...] όφειλε στις εκκαλούσες [...] - εφεσίβλητες [...] δεδουλευμένες αποδοχές (διαφορές του έτους 2015 και του χρονικού διαστήματος από 1.1.2016 έως 30.4.2016, καθόσον από το Μάρτιο 2015 για την πρώτη και τον Φεβρουάριο 2015 για τις λοιπές κατέβαλε έναντι των μηνιαίων μισθών.

Ειδικότερα, το εφεσίβλητο [...]- εκκαλούν [...] μέχρι τις αρχές Μαΐου του έτους 2016, είχε καταβάλει στην πρώτη (Δ. Σ.), της οποίας οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν στο ποσό των 1.072,00 ευρώ το έτος 2015 και των 1.081,00 ευρώ το έτος 2016, 483,76 ευρώ έναντι μισθού Μαρτίου 2015, 409,49 ευρώ έναντι μισθού Απριλίου 2015, 195,74 ευρώ έναντι μισθού για καθένα των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2015, 213,77 ευρώ έναντι μισθού Σεπτεμβρίου 2015 και 195,74 ευρώ έναντι μισθού για καθένα των μηνών Ιανουάριου, Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2016, στη δεύτερη (Ά.

Τ.), της οποίας οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν στο ποσό των 1.153,00 ευρώ το έτος 2015 και των 1.219,25 ευρώ το έτος 2016, 609,29 ευρώ έναντι μισθού Φεβρουάριου 2015 και 236,33 ευρώ έναντι μισθού για καθένα των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Δεκεμβρίου 2015, Ιανουάριου, Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2016 και στην τρίτη (Ε.

Η.), της οποίας οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές ανέρχονταν στο ποσό των 1.369,00 ευρώ το έτος 2015 και των 1.378,75 ευρώ το έτος 2016, 571,54 ευρώ έναντι μισθού Φεβρουάριου 2015, 357,33 ευρώ έναντι μισθού για καθένα των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2015 και 195,74 ευρώ έναντι μισθού για καθένα των μηνών Ιανουάριου, Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2016.

Για τις προαναφερόμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές οι εκκαλούσες [...]- εφεσίβλητες [...] όχλησαν επανειλημμένως προφορικά τους νομίμους εκπροσώπους του σωματείου, αφού ο μισθός αποτελούσε το μοναδικό εισόδημά τους και ήταν απολύτως αναγκαίος για την αντιμετώπιση των δαπανών διαβίωσης των ιδίων και των τέκνων τους, με την ανάλογη συνεισφορά τους στο οικογενειακό εισόδημα.

Σημειώνεται ότι όλες οι εκκαλούσες [...]-εφεσίβλητες [...] είναι έγγαμες με ανήλικα τέκνα και με τη στέρηση του μισθού τους, ενόψει και του ότι δεν είχαν άλλες πηγές εισοδήματος, περιήλθαν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση, με συνέπεια να καταστεί προβληματική η κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους και εν τέλει να κινδυνεύσει αυτή καθεαυτή η επιβίωσή τους.

Στις διαμαρτυρίες τους για τη μη καταβολή των μισθών τους οι νόμιμοι εκπρόσωποι του εφεσιβλήτου [...]-εκκαλούντος [...] σωματείου υπόσχονταν την πληρωμή τους χωρίς, ωστόσο, να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους. Κατόπιν τούτων οι εκκαλούσες [...]- εφεσίβλητες [...] επέδωσαν, στις 6.5.2016, στο αντίδικο σωματείο την από 4.5.2016 εξώδικη δήλωση, με την οποία, διαμαρτυρόμενες για την καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, τις οποίες οι ίδιες προσδιόρισαν στα καθαρά (μετ' αφαίρεση δηλαδή των νομίμων κρατήσεων) συνολικά ποσά των 10.185,62 ευρώ για την πρώτη, των 11.998,75 ευρώ για τη δεύτερη και των 12.920,28 ευρώ για την τρίτη, δήλωσαν ότι ασκούν, από 9.5.2016, το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, όπως και έπραξαν.

Το δικαίωμα αυτό ασκήθηκε από τις εκκαλούσες [...] - εφεσίβλητες [...] νόμιμα, με σαφή δήλωση προς τον εργοδότη τους για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του, οι οποίες εξειδικεύονταν κατ' είδος, αιτία και οφειλή, με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση της ικανοποίησης των απαιτήσεών τους. Το εφεσίβλητο [...] - εκκαλούν [...] δεν συμμορφώθηκε και, αντί εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων μισθών ως είχε υποχρέωση, επέδωσε στις εργαζόμενες την από 9.5.2016 εξώδικη δήλωση, με την οποία, αφού επικαλέστηκε τη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά τους που, κατά τη δήλωσή του, προκαλούσε βλάβη στη λειτουργία του σωματείου και τις κάλεσε να προσφέρουν κανονικά τις υπηρεσίες τους, δηλώνοντας ότι στην αντίθετη περίπτωση θα ασκήσει, χωρίς περαιτέρω ειδοποίηση, τα νόμιμα δικαιώματά του.

Ως αιτία της οικονομικής δυσχέρειας ανέφερε την μη καταβολή των τακτικών επιχορηγήσεων από τους φορείς του Ελληνικού Δημοσίου και την Περιφέρεια Αττικής, οι οποίες είχαν προϋπολογιστεί για το έτος 2015 στο ποσό των 253.500,00 ευρώ και για το έτος 2016 στο ποσό των 110.000,00 ευρώ (βλ. τους προσκομιζόμενους από το εφεσίβλητο [...] - εκκαλούν προϋπολογισμούς των ανωτέρω ετών ].

Ωστόσο, εκτός των τακτικών επιχορηγήσεων, ως προς την εκταμίευση των οποίων είχε παρατηρηθεί καθυστέρηση ήδη από το έτος 2011, το εφεσίβλητο [...] - εκκαλούν [...] σωματείο ελάμβανε επιδοτήσεις από κοινοτικά προγράμματα, οι οποίες προϋπολογίστηκαν για τα έτη 2015 και 2016 στα ποσά των 152.000,00 ευρώ και 150.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ, είχε και ίδια έσοδα (νοσήλια, έσοδα από συνδρομές, έσοδα από δωρεές και λοιπά έσοδα, στα οποία περιλαμβάνονταν και το ποσό των 300,00 ευρώ ανά άτομο/παιδί με ειδικές ανάγκες που κατέβαλαν μηνιαίως οι γονείς/κηδεμόνες), τα οποία ("ίδια έσοδα") για τα ίδια ως άνω έτη 2015 και 2016 προϋπολογίστηκαν, αντίστοιχα, στα ποσά των 315.500,00 ευρώ και 529.800,00 ευρώ (βλ.

ομοίως τους προσκομιζόμενους προϋπολογισμούς των ανωτέρω ετών). Επομένως, βάσει των ανωτέρω, το εφεσίβλητο [...]-εκκαλούν [...], αξιοποιώντας τα ανωτέρω έσοδα πρωτίστως για την κάλυψη της μισθοδοσίας των εργαζομένων του, θα μπορούσε να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τις εκκαλούσες [...] -εφεσίβλητες [...] χωρίς η δυνατότητα αυτή να αναιρείται από την επικαλούμενη καθυστέρηση καταβολής των κρατικών επιχορηγήσεων κατά τα έτη 2015 και 2016.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και εάν ήθελε κριθεί ότι η μισθοδοσία των εργαζομένων μπορούσε να καλυφθεί μόνο από τις κρατικές επιχορηγήσεις και με δεδομένο ότι η εκταμίευσή τους γινόταν με καθυστέρηση ήδη από το έτος 2011, το εφεσίβλητο [...] - εκκαλούν [...] , το οποίο, από το έτος 2015 όφειλε δεδουλευμένους μισθούς στο σύνολο των μισθωτών που απασχολούσε στα τρία και εν συνεχεία δύο Κέντρα Κοινωνικής Φροντίδας, Κατάρτισης και Εργασιακής Απασχόλησης, είχε υποχρέωση, ως εργοδότης, να προβεί σε μειώσεις του λειτουργικού του κόστους και ιδία του μισθολογικού και, πάντως, να εξασφαλίσει την κάλυψη των αποδοχών των εργαζομένων για όσο χρόνο διαρκούσε η καθυστέρηση καταβολής των επιχορηγήσεων.

Και τούτο διότι, [...] ο εργοδότης υπό την επίκληση της οικονομικής δυσπραγίας και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, δεν μπορεί ν' αξιώνει από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του επί σειρά μηνών χωρίς να του καταβάλει τις αποδοχές του, που συνήθως αποτελούν το μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζόμενου.

Οφείλει δε να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες προκειμένου να μειώσει τις δαπάνες λειτουργίας και ειδικότερα τις μισθολογικές, όπερ το εφεσίβλητο [...] - εκκαλούν [...] όχι μόνο δεν έπραξε, αλλά, αντιθέτως, μετά την κατά τα ανωτέρω επίσχεση εργασίας και μέχρι το έτος 2017, προσέλαβε δέκα (10) νέους εργαζομένους, αυξάνοντας περισσότερο τις λειτουργικές του δαπάνες, χωρίς να ασκεί επιρροή ότι αυτοί ήταν ΠΕ, είχαν διαφορετικές ειδικότητες από αυτές των εκκαλουσών [...] - εφεσιβλήτων [...] και έπρεπε να προσληφθούν για να αναγνωριστεί το σωματείο και ως Κέντρο Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας, προκειμένου να ενταχθεί σε πρόγραμμα επιδότησης ΕΣΠΑ.

Με βάση τα ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη, περαιτέρω, ότι: α) η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών είναι χρονικά αξιόλογη και το ύψος των οφειλομένων στις εκκαλούσες [...] - εφεσίβλητες [...] σημαντικό, σε συνάρτηση προς τις ατομικές και οικογενειακές τους ανάγκες, β) οι εκκαλούσες [...] - εφεσίβλητες [...] υπέμειναν επί μακρόν την καθυστέρηση του εργοδότη τους ως προς την καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών και εξάντλησαν κάθε περιθώριο υπομονής πριν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, επιδιώκοντας αποκλειστικά και μόνο την καταβολή του μισθού τους, που αποτελούσε το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους και εξαιτίας της στέρησής του αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, να αυτοσυντηρηθούν και να συντηρήσουν τις οικογένειές τους, γ) το εφεσίβλητο [...] -εκκαλούν [...] δεν έχει ικανοποιήσει μέχρι σήμερα τις ως άνω απαιτήσεις και δ) με την επίσχεση της εργασίας δεν προκλήθηκε δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στο σωματείο, αφού ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων, οκτώ (8) συμπεριλαμβανομένων και των εκκαλουσών [...] - εφεσιβλήτων [...], που άσκησαν το δικαίωμα αυτό είναι μικρός σε σχέση με το σύνολο (35) των εργαζομένων στο σωματείο, το Δικαστήριο κρίνει [...] ότι η άσκηση από τις εκκαλούσες [...] - εφεσίβλητες [...] του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους δεν υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του.

Η νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας έχει ως συνέπεια την υπερημερία του εφεσίβλητου [...]- εκκαλούντος [...], το οποίο υποχρεούται για όσο χρόνο δεν κατέβαλε τις καθυστερούμενες αποδοχές, να καταβάλει στις εκκαλούσες [...]-εφεσίβλητες [...] τις αποδοχές τους σαν να εργάζονταν κανονικά. [...]". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρο 281 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 325, 329 και 656 του ΑΚ, αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με τη μη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης των εναγουσών - αναιρεσίβλητων και, κατά συνέπεια, ορθά απέρριψε την περί τούτου ένσταση του εναγομένου - αναιρεσείοντος σωματείου ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία μη ορθά δεν εφήρμοσε στην ένδικη διαφορά, δεν είναι βάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά δέχθηκε ότι οι προαναφερθείσες απαιτήσεις των εναγουσών από τη μη καταβολή σε αυτές δεδουλευμένων αποδοχών ήταν σημαντικές και ανάγονταν σε σημαντικό χρονικό διάστημα, αφού τα πιο πάνω ποσά, σημαντικού κατά τα προεκτεθέντα ύψους, αφορούσαν συνεχόμενο χρονικό διάστημα μη πληρωμής των εναγουσών, διάρκειας πλέον του έτους, μέσα στο οποίο σχεδόν κάθε μήνα το εναγόμενο τους κατέβαλε μικρό ποσοστό (ανερχόμενο κατά τα ως άνω κατά μέσο όρο σε ποσοστό 25% περίπου) των δεδουλευμένων αποδοχών τους και κατά συνέπεια δικαιολογούσαν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους των εναγουσών, ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των αποδοχών οφειλόταν στην έλλειψη επιμέλειας του εναγομένου σωματείου να εξασφαλίσει την κάλυψη των αποδοχών των εργαζομένων για όσο χρόνο διαρκούσε η καθυστέρηση καταβολής των επιχορηγήσεων από τους φορείς του Δημοσίου και από την Περιφέρεια Αττικής, διότι, παρά την πραγματική καθυστέρηση στην καταβολή των ως άνω επιχορηγήσεων, το εναγόμενο είχε και ίδια έσοδα (νοσήλια, έσοδα από συνδρομές, έσοδα από δωρεές, στα οποία περιλαμβάνονταν και το ποσό των 300 ευρώ ανά άτομο/παιδί με ειδικές ανάγκες που κατέβαλαν μηνιαίως οι κηδεμόνες/γονείς), με τα οποία, εφόσον τα αξιοποιούσε πρωτίστως για την κάλυψη της μισθοδοσίας των εργαζομένων του, είχε τη δυνατότητα να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τις ενάγουσες - αναιρεσίβλητες, ότι δεν προέβη στις ενδεδειγμένες ενέργειες για να μειώσει το μισθολογικό κόστος λειτουργίας του, αλλά αντιθέτως κατά τη διάρκεια της επίσχεσης εργασίας των εναγουσών και μέχρι το έτος 2017 προσέλαβε δέκα νέους εργαζόμενους, αυξάνοντας περισσότερο τις λειτουργικές του ανάγκες και ότι η επίσχεση εργασίας των εναγουσών δεν προκάλεσε δυσβάστακτες και δυσανάλογες συνέπειες στο εναγόμενο.

Οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στον οικείο αναιρετικό λόγο περί αποδεδειγμένης έλλειψης της υπαιτιότητάς του ως φιλανθρωπικού σωματείου -φορέα πρωτοβάθμιας κοινωνικής φροντίδας και όχι επιχείρησης- στην καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσίβλητων, οφειλόμενης στην καθυστέρηση καταβολής σε αυτό των ετησίων επιχορηγήσεών του από το Δημόσιο και την Περιφέρεια Αττικής, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτες.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι οι αναιρεσίβλητες δεν ανηύραν αλλού απασχόληση επ' αμοιβή αφότου ξεκίνησαν την επίσχεση της εργασίας τους στο αναιρεσείον και ότι ενήργησαν αντίθετα προς τις ενέργειες του λοιπού προσωπικού του, που συνέχισε να εργάζεται και εντάχθηκε στα Κέντρα Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας που ξεκίνησαν να λειτουργούν με την επιχορήγησή του από τα Κοινοτικά Προγράμματα ΕΣΠΑ και εξοφλούνταν εμπρόθεσμα για τις δεδουλευμένες αποδοχές του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και εάν οι αναιρεσίβλητες - εργαζόμενες δεν αναζήτησαν και δεν βρήκαν αλλού εργασία κατά τη διάρκεια επίσχεσης της εργασίας τους, το γεγονός αυτό και μόνο δεν καθιστά καταχρηστικό κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμά τους να συνεχίσουν την επίσχεση λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων τους αποδοχών από το αναιρεσείον και κατά συνέπεια δεν αίρει την υπερημερία του τελευταίου Σημειώνεται, ακόμη, ότι το αναιρεσείον είχε την ευχέρεια να προβεί σε διακοπή της υπερημερίας του είτε καταβάλλοντας τις οφειλές του και καλώντας παράλληλα τις ευρισκόμενες σε επίσχεση εργασίας αναιρεσίβλητες να επιστρέψουν στην εργασία τους, είτε, σε κάθε περίπτωση, λύοντας τις συμβάσεις εργασίας τους με καταγγελία αυτών, τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων ο πρώτος ως άνω λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 368/2020). Τέλος, όταν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά μία από αυτές, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις υπόλοιπες, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 599/2006, ΑΠ 10/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: α) εσφαλμένα και με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ότι αυτό είχε ίδια έσοδα, που επαρκούσαν για να καλύψει τις υποχρεώσεις του πρωτίστως προς το προσωπικό του, καθόσον έλαβε υπόψη του τα έγγραφα των προϋπολογισμών των ετών 2015 και 2016, τα οποία αποδεικνύουν μόνο την προσδοκία είσπραξης των αναγραφομένων σε αυτά εσόδων για το έτος περί ου ο προϋπολογισμός, β) ότι ουδόλως αιτιολογεί πως αποδεικνύεται ότι τα "ίδια έσοδα" του αναιρεσείοντος που προέρχονταν και από το ποσό των 300 ευρώ που κατέβαλαν μηνιαίως οι γονείς/κηδεμόνες ανά παιδί/άτομο επαρκούσαν για την κάλυψη του μισθολογικού κόστους των εργαζομένων του σωματείου καθόσον ουδαμώς γίνεται αναφορά σε αυτό το μισθολογικό κόστος είτε αυτόνομα είτε σε συνδυασμό - ως έδει - προ τα λοιπά λειτουργικά έξοδα του σωματείου, τα οποία και περιγράφονται και γ) με αντιφατική αιτιολογία αφενός έκρινε ότι ήταν αναγκαία δαπάνη αυτή που αφορά το μισθολογικό κόστος των δέκα νέων προσληφθέντων εργαζομένων, οι οποίοι λόγω της ειδικότητάς τους κλήθηκαν να στελεχώσουν τα Κέντρα Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας, προκειμένου να λειτουργήσουν συννόμως και να είναι πιστοποιημένα ως τέτοια και αφετέρου έκρινε ότι το σωματείο εσφαλμένως προχώρησε στην πρόσληψη αυτών των "νέων" εργαζομένων, διότι θα έπρεπε - κατά την προσβαλλομένη - να εξοικονομήσει δαπάνες προκειμένου να αποπληρώσει την οφειλή του από δεδουλευμένες αποδοχές προς τις ενάγουσες.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής, διότι με αυτόν ουδόλως πλήττονται και οι λοιπές κύριες επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών είναι χρονικά αξιόλογη και το ύψος των οφειλομένων στις εκκαλούσες - εφεσίβλητες (δηλαδή ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες) σημαντικό σε συνάρτηση προς τις ατομικές και τις οικογενειακές τους ανάγκες, β) οι εκκαλούσες-εφεσίβλητες υπέμειναν επί μακρόν την καθυστέρηση του εργοδότη τους (δηλαδή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) ως προς την καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών και εξάντλησαν κάθε περιθώριο υπομονής πριν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, επιδιώκοντας αποκλειστικά και μόνο την καταβολή του μισθού τους, που αποτελούσε το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους και εξαιτίας της στέρησής του αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις να αυτοσυντηρηθούν και να συντηρήσουν τις οικογένειές τους, γ) το εφεσίβλητο - εκκαλούν δεν έχει ικανοποιήσει μέχρι σήμερα τις ως άνω απαιτήσεις τους και δ) με την επίσχεση της εργασίας δεν προκλήθηκε δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στο σωματείο, αφού ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων, οκτώ (8) συμπεριλαμβανομένων και των εκκαλουσών - εφεσιβλήτων που άσκησαν το δικαίωμα αυτό, είναι μικρός σε σχέση με το σύνολο (35) εργαζομένων στο σωματείο, οι οποίες (παραδοχές) επιστηρίζουν αυτοτελώς το ορθό διατακτικό της αναφορικά με το ότι η άσκηση από τις εκκαλούσες-εφεσίβλητες του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους δεν υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του.

Επομένως, ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεσης, το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 αριθ.4, 6 και 11 και των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ.1, 8, 13 παρ. 2, 14, 21 παρ. 3 και 5 και 26 παρ. 2 του ν. 3614/2007 "Διαχείριση, έλεγχος και εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2007 -2013" και του άρθρου 3 αριθμ. 5 , 6, 11, 12, 19, 23, 24 και 29 και των άρθρων 8 παρ. 1, 10 παρ. 2, 20 παρ. 2 και 27 του ν. 4314/2014 "Για τη διαχείριση, τον έλεγχο και την εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2014- 2020..", που προβλέπουν υποχρεώσεις και απαγορεύσεις στη διάθεση και διαχείριση των δημοσίων δαπανών που χορηγούνται στο πλαίσιο επιχορηγήσεων των Κοινοτικών Προγραμμάτων ΕΣΠΑ, με ποινή ανάκλισης της χρηματοδότησης, τις οποίες, εάν εφήρμοζε, θα δεχόταν αφενός ότι το αναιρεσείον δεν επιτρεπόταν να διαθέσει τα ποσά των επιχορηγήσεών του από Κοινοτικά Προγράμματα για την κάλυψη οφειλών από δεδουλευμένες αποδοχές προηγουμένων περιόδων του προσωπικού του το οποίο δεν απασχολείτο σε επιδοτούμενα έργα και αφετέρου ότι η πρόσληψη των νέων εργαζομένων κατηγορίας ΠΕ δεν επιβάρυνε τον προϋπολογισμό του σωματείου και την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του, καθώς η πρόσληψή τους εντασσόταν στα Κοινοτικά Προγράμματα, από τα οποία καλυπτόταν η δαπάνη μισθοδοσίας τους και θα κατέληγε στο πόρισμα ότι η άσκηση εκ μέρους των αναιρεσίβλητων του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας τους ήταν καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ και έτσι δεν κατέστησε το αναιρεσείον υπερήμερο εργοδότη ως προς την καταβολή των αποδοχών τους, που αφορούν στο χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με βάση τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το αναιρεσείον-σωματείο είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των αναιρεσίβλητων - εργαζομένων του μόνον από τα κονδύλια των επιχορηγήσεων που εισέπραττε από τα Κοινοτικά Προγράμματα στα οποία είχε ενταχθεί, ώστε να παραβιάσει τους ως άνω νόμους με τη μη εφαρμογή τους, αλλά αντίθετα, δέχθηκε ότι τούτο όφειλε να τις καταβάλει έχοντας οικονομικούς πόρους και από επιχορηγήσεις από Κοινοτικά Προγράμματα αλλά και από "ίδια έσοδα", ύψους 315.500 και 529.800 ευρώ για τα έτη 2015 και 2016 αντίστοιχα, τα οποία παρέθεσε και στα οποία δεν συμπεριέλαβε τις ως άνω επιδοτήσεις από κοινοτικά προγράμματα και περιστέλλοντας συγχρόνως τις δαπάνες λειτουργίας του, όπως βάσιμα υποστηρίζουν και οι αναιρεσίβλητες με τις κατατεθείσες προτάσεις τους.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 517/2017). Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005).

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από αυτό εγγράφων προϋπολογισμών των ετών 2015 και 2016, με την επίκληση ότι, λαμβάνοντας υπόψη ως αποδεικτικό έγγραφο στοιχείο τους προσκομιζόμενους από το εφεσίβλητο...

προϋπολογισμούς των ανωτέρω ετών, συγκεκριμένα των ετών 2015 και 2016, έκρινε ότι το σωματείο "... εκτός των τακτικών επιχορηγήσεων ως προς την εκταμίευση των οποίων είχε παρατηρηθεί καθυστέρηση ήδη από το έτος 2011..., ελάμβανε επιδοτήσεις από κοινοτικά προγράμματα, οι οποίες προϋπολογίσθηκαν για τα έτη 2015 και 2016 στα ποσά των 152.000 ευρώ και 150.000 ευρώ αντίστοιχα ενώ είχε και ίδια έσοδα (νοσήλια ..) τα οποία (ίδια έσοδα) για τα ίδια ως άνω έτη 2015 και 2016 προϋπολογίσθηκαν αντίστοιχα στα ποσά των 315.000 ευρώ και 529.800 ευρώ" και έτσι παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, το οποίο είναι η προεκτίμηση των οικονομικών συνθηκών, εσόδων και εξόδων καθώς και η προσδοκία εισροής ή εκροής χρηματικών ποσών και μόνο, εξαιτίας δε της παραμόρφωσης αυτής κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το αναιρεσείον διέθετε επαρκή διαθέσιμα, προκειμένου να εξοφλήσει τις οφειλές του προς το προσωπικό του, περιλαμβανομένων των εναγουσών, και δεν βρισκόταν σε ανυπαίτια καθυστέρηση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων προϋπολογισμών του αναιρεσείοντος, που αφορούν στα έτη 2015 και 2016, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτά το δικαστήριο της ουσίας. Ο ίδιος, όμως, λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι από το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι τα έγγραφα των προϋπολογισμών των εισροών -εκροών του αναιρεσίβλητου για τα έτη 2015 και 2016 αναγνώσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως έχουν, πλην όμως το δικαστήριο, με βάση τους επικαλούμενους στην απόφαση λόγους και σε συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε διαφορετική κρίση σε σχέση με τα όσα υποστηρίζει το αναιρεσείον, και, κατά συνέπεια, δεν πρόκειται για εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων αυτών από το δικαστήριο, αλλά για αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του επί του περιεχομένου αυτών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Έγγραφα, όμως, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ του ΚΠολΔ θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μόνο, ενώ δεν αποτελούν έγγραφα τα δικόγραφα της αγωγής και της έφεσης και οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1124/2018, ΑΠ 2013/2013). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (και τελευταίο) αναιρετικό λόγο, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα εξής: (α) Ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τόσο τα προσαχθέντα με επίκληση από αυτό αποδεικτικά έγγραφα τραπεζικής κατάθεσης- μεταφοράς μέσω τραπέζης της 10.11.2015 και της 21.12.2015, με καταθέτη το ίδιο και δικαιούχο καθεμία από τις τρεις αναιρεσίβλητες, όσο και τις σελίδες 4 έως και 6 της υπ' αριθμ.

ΕΑΚ 2017/2016 αγωγής, καθώς και τις σελίδες 6 έως 7 της με αριθμό ΕΑΚ 1642/2017 αγωγής των εναγουσών- αναιρεσίβλητων, όπου αποδεικνύεται -αναφέρεται αντίστοιχα ότι κατά τις ημερομηνίες αυτές και οι τρεις ενάγουσες εξοφλήθηκαν ολοσχερώς για το δεδουλευμένο μισθό τους μηνός Οκτωβρίου 2015 και μηνός Νοεμβρίου 2015. (β) Ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δήλωση και ομολογία των εναγουσών, η αλήθεια της οποίας αποδεικνύεται και από τα προσκομισθέντα από το αναιρεσείον καταθετήρια έγγραφα, ότι αυτό κατέβαλε σε καθεμία από τις ενάγουσες- αναιρεσίβλητες το ποσό των 800 ευρώ μεταξύ του χρόνου άσκησης των ως άνω αγωγών και του χρόνου συζήτησης αυτών και έτσι κατέληξε στην κρίση ότι η πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη έλαβε μόνο το ποσό των 419,87 ευρώ για μισθό Μαρτίου 2015, αν και είχε εξοφληθεί και το ποσό των 357,33 ευρώ για μισθό Απριλίου 215 αν και είχε εξοφληθεί, η δεύτερη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη έλαβε μόνον το ποσό των 457,62 ευρώ για μισθό Μαρτίου 2015, αν και είχε εξοφληθεί και το ποσό των 236,33 ευρώ για μισθό Απριλίου 2015, αν και είχε λάβει συνολικά 306,33 ευρώ έναντι του μισθού Απριλίου 2015 και η τρίτη ενάγουσα - τρίτη αναιρεσίβλητη έλαβε μόνο το ποσό των 419,87 ευρώ για μισθό Μαρτίου 2015, αν και είχε λάβει 1.219,87 ευρώ έναντι του μισθού Μαρτίου 2015 και (γ) δεν έλαβε υπόψη του τα με επίκληση προσαχθέντα από το αναιρεσείον αποδεικτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται ότι για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2011 και 2012 αυτό είχε καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ και έτσι εσφαλμένα για την αιτία αυτή επιδίκασε στην πρώτη αναιρεσίβλητη συνολικά το ποσό 4.901,27 ευρώ, αντί του οφειλόμενου ποσού των 2.901,27 ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 4.999,60 ευρώ αντί του οφειλόμενου ποσού των 2.999,60 ευρώ και στην τρίτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 5.507,98 ευρώ αντί του οφειλόμενου ποσού των 3.507,98 ευρώ.

Σχετικά με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, από την σαφή αναφορά που διαλαμβάνεται στην έκτη (6η) σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης "Ακολούθως με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, περιόρισαν (εννοείται οι ενάγουσες- εκκαλούσες- εφεσίβλητες - αναιρεσίβλητες) το συνολικό αίτημα στο ποσό των 81.682,42 ευρώ η πρώτη, των 45.894,69 ευρώ η δεύτερη και των 50.335,14 ευρώ η τρίτη λόγω επιγενόμενης καταβολής ποσού 800,00 ευρώ σε εκάστη αυτών, με το οποίο εξοφλήθηκε ο μισθός του Μαρτίου 2015 και μέρος του μισθού Απριλίου 2015 της πρώτης και οι μισθοί Φεβρουαρίου 2015 και μέρος του μισθού Μαρτίου 2015 των δεύτερης και τρίτης [...]" και τη βεβαίωση που διαλαμβάνεται στις δέκατη πέμπτη (15η) και δέκατη έκτη (16η) σελίδες αυτής ότι: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ.

Σ. και Σ. Α., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις 5569/30.4.2018 και 9221/30.9.2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Ε. Μ. και Γ. Π., που ελήφθησαν νομότυπα και κατόπιν εμπρόθεσμης, σύμφωνα με τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του ν. 433/2015, κλήτευσης του εφεσιβλήτου της υπό στοιχεία α έφεσης - εκκαλούντος της υπό στοιχείο β (βλ.

στα ταυτάριθμα με την εκκαλούσα πρακτικά την επέχουσα θέση κλήτευσης δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του πληρεξουσίου δικηγόρου των εκκαλουσών της υπό στοιχείο α έφεσης-εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο β, περί ένορκης εξέτασης της πρώτης μάρτυρος, την από 24.9.2019 κλήση-γνωστοποίηση εξέτασης του δεύτερου μάρτυρος και την 5254/25.9.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.

Π.), πλην της προσκομιζόμενης από το εφεσίβλητο της υπό στοιχείο α έφεσης-εκκαλούν της υπό στοιχείο β (εναγόμενο) 5154/2018 ένορκης βεβαίωσης της Α. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον η ανωτέρω εξετασθείσα ως μάρτυς, κατά το χρόνο που έδωσε την ένορκη βεβαίωση, δηλαδή στις 23.4.2018, ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του διαδίκου σωματείου, με συνέπεια [...] η ένορκη αυτή βεβαίωση να είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, διότι δεν είναι τρίτος, το μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου [...] καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κάποιο κατά τη ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: [...]" σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης που αναφέρεται στους αριθμητικούς υπολογισμούς των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των νόμιμων δεδουλευμένων αποδοχών των εναγουσών - αναιρεσίβλητων και εκείνων των αποδοχών που έλαβαν από το εναγόμενο - αναιρεσείον κατά τη χρονική περίοδο από την 1.1.2011 μέχρι τις 8.5.2016 (βλ.

σελίδες 24 έως 29 αυτής), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και (α) τα με ημερομηνίες 10.11.2015 και 21.12.2015 τραπεζικά παραστατικά κατάθεσης χρημάτων, τα οποία με επίκληση προσκομίσθηκαν από το εναγόμενο -εκκαλούν -αναιρεσείον και τα οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και (β) τη καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δήλωση των εναγουσών, με την οποία περιόρισαν τα αντίστοιχα αγωγικά τους αιτήματα κατά το ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ, και με βάση αυτά προέβη, κάνοντας τις ανάλογες αριθμητικές πράξεις, στον καθορισμό των διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των νομίμων δεδουλευμένων αποδοχών και των καταβληθεισών αποδοχών των αναιρεσιβλήτων που αφορούσαν στο επίδικο χρονικό διάστημα από την 1.1.2011 μέχρι τις 8.5.2016, τις οποίες και επιδίκασε.

Επομένως ο πέμπτος αναιρετικός λόγος ως προς τα (α) και (β) σκέλη αυτού, και κατά το μέρος που αναφέρεται σε συγκεκριμένα έγγραφα (παραστατικά τραπεζικής κατάθεσης) και σε ομολογία των εναγουσών-αναιρεσίβλητων κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Όμως, ως προς το (α) σκέλος του, με το οποίο μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δεν έλαβε υπόψη του τα δικόγραφα των αγωγών των εναγουσών-αναιρεσίβλητων, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, έγγραφα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ του ΚΠολΔ, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικτικά μέσα και μόνο και δεν αποτελούν έγγραφα τα δικόγραφα των αγωγών. Εξάλλου, απορριπτέο ως αόριστο είναι και το (γ) σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, διότι στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύονται τα αναφερόμενα σε αυτό έγγραφα, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους και δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, από το οποίο συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη για να μειώσει τα ποσά που επιδίκασε σε κάθε ενάγουσα - αναιρεσίβλητη για επιδόματα εορτών και αδείας που αφορούσαν τα έτη 2011 και 2012 κατά το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Τέλος, ο ως άνω πέμπτος αναιρετικός λόγο δεν μπορεί να θεμελιώσει ούτε την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο επιδίκασε στις ενάγουσες - αναιρεσείουσες μη αιτηθέντες από αυτές μισθούς των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2015 και επιδίκασε για το ίδιο έτος ποσά μεγαλύτερα των αιτηθέντων, όπως αυτά περιορίστηκαν πρωτοδίκως.

Τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται (άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) ότι με ειδικό λόγο της από 17.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 118867/8420/2018 έφεσής του κατά της με αριθμό 1681/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε περισσότερες οριστικές διατάξεις (κεφάλαια αυτής) επί αυτοτελών αιτήσεων δικαστικής προστασίας των εναγουσών - αναιρεσίβλητων (επιδίκαση διαφορών μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών, επιδίκαση μισθών υπερημερίας, επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης και επιδίκαση αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης), το εκκαλούν - αναιρεσείον προσέβαλε το κεφάλαιό της με το οποίο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού υπολόγισε με μαθηματικό τρόπο, επιδίκασε στις ενάγουσες - αναιρεσίβλητες διαφορές αποδοχών, ώστε να μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το κεφάλαιό της αυτό και στη συνέχεια να ελεγχθεί αναιρετικώς μέσω του λόγου του άρθρου 559 αριθμός 9 εδαφ.

α του ΚΠολΔ, εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της ως άνω έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, επιδίκασε μη αιτηθέντα κονδύλια (σχ. ΑΠ 1124/2018 ). Αλλά και από το δικόγραφο της ως άνω από 17.12.2018 έφεσης του ανερεσείοντος, το οποίο επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι δεν είχε υποβληθεί σχετικό παράπονο εκ μέρους του ανερεσείοντος που ν' αφορά επιδίκαση των πιο πάνω διαφορών με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παρά μόνο (με τον πέμπτο λόγο έφεσης) για την επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2011 και 2012, χωρίς κατά τον υπολογισμό αυτών να ληφθούν υπόψη οι μειώσεις που επέφεραν οι Ν. 3833/201 και 3845/2010.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω κεφάλαιο του Πρωτοδικείου μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο μόνο με το σχετικό λόγο της από 14.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 119193/8435/2018 αντίθετης έφεσης των εναγουσών - εκκαλουσών - αναιρεσίβλητων κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο την προσέβαλαν επικαλούμενες ότι εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα Ιδρύματα Ειδικής Αγωγής που λειτουργούν ως ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, προκειμένου να καθορίσει τις (υπέρτερες των επιδικασθεισών πρωτοδίκως) νόμιμες αποδοχές που υποχρεούτο το εναγόμενο - εφεσίβλητο - αναιρεσείον να καταβάλει σε αυτές για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών από 1.1.2011 μέχρι 8.5.2016 και για μισθούς υπερημερίας από 9.5.2016 μέχρι 10.5.2017 για τις πρώτη και δεύτερη ενάγουσες- εκκαλούσες - αναιρεσίβλητες και μέχρι 3.5.2017 για την τρίτη ενάγουσα - εκκαλούσα - αναιρεσίβλητη.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 6.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 1393/132/2020 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού τους αιτήματος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Φεβρουαρίου 2020 και με αριθμό κατάθεσης 1393/132/2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 6308/14.11.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον σωματείο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μάιου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ