Supreme Court annuls lower court ruling on two defendants and remands case for substantive trial while dismissing appeal against third defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the second-instance judgment regarding two defendants and remanded the case for a new substantive trial, while dismissing the appeal against the third defendant. The plaintiff sought damages for torts and property damage, and the lower court had previously sent the case back for retrial after an earlier annulment. The Court held that the appellate chamber must conduct the substantive trial itself rather than refer it back to the original court, ensuring the case proceeds as a second-instance review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2), 581(2), 570(2), 524(1)(b) of the Code of Civil Procedure; The appellate court, when trying a case substantively, must adjudicate within the limits of the annulment decision but may admit new arguments and evidence if parties submit proposals, functioning as a second-instance court rather than referring the case back to the original court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 901 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 901/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κατρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Σ., 2) Β. συζύγου Α. Μ., αμφοτέρων κατοίκων … και 3) Β. Γ. του Η., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γρηγόριο Λογοθέτη και Νικόλαο Χαραλαμπίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4409/1999 μη οριστική, 4343/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 943/2003 του Εφετείου Πειραιώς.
Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 6-10-2006 αίτηση και τους από 24-12-2008 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 943/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, δέχτηκε κατά ένα μέρος την από 4-10-2006 αίτηση του Δ. Λ. για αναίρεση της 943/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, αναίρεσε την 943/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 340/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22-6-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 340/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ο αναιρεσείων (ενάγων) άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) την από 22-7-1998 αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν, α) το ποσό των 95.633.900 δραχμών ως αποζημίωση λόγω της αναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, β) το ποσό των 6.320.000 δραχμών ως αποζημίωση για τις φθορές που προκάλεσαν στο ακίνητό του και γ) το ποσό των 25.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Επικουρικά, ζήτησε να υποχρεωθεί ο πρώτος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 95.633.900 δραχμών κατά τις διατάξεις των άρθρων 1098 και 1099 ΑΚ, που αντιστοιχεί στους καρπούς που ωφελήθηκε από την κατοχή του ακινήτου του και ως κακόπιστος κάτοχος αυτού και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 4409/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια η 4343/2002 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, καθώς έγινε δεκτή η ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος. Επί της εφέσεως του ενάγοντος-αναιρεσείοντος εκδόθηκε η 943/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, καθώς απορρίφθηκε η ανωτέρω ένσταση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση και το Δικαστήριο κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως αόριστη ως προς το αίτημα της αποζημίωσης για τις φθορές του ακινήτου, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου αναφορικά με τον τρίτο εναγόμενο, ως παραγεγραμμένη αναφορικά με τη δεύτερη εναγομένη, ως παραγεγραμμένη την αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας έναντι του πρώτου εναγομένου για το διάστημα από 1-7-1990 έως 29-7-1993, ως παραγεγραμμένη επίσης την αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωση λόγω των ωφελημάτων του πρώτου εναγομένου για το διάστημα από 1-7-1990 έως 31-12-1992, ενώ στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 10.918.359 δραχμών ή 32.042 ευρώ, παράλληλα δε αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης από τους διαδίκους και επ' αυτών εκδόθηκε η 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του πρώτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και αναιρέθηκε η ανωτέρω προσβληθείσα απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αξίωσης αποζημίωσης του ενάγοντος έναντι των εναγομένων για τις φθορές του ακινήτου του, που είχε απορριφθεί ως αόριστη, καθώς η αξίωση αυτή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, καθώς και ως προς το κεφάλαιο για την αξίωση του ενάγοντος για απόδοση κατά την απορριφθείσα ως μη νόμιμη επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 938 και 904 επ.
ΑΚ), των ωφελημάτων του πρώτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου από την αυθαίρετη κατοχή του ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1990 έως 29-7-1993, που είχε απορριφθεί με την ανωτέρω απόφαση, κατά την κύρια βάση της από αδικοπραξία, ως παραγεγραμμένη. Στη συνέχεια δε, και μετά την αναιρετική απόφαση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 340/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δεχθείσα την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη ως προς τα αναιρέθεντα κεφάλαια και δικάζοντας επί της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως προς αυτά ως αβάσιμη.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος Δ. Λ. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 1, 270 παρ. 1 και 2, 341 παρ. 1, 2 και 3 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν μετά το Ν. 2207/1994 και πριν το Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι σε υπόθεση που δικάζεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, τότε, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου που ελήφθησαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο ούτε στο δεύτερο βαθμό, ουδέ καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1699/2010, ΑΠ 1574/2005).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο της από 22-7-1998 ένδικης αγωγής, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την τακτική διαδικασία, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Πειραιώς όρισε με την από 28-7-1998 πράξη του, που καταχωρίστηκε στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής αυτής ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως και πράγματι διεξήχθη, καθώς εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4409/1999 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που διέταξε εμμάρτυρες αποδείξεις. Επομένως, νομίμως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως βεβαιώνεται σ' αυτήν, δεν έλαβε υπόψη ως απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις με επίκληση προσκομισθείσες από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα με αριθμούς …/2015 και …/2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, οι οποίες λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στην κατ' έφεση δίκη επί της ανωτέρω αγωγής. Κατά συνέπεια, ο από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 731/2019, ΑΠ 536/2015).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 1-3-1971 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου, ο ενάγων-εκκαλών και ο δικαιοπάροχος πατέρας του, εκμίσθωσαν στον τρίτο εναγόμενο και ήδη τρίτο εφεσίβλητο, από την 1-3-1971 έως την 28-2-1977 για έξι έτη, δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, μία αποτελούμενη από τον πρώτο όροφο και το μεσοπάτωμα της οικοδομής, ιδιοκτησίας του ενάγοντος-εκκαλούντος και η άλλη αποτελούμενη από το ισόγειο, η οποία αργότερα νομοτύπως μεταβιβάστηκε τελικά στον ενάγοντα και έτσι αυτός κατέστη κύριος ολοκλήρου του μισθίου ακινήτου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον εναγόμενο ως ψητοπωλείο-ταβέρνα.
Η μίσθωση αυτή, ως εμπορική, υπήχθη στις διατάξεις του ΝΔ 1230/1972 και του Ν. 813/1978. Στις αρχές του έτους 1977, ο ανωτέρω μισθωτής τρίτος εναγόμενος άνοιξε σε άλλη περιοχή νέα επιχείρηση με το ίδιο αντικείμενο (ταβέρνα) και στο επίδικο μίσθιο εγκαταστάθηκε ο πρώτος εναγόμενος, στο οποίο λειτουργούσε ο τελευταίος επίσης ίδια επιχείρηση (ταβέρνα).
Οι ανωτέρω συνεκμισθωτές, υπολαβόντες ότι εγένετο υπομίσθωση του μισθίου τους, χωρίς δικαίωμα εκ μέρους του μισθωτή, άσκησαν σχετική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσαν την έξωση του μισθωτή για παράβαση όρου του ανωτέρω συμφωνητικού μισθώσεως. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ ' αριθμ. 312/1977 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεχθείσα ότι δεν έγινε υπομίσθωση, όπως υποστήριζαν οι εκμισθωτές, αλλά νομότυπη σύσταση εταιρείας (ετερόρρυθμης), ως είχε δικαίωμα να κάνει ο μισθωτής με βάση το ανωτέρω συμφωνητικό μισθώσεως.
Η εταιρεία αυτή συνεστήθη μεταξύ του τρίτου εναγομένου μισθωτή Β. Γ. και της δεύτερης εναγομένης Β. Μ., συζύγου του πρώτου εναγομένου, με την επωνυμία "Β. Μ. και Σία ΕΕΕ". Κατά της εν λόγω αποφάσεως δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο και έτσι κατέστη η απόφαση αυτή τελεσίδικη. Το δεδικασμένο που προκύπτει από την εν λόγω απόφαση δεσμεύει τους διαδίκους της ως άνω δίκης, δηλαδή τόσο τον ενάγοντα-εκκαλούντα εκμισθωτή, όσο και τον τρίτο εναγόμενο-εφεσίβλητο μισθωτή, αφού η αγωγή εφ' ης εξεδόθη η εκκαλούμενη απόφαση βασίζεται στον ίδιο αγωγικό ισχυρισμό της πρώτης ως άνω αγωγής, ότι δηλαδή παράνομα και αυθαίρετα παρεχώρησε ο τρίτος εναγόμενος τη χρήση του μισθίου στον πρώτο εναγόμενο.
Περαιτέρω, ο ενάγων Δ. Λ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 19-7-1990 αγωγή του κατά του ως άνω μισθωτή (εννοεί τον τρίτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο), της κουνιάδας του και του συζύγου της (εννοεί αντίστοιχα τους δεύτερη και πρώτο εναγομένους-αναιρεσιβλήτους), με την οποία ζητούσε επί τη βάση των ίδιων πραγματικών περιστατικών (πλην του χρονικού διαστήματος) που εκτίθενται και στην κρινόμενη αγωγή, την απόδοση της χρήσης του μισθίου και την καταβολή του ποσού των 25.320.000 δρχ.
για απολεσθέντα μισθώματα από το μήνα Μάρτιο 1987 (εννοεί, εκ λάθους, 1977) έως και τον Ιούνιο του 1990, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την εις βάρος του αδικοπραξία, άλλως να υποχρεωθεί προς τούτο ο πρώτος εναγόμενος ως κακόπιστος κάτοχος, αφού ωστόσο το μίσθωμα είχε αναπροσαρμοστεί με την υπ' αριθμ. 976/1979 απόφαση του Εφετείου τούτου στο ποσό των 18.000 δρχ.
μηνιαίως. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη ερήμην των εναγομένων η υπ' αριθμ. 1015/1991 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, μετά δε από έφεση, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 983/1996 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και μετά από αναίρεση κατ' αυτής, η υπ' αριθμ. 1522/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την τελευταία και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 516/1998 απόφασή του.
Με την εν λόγω απόφαση απερρίφθη η αγωγή λόγω δεδικασμένου για τον τρίτο εναγόμενο και εγένετο μερικώς δεκτή για τους δύο πρώτους εναγομένους ως βάσιμη και κατ' ουσία, δεχθέν το Δικαστήριο ότι καίτοι υπάρχει δεδικασμένο που προκύπτει από την προμνησθείσα υπ' αριθμ. 312/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που κατέστη τελεσίδικη για το μισθωτή τρίτο εναγόμενο, ότι δηλαδή αυτός είχε δικαίωμα να συστήσει και νομοτύπως συνέστησε την εταιρεία "Β.
Μ. και Σία Ε.Ε.Ε.", (αργότερα μετονομάσθη σε "Β.Γ. και Σία Ε.Ε."), με τη δευτέρα των εναγομένων, εν τούτοις, η εν λόγω εναγομένη υπέχει ευθύνη εξ αδικοπραξίας διότι εικονικώς συνέστησε την εταιρεία αυτή με το μισθωτή αδελφό της, προκειμένου να αντικρούσουν την ανωτέρω αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 312/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και συνεπώς τόσο αυτή όσο και ο σύζυγός της πρώτος εναγόμενος, που εκμεταλλευόταν το μίσθιο, έχουν υποχρέωση προς αποζημίωση του ενάγοντος, λόγω αδικοπραξίας εις βάρος του, ο δε τελευταίος εναγόμενος έχει υποχρέωση και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1096, 1098 και 1099 ΑΚ.
Ειδικότερα, δέχθηκε η απόφαση αυτή ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν κακής πίστεως νομέας του επιδίκου καταστήματος, διότι κατέλαβε και κατείχε αυτό αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα και κατόπιν παραχωρήσεώς του από τον τρίτο μισθωτή, ο οποίος δεν είχε τέτοιο δικαίωμα (παραχωρήσεως) και ότι για τη συγκάλυψη της παρανομίας αυτής, ο μισθωτής αυτός (Β.
Γ.) μαζί με τη δεύτερη εναγομένη Β. Μ., σύζυγο του πρώτου εναγομένου, σύστησαν ετερόρρυθμη εταιρεία, γιατί ήταν επιτρεπτή η εκμετάλλευση του μισθίου από το μισθωτή Β. Γ. με τη μορφή της εταιρείας, ενώ στην πραγματικότητα η εταιρεία αυτή ήταν εικονική. Όλα δε τα προαναφερόμενα διαπράχθηκαν από κοινού και σε συνεννόηση με τον εναγόμενο αυτόν (πρώτο), προκειμένου ο τελευταίος (Δ.
Μ.) να αποκομίσει παράνομα οφέλη από την περιουσία του ενάγοντος, αφού αυτός έτσι δεν υποχρεώθηκε να καταβάλει σ' αυτόν το μίσθωμα το οποίο πράγματι θα έπρεπε να καταβάλει, αλλά πολύ ολιγότερο, και το οποίο ανερχόταν, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 18.000 δρχ. το μήνα. Το δικαίωμα του ενάγοντος-εκκαλούντος έναντι και των δύο εναγομένων-εφεσιβλήτων (με βάση την αδικοπραξία και αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 01-08-1985 έως 03-06-1990), αλλά και έναντι μόνο του πρώτου εναγομένου (με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1096 επ.
ΑΚ) και αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 01-03-1977 έως 31-7-1985, συνίσταται να αποκτήσει αυτός την καταβολή ελευθέρου μισθώματος, δηλαδή εκείνου που με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, θα μπορούσε αυτός ο ίδιος να επιτύχει υπό καθεστώς ελευθέρων διαπραγματεύσεων, συνεκτιμώντας τη θέση, έκταση και κατάσταση του μισθίου και τις τυχόν κατά περίπτωση ειδικές συνθήκες, οι οποίες για την υπόψη περίπτωση πρέπει να ληφθούν υπόψη".
Αναφέρει στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι με την ως άνω 943/2003 απόφασή του, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αναιρέθηκε εν μέρει με την 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου μετά από αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος, υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος-πρώτος αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 10.918.359 ευρώ, για την παράνομη κατοχή του μισθίου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 23-8-1996, ενώ αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει στον ενάγοντα και το ποσό των 1.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου.
Σημειωτέον ότι ως προς τα αμέσως ανωτέρω κεφάλαιά της, η 943/2003 απόφαση του Εφετείου κατέστη αμετάκλητη, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, η αναίρεση που άσκησε κατ' αυτής ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος απορρίφθηκε με την πιο πάνω 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και σε συνέχεια των πιο πάνω παραδοχών του, τα ακόλουθα: "Από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 312/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αλλά και από την ως άνω υπ' αριθμ. 943/2003 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, απορρέει δεδικασμένο ως προς όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή τόσο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη η ως άνω περιγραφόμενη αδικοπραξία και η υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγομένων (που καλύπτεται από το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ), όσο και για τα ως άνω κεφάλαιά της, τα οποία δεν αναιρέθηκαν με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (κατ' άρθρο 321 επ.
ΚΠολΔ) και το δικαστήριο αυτό ως προς αυτά δεν διαφοροποιείται. Περαιτέρω, και σε σχέση με την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγικής αξίωσης για το περιελθόν από αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατ' άρθρα 938 και 904 επ. του ΑΚ και σύμφωνα με την άνω (28/2010) παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποδεικνύεται περαιτέρω από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και τα ακόλουθα:
Το επίδικο μίσθιο κατάστημα του ενάγοντος-εκκαλούντος, καθ' όλο το χρονικό διάστημα (1-7-1990 έως 30-9-1997), δηλαδή συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 1-7-1990 έως 29-7-1993, ουδόλως λειτούργησε, είτε ως επιχείρηση ψητοπωλείου, αλλά είτε και για οποιαδήποτε άλλη χρήση, εφόσον τούτο παρέμεινε και παραμένει κλειστό συνεχώς μέχρι και σήμερα...
Ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν και με τη συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, σαφώς αποδεικνύεται ότι μετά την παραγραφή της άνω αξιώσεως για αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος (που η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ έχει ως αναγκαία προϋπόθεση ότι προηγήθηκε πράγματι αδικοπραξία, γιατί σε κάθε άλλη περίπτωση, η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού), αν και παραμένει ακέραιη η υποχρέωση του αδικοπραγήσαντος να αποδώσει στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλεια που αποκόμισε από την αδικοπραξία, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την παραπεμπομένη αυτή επικουρική βάση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδεικνύεται αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος (εναγομένων) από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος ενάγοντος.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν αποκόμισαν χωρίς νόμιμη αιτία οιαδήποτε είδους ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος-εκκαλούντος, αφού το μίσθιο κατάστημα δεν το λειτούργησαν οι εναγόμενοι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον τούτο παρέμενε συνεχώς κλειστό, εξ αιτίας των ως άνω ενεργειών του ενάγοντος μισθωτή, ο οποίος μη ικανοποιηθείς από την αναπροσαρμογή του μισθώματος, άρχισε να αναζητεί λόγους λύσεως της μίσθωσης με τους εναγόμενους μισθωτές για δήθεν κακή χρήση του μισθίου, τους οποίους υποχρέωσαν σε πολυετείς πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες, με κλειστό πάντα το μίσθιο και την επιχείρηση των εναγομένων να μη λειτουργεί σ' αυτό και επομένως δεν υφίσταται οποιοδήποτε "περιελθόν", το οποίο θα έπρεπε να του αποδοθεί, κατά την έννοια του άρθρου 938 του ΑΚ, από τους εναγόμενους-εφεσίβλητους μισθωτές του.
Συνεπώς, για τον ίδιο αυτό λόγο δεν υφίσταται οποιοσδήποτε πλουτισμός των εναγομένων, ο οποίος θα πρέπει να επιστραφεί στον ενάγοντα απ' αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 908 εδαφ. 2 του ΑΚ, κατά τις οποίες ο λήπτης οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε καθώς και ο,τιδήποτε απέκτησε από το πράγμα, αφού αποδείχθηκε πράγματι ότι οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι όχι μόνο δεν συνέλεξαν καρπούς από το μίσθιο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αλλά ούτε και είχαν κάποιου είδους πλουτισμό ή ωφέλεια από την σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία για να τα αποδώσουν σ' αυτόν ως εκμισθωτή τους".
Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για αποζημίωση έναντι του πρώτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου για το διάστημα από 1-7-1990 έως 29-7-1993, το οποίο είχε παραπεμφθεί στο Εφετείο με την 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή εφαρμογή των άρθρων 938 και 904 επ.
ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ αρχικά δέχεται ότι από την 943/2003 τελεσίδικη, αλλά και αμετάκλητη, απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου απορρέει δεδικασμένο ως προς την αδικοπραξία που τέλεσαν από υπαιτιότητα οι δύο πρώτοι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι σε βάρος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και ως προς την επιδικασθείσα σε βάρος τους αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε με την απόφαση, ήτοι από 1-1-1993 έως 23-8-1996 (σημειωτέον ότι με την αγωγή ζητήθηκε αποζημίωση έως 30-9-1997), στη συνέχεια δέχεται ότι σε όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση με την αγωγή, ήτοι από 1-7-1990 έως 30-9-1997, δεν αποδείχθηκε αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων και με τις σκέψεις αυτές συμπεριέλαβε στο ανωτέρω διάστημα της αγωγής και το χρονικό διάστημα από 1-7-1990 έως 29-7-1993, για το οποίο παραπέμφθηκε στο Εφετείο η σχετική αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος με την ως άνω 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχθηκε κατά τα προαναφερθέντα ότι η αξίωση αυτή δεν είχε παραγραφεί, όπως είχε γίνει δεκτό με την 943/2003 απόφαση του Εφετείου, καθώς θεμελιωνόταν επικουρικά με την αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 938 και 904 επ.
ΑΚ. Ενόψει αυτών το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της περ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η απόφαση, ενόψει των ανωτέρω αντιφατικών παραδοχών της, στερείται νόμιμης βάσης και συνεπώς ο τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν δε των ανωτέρω, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα του τετάρτου λόγου αναίρεσης, καθώς ο λόγος αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω τρίτου λόγου αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 974 και 997 ΑΚ προκύπτει ότι η νομή ή η κατοχή πράγματος αποτελεί περιουσιακό στοιχείο με οικονομική αξία και επομένως προσπορίζει ωφέλεια σ' αυτόν που τη λαμβάνει (ΑΠ 1208/2012, ΑΠ 1433/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για αποζημίωση έναντι του πρώτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου για το διάστημα από 1-7-1990 έως 29-7-1993, το οποίο είχε παραπεμφθεί στο Εφετείο με την 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της, ότι δεν αποδείχθηκε αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος και συγχρόνως και ωφέλεια των εναγομένων από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος ενάγοντος, καθώς, αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν αποκόμισαν οιαδήποτε είδους ωφέλεια σε βάρος του τελευταίου, αφού το μίσθιο κατάστημα δεν το λειτούργησαν οι εναγόμενοι καθ' όλο το επίδικο διάστημα, καθόσον τούτο παρέμενε συνεχώς κλειστό, το απέδωσαν δε τελικά στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα στις 15-9-1997.
Με αυτά όμως που δέχθηκε το Εφετείο και απορρίπτοντας, όπως προαναφέρθηκε, τη σχετική αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος για αποζημίωση, αφενός μεν κατά τα προαναφερθέντα λόγω μη απόδειξης αδικοπραξίας, αλλά επί πλέον και λόγω μη απόδειξης ωφέλειας του πρώτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις πιο πάνω διατάξεις, αφού δέχθηκε ότι παρά το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος βρισκόταν στη νομή και κατοχή του καταστήματος έως τις 15-9-1997, δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια, παρά το γεγονός ότι η νομή αλλά και η κατοχή από μόνη της, ως περιουσιακό στοιχείο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, προσπόριζε ωφέλεια σ' αυτόν.
Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 602 εδ. α' ΑΚ, οι αξιώσεις του εκμισθωτή για αποζημίωση εξ αιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου το ανέλαβε. Η βραχυπρόθεσμη αυτή παραγραφή αρχίζει για τον εκμισθωτή από τη στιγμή που ανέλαβε το μίσθιο, διότι τότε μόνο είναι σε θέση να γνωρίζει την έκταση και το είδος των φθορών και των μεταβολών που έχουν προκληθεί σ' αυτό.
Η παραγραφή δε αυτή περιλαμβάνει όλες τις σχετικές αξιώσεις του εκμισθωτή, ακόμα και όταν πηγάζουν από αδικοπραξία του μισθωτή και ασχέτως του αν ο μισθωτής βαρύνεται με δόλο ή αμέλεια. Ωστόσο, αν η φθορά του μισθίου προκλήθηκε από τρίτο πρόσωπο, που βρίσκεται εκτός της σύμβασης μίσθωσης, δεν συνδέεται δηλαδή με τον εκμισθωτή με συμβατική σχέση μίσθωσης, το πρόσωπο αυτό ευθύνεται για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας κατ' άρθρο 914 ΑΚ και επομένως, η αντίστοιχη αξίωση του εκμισθωτή κατ' αυτού υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.
Η εφαρμογή της ανωτέρω βραχυπρόθεσμης παραγραφής μόνο στην περίπτωση που υπάρχει μίσθωση και επομένως στην αξίωση του εκμισθωτή κατά του μισθωτή και όχι στην αξίωση του εκμισθωτή κατά τρίτου μη μισθωτή, συνάγεται από τη γραμματική ερμηνεία της ως άνω διάταξης του άρθρου 602 ΑΚ, όπου γίνεται λόγος για μίσθιο, που αποτελεί αντικείμενο σύμβασης μίσθωσης, και για ανάληψή του από τον εκμισθωτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "...οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι μισθωτές, με τις από 10-03-1999 πρωτόδικες προτάσεις τους, πρόβαλαν στον πρώτο βαθμό και επαναφέρουν και στον παρόντα βαθμό με τις από 21-5-2015 προτάσεις τους προς αντίκρουση του σχετικού λόγου της υπό κρίση εφέσεως, την ένσταση παραγραφής κατ' άρθρο 602 ΑΚ, της αξιώσεως αποζημιώσεως του ενάγοντος για τις φθορές του μισθίου που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της μισθώσεως, ήτοι λόγω παρόδου εξαμήνου από τις 15-9-1997, οπότε ο ενάγων παρέλαβε το ακίνητο μίσθιό του μέχρι τις κατά την 30-7-1998 επιδόσεως της ένδικης αγωγής του, αφού παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου.
Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, στην οποία δεν γίνεται διάκριση και σαφώς συνάγεται ότι στη θεσπιζόμενη με αυτή βραχυπρόθεσμη και ειδική παραγραφή (η οποία αποκλείει την εφαρμογή της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ), υπόκεινται όλες οι αξιώσεις για φθορές ή μεταβολές του μίσθιου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, είτε η αξίωση στηρίζεται στη σύμβαση (άρθρα 592, 594, 599 ΑΚ), είτε στην αδικοπραξία, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του ενάγοντος-εκκαλούντος.
Με το δεδομένο αυτό και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι - μισθωτές αποδεικνύεται ότι απεχώρησαν από το μίσθιο στις 15-9-1997 (όπως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί και με την προσθήκη-αντίκρουση των από 20-5-2015 προτάσεών του) και όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από την με ημερομηνία 15-9-1997 απόδειξη παραλαβής των κλειδιών του επίδικου μίσθιου καταστήματος, το οποίο και ήταν έκτοτε στη διάθεση του ενάγοντος-εκκαλούντος, η παραπάνω αξίωσή του για αποζημίωση από φθορές ή μεταβολές του μίσθιου ακινήτου, ανεξάρτητα αν είναι βάσιμη στο σύνολό της ή εν μέρει, υπέκυψε στην παραγραφή του άρθρου 602 παρ. 1 ΑΚ, αφού από της άνω ημερομηνίας αυτής παράδοσης των κλειδιών (15-9-1997) και παραλαβής του μίσθιου καταστήματος μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής (30-7-1998) διέδραμε χρόνος μεγαλύτερος του εξαμήνου.
Συνεπώς, το κεφάλαιο αυτό της ένδικης αγωγής, κατά τη σχετική απαίτηση του ενάγοντος-εκκαλούντος κρίνεται απορριπτέο για τον παραπάνω λόγο". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κρίνοντας παραγεγραμμένη την αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος για αποζημίωση λόγω των φθορών του μισθίου ακινήτου έναντι του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, επειδή παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των έξι μηνών από την ανάληψη του μισθίου από τον ενάγοντα-αναιρείοντα έως την επίδοση της αγωγής, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 602 ΑΚ, αφού σύμφωνα με τις ειδικότερες παραδοχές του, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν ήταν μισθωτές του μισθίου, αλλά ο μεν πρώτος εξ αυτών ήταν κακής πίστης νομέας του μισθίου ακινήτου, διότι το κατέλαβε και το κατείχε αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα, μετά από παραχώρηση από τον τρίτο εναγόμενο μισθωτή, ο οποίος δεν είχε τέτοιο δικαίωμα παραχώρησης του μισθίου, παρά μόνο σε εταιρεία, η δε δεύτερη, σύζυγος του πρώτου, ευθύνεται εξ αδικοπραξίας, καθώς, μετά από προηγούμενη συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο, συνέστησε εικονικά με τον τρίτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο την αναφερόμενη ετερόρρυθμη εταιρεία, στην οποία παραχωρήθηκε δήθεν το μίσθιο ακίνητο, συνεργώντας έτσι στην παράνομη κατοχή του από το σύζυγό της πρώτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο.
Επομένως, ως προς τους εν λόγω εναγομένους-αναιρεσιβλήτους, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, ισχύει η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, αναφορικά με τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, είναι βάσιμος. Κρίνοντας, όμως, περαιτέρω το Εφετείο ως παραγεγραμμένη τη σχετική αξίωση του ενάγοντος έναντι του τρίτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου λόγω παρόδου της ανωτέρω εξάμηνης προθεσμίας, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 602 ΑΚ, αφού κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, που έγιναν δεκτά και από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ο τελευταίος ήταν μισθωτής του μισθίου ακινήτου, δυνάμει του από 1-3-1971 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης.
Επομένως, ο ίδιος πιο πάνω αναιρετικός λόγος, όσον αφορά τον τρίτο αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, να γίνει δε αυτή δεκτή ως προς τους πρώτο και δεύτερη εξ αυτών. Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, εφ' όσον δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ της προαναφερόμενης διάταξης ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφόσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ και μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 760/2019, ΑΠ 1123/2017).
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε μετά την 28/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 943/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αλλά με άλλη σύνθεση, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο μεν αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε κοινές προτάσεις με τους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους, οι δε τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 340/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς καθόσον αφορά τους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου