Supreme Court dismisses appeal on negative action claim regarding property interference and access denial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's judgment regarding a dispute over property rights. The appellant argued that the defendants' refusal to grant access to a separate building constituted a violation of their ownership rights under Article 1108 of the Civil Code. The court rejected this claim, ruling that the defendants' actions did not amount to a legal disturbance of ownership and that the appellate court correctly applied the law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1108 A.K.; The negative action claim is applicable only when ownership is partially disturbed, not when it is fully infringed upon by removal or detention, which are protected by possessory actions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 901 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 901/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πέρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Α. και 2) Α. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κουτσούκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/11/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 24/3/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1108 ΑΚ αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που πρόσβαλε την κυριότητά του, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, όταν δηλαδή ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του, που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλον τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.
Βάση της αρνητικής αγωγής είναι η κυριότητα ή συγκυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος και η προσβολή αυτής με πράξεις διαταράξεως. Διατάραξη της κυριότητας αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό της κυριότητας περιεχόμενο όταν δηλαδή ο τρίτος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνον ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα.
Γενικώς δε κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής, αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί έγερση της αρνητικής αγωγής. Τέτοιες πράξεις διατάραξης ή επέμβασης είναι και οι επενέργειες που προέρχονται από το γειτονικό ακίνητο. Από την ίδια διάταξη (παρ. 2) προκύπτει ότι ο εναγόμενος με την αρνητική αγωγή μπορεί να αντιτάξει την καταλυτική αυτής ένσταση ότι την επέμβαση στο ακίνητο ενήργησε με βάση δικαίωμα εμπράγματο ή ενοχικό, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού πηγάζει από έννομη σχέση, η οποία δεσμεύει και τον τελευταίο ενάγοντα-κύριο και όχι από προσωπική σχέση, που συνδέει τον εναγόμενο με τρίτους, οπότε σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού η αγωγή απορρίπτεται.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1018 ΑΚ θεσπίζεται νόμιμος περιορισμός της κυριότητας που διαρκεί ως την εκτέλεση του έργου για την είσοδο και κυκλοφορία του εργαζομένου προσωπικού στο γειτονικό ακίνητο ή την παροδική τοποθέτηση σ' αυτό εγκαταστάσεων ή οικοδομικού υλικού, όταν οι πράξεις αυτές είναι αναγκαίες για την επισκευή ή ανακαίνιση κτιρίου.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 443 του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του έτους 1865 η κυριότητα ενός πράγματος κινητού ή ακινήτου παρέχει τα δικαίωμα σε ό,τι παράγεται από αυτό ή σε ότι ενσωματώνεται σ' αυτό με φυσικό ή τεχνητό τρόπο. Το δικαίωμα αυτό καλείται παρεπόμενο δικαίωμα (παρακολούθημα - accessori). Κατά δε το άρθρο 446 του ίδιου Κώδικα όλα όσα ενσωματώνονται και ενώνονται στο πράγμα ανήκουν στον κύριο αυτού σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι δε συνιστά παρακολούθημα ενός ακινήτου, υπό την προεκτεθείσα έννοια, το ακίνητο κυριότητας τρίτου, επί του οποίου ενδεχομένως υφίστανται περιορισμένο δικαίωμα χρήσης, που συνιστάται με τη συγκεκριμένη εκμετάλλευση άλλου ακινήτου, ώστε να είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας από το χρήστη του περιορισμένου αυτού δικαιώματος.
Επειδή μετά την 1 Ιανουαρίου 1932 εισήχθη στη Δωδεκάνησο με το 200/31 Οκτωβρίου 1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη ο Ιταλικός Αστικός Κώδικας του 1865, για δε το χρονικό διάστημα μετά την 21 Απριλίου 1942, εισήχθη στη Δωδεκάνησο, ο Ιταλικός Αστικός Κώδικας του 1942,με το 170/20 Απριλίου 1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη.
Με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο α' του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην ΕτΚ (30-12-1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Α.Κ., ο Εισαγ. Ν.Α.Κ. και το ν.δ. 7/10 Μαΐου 1945 με την παράλληλη δε διατήρηση σε ισχύ στην Δωδεκάνησο των διατάξεων περί κτηματολογίου, που θεσπίσθηκε με το 132/1929 Κυβερνητικό Διάταγμα και ίσχυε στη Ρόδο από την 1-9-1929 δηλαδή των αρχών της νομιμότητας που καθιερώθηκαν με τα άρθρα 41, 53 και 61 του κτηματολογικού βιβλίου και που συνιστούν τις βασικές αρχές του συστήματος αυτού από εκείνο της μεταγραφής του Αστικού Κώδικα.
Επειδή από το άρθρο 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, προκύπτει ότι τόσον η αρχική εγγραφή (θεμελιώδης) όσον και οι μεταγενέστερες καταχωρήσεις στο κτηματολογικό βιβλίο, δημιουργούν τεκμήριο ότι το δικαίωμα επί του ακινήτου ανήκει σε εκείνον στο όνομα του οποίου έγινε, αν δε η αρχική εγγραφή καταστεί αμετάκλητη κατά τα άρθρα 37 έως 39 του ίδιου Κανονισμού, τότε το τεκμήριο αυτό είναι και αμάχητο.
Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51, 55 Εισ.Ν.ΑΚ, η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την απόκτηση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του ΑΚ.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. .../8.6.1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, στον Τόμο Οικοδομών Ρόδου 52 Φύλλο …, Μερίδα ...
και Φάκελος ... του κτηματολογίου Ρόδου, ο Κ. Σ. του Α. κατέστη κύριος ενός ισογείου καταστήματος εμβαδού 25μ2, με ημιόροφο 16μ2, κειμένου στην ..., εφέρετο δε, εξ αρχής καταγραφής, στα αντίστοιχα κτηματολογικά βιβλία, στο όνομα των Τ. Μ. του ποτέ Χ. συζ. Ι. Ν. και Τ. Σ. του ποτέ Χ. συζ. Μ. Κ. και κατόπιν περαιτέρω μεταβιβάσεων, νομίμως καταχωρηθεισών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, το εν λόγω ακίνητο περιήλθε κατά κυριότητα στην Α.
συζ. Σ. Π. άμεσο δικαιοπάροχο του Κ. Σ. πρώτου των εναγόντων, ενώ με το υπ' αριθμ. .../3.6.1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστ. Ηρακλείδη, ο πρώτος των εναγόντων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον δεύτερο των εναγόντων Α. Σ. τη ψιλή κυριότητα του ακινήτου αυτού παρακρατηθείσης της επικαρπίας" εφ'όρου όρου ζωής.
Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι ενάγοντες έχουν καταστεί ο πρώτος επικαρπωτής και ο δεύτερος ψιλός κύριος του ανωτέρω ακινήτου (καταστήματος). Ο εναγόμενος, ο οποίος, όπως προέκυψε έχει αρχικώς μισθώσει το όμορο κατάστημα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../14.2.2001, συμβολαίου χρηματοδοτικής μίσθωσης του συμβολαιογράφου ..., από την εταιρία "ΑΤΕ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ", επικαλείται με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι έχει αποκτήσει, ως μισθωτής, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της ταράτσας του προπεριγραφέντος καταστήματος των εναγόντων έλκων το δικαίωμα του εκ της κυριότητας της νυν εκμισθώτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ LEASING ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" επ' αυτής (ταράτσας), διότι, ειδικότερα επικαλείται ότι η επίδικη ταράτσα αποτελεί, τμήμα ταράτσας επιφανείας 795 τ.μ.
που βρίσκεται πάνω από άλλες μερίδες και αποτελεί παρακολούθημα της κτηματολογικής μερίδας ... οικοδομών Ρόδου, ιδιοκτησίας της τελευταίας εκμισθώτριας εταιρείας και την οποία αυτός μισθώνει. Επικαλείται επίσης ότι η ταράτσα επιφάνειας 795μ2, τμήμα της οποίας είναι και η επίδικη ήταν από θεμελιώδους εγγραφής παράρτημα και παρακολούθημα της κτηματολογικής μερίδας ...
Κ.Μ. Οικοδομών Ρόδου της χρονοεκμισθώτριας εταιρείας, ακολούθησε δε κατόπιν της τεχνικής έκθεσης του αρχιτέκτονα Σ. Σ. και η με αριθμό Η 162/13/10.1927 Διάταξη του Προέδρου της Επιτροπής με την οποία ενημερώθηκε το ακίνητο με σχεδιάγραμμα και σχετική έκθεση του ιδίου του αρχιτέκτονα, και όσο αφορά την ταράτσα, δίχως ν' αλλάξουν τα μέτρα της ταράτσας παρά μόνο οι στεγασμένοι χώροι.
Ο ίδιος ο εναγόμενος προσκομίζει μετ' επικλήσεως και σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική από την Ιταλική επικυρωμένο αντίγραφο εκ του απογραφικού βιβλιαρίου της ανωτέρω κτηματολογικής μερίδας, από την ανάγνωση του οποίου προκύπτει ότι προορισμός και χρήση του ακινήτου είναι μονάδα παραγωγής ζυμαρικών με κήπο-κλιμακωτό και με ταράτσα δώμα που χρησιμοποιείται για την αποξήρανση των ζυμαρικών στον ήλιο, πάνω από τις ιδιοκτησίες με αριθμ. 2581-2583-2586-2589-2591-2595-2597-2599-2601-2603-2605, ενώ σε επόμενη σελίδα του εγγράφου αυτού, εμφαίνονται διαγραμμίσεις επί των ενδείξεων των χαρακτηρισμών των 3 δωματίων ως εργαστηρίων, της χρήσης της σοφίτας ως αποθήκης καθώς και επί των 795 τμ επιφάνειας της ταράτσας, χωρίς ειδικότερη σημείωση ή επεξήγηση επί του αυτού εγγράφου για τις διαγραμμίσεις αυτές.
Πέραν όμως και ανεξάρτητα από την ανωτέρω θεμελιώδη εγγραφή περί υπάρξεως παρακολουθήματος ταράτσας 795μ2, που υπήρξε προς εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου τότε προορισμού και χρήσης της ιδιοκτησίας αυτής ως μονάδας παραγωγής ζυμαρικών στην ανωτέρω κτηματολογική μερίδα, αυτή η εγγραφή, δεν είναι δυνατό να θεμελιώσει υπέρ του εναγομένου ως μισθωτού δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της επίδικης ταράτσας, διότι η επίδικη ταράτσα ανήκει κατά τους ορισμούς της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 1001 του ΑΚ, στην μερίδα των εναγόντων, ως επικείμενη της ιδιοκτησίας αυτών, ο δε επικαλούμενος προσδιορισμός της επίδικης ταράτσας ως παρακολούθημα της μερίδας της ως άνω εκμισθώτριας εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΙΤΑΚ 1865, δεν έχει ισχύ πλέον, σύμφωνα με την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 55 του Εισ.Ν.ΑΚ, κατά την οποία το περιεχόμενο της κυριότητας, και η έκταση αυτής ρυθμίζεται από της ισχύος του ΑΚ από τις διατάξεις αυτού, ενώ στο σχετικό κεφάλαιο των διατάξεων του ΑΚ περί του περιεχομένου της κυριότητας η διάταξη του άρθρου 1001, ορίζει ότι η κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος, καθώς, από την επόμενη εντός του αυτού κεφαλαίου του ΑΚ διάταξη του άρθρου 1002, ορίζεται ότι κυριότητα χωριστή σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν προκειμένω, δηλαδή χωριστή κυριότητα επί της ταράτσας των εναγόντων θα μπορούσε να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία στην οποία θα συμμετείχαν οι ίδιοι οι ενάγοντες, ενώ τέλος η έκταση του δικαιώματος της κυριότητας της ανωτέρω εκμισθώτριας εταιρείας και της εν λόγω μερίδας της κρίνεται επίσης σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 55 του Εισ.Ν.ΑΚ, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, κατά τις οποίες ο χώρος της ταράτσας αποτελεί συστατικό του καταστήματος των εναγόντων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άλλης χωριστής κυριότητας (ΑΚ 953, 954).
Επίσης, ο εναγόμενος δεν επικαλείται άλλο εμπράγματο δικαίωμα και δη δουλείας επί της ταράτσας, οι οποίες δουλείες διέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 εδ. β’ του Εισ.Ν.ΑΚ από την εισαγωγή του Κώδικα από τις διατάξεις αυτού. Επομένως, ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα επί της ταράτσας των εναγόντων και δεν έχει το δικαίωμα να τοποθετεί διάφορα μπάζα και άχρηστα υλικά στην ταράτσα του ακινήτου των εναγόντων ούτε να τους απαγορεύει να περνούνε μέσα από το ακίνητο του για να μεταβαίνουνε στην ταράτσα τους, προκειμένου να προβούνε στις αναγκαίες ενέργειες συντήρησης καθαριότητας αυτής και επισκευής και συντήρησης των υπαρχόντων επ' αυτής κλιματιστικών μηχανημάτων, καθώς και της υπάρχουσας κεραίας τηλεόρασης, καθόσον μάλιστα υποχρέωση του με αντίστοιχο περιεχόμενο, υφίσταται από την διάταξη του άρθρου 1018 του ΑΚ και στα πλαίσια που αυτή ορίζει.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα ο εναγόμενος παρεμπόδισε τους ενάγοντες στην ακώλυτη χρήση της ταράτσας τους, δεδομένου ότι τους αρνήθηκε την πρόσβαση σ' αυτήν μέσω του καταστήματος στο οποίο λειτουργεί η επιχείρηση του, προσβάλλοντας, έτσι με διατάραξη το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων επί της εν λόγω ταράτσας του καταστήματος του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αρνητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεχόμενο κατά την κύρια αιτιολογία ότι το δώμα (ταράτσα) του ακινήτου των εναγόντων, καταχωρημένο από θεμελιώδους εγγραφής ως ανήκων στην αποκλειστική κυριότητά τους, δεν έχει την έννοια του παρακολουθήματος υπό την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή του πράγματος που παράγεται ή ενσωματώνεται στο κύριο πράγμα του ίδιου κυρίου, που αποκτά την κυριότητά του και ακολουθεί την τύχη του κυρίου πράγματος, αλλά χρησιμοποιήθηκε από τον τότε κύριο του ακινήτου που μισθώνει ο εναγόμενος για την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης κατά τον χρόνο της θεμελιώδους εγγραφής του μονάδας παραγωγής ζυμαρικών, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο είχε προβάλει αμυνόμενος κατά της αγωγής, ότι την διατάραξη της κυριότητας των εναγόντων ενήργησε με βάση το δικαίωμα της κατοχής, που έχει ως μισθωτής του παρακείμενου με το επίδικο δώμα ακινήτου, στην κυριότητα της εκμισθώτριας του οποίου ανήκει τούτο (δώμα) ως παρακολούθημα του μισθίου και ότι παράνομα διαταράσσει ο αναιρεσείων την κυριότητα των τελευταίων και παρεμποδίζει την πρόσβασή τους στο δώμα και την ακώλυτη χρήση του.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με μέρος του πρώτου και το δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη εφαρμογή, καθώς και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του δώματος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων ως παρακολουθήματος του ακινήτου της εκμισθώτριας καθώς και της διατάραξης της κυριότητας των τελευταίων είναι αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση του αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτες επειδή αφορούν ελλείψεις στην αιτιολόγηση των αποδεικτικού πορίσματος, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε επίσης με επάλληλη αιτιολογία ότι η κατά την παραπάνω θεμελιώδη αρχική εγγραφή ύπαρξη παρακολουθήματος δεν μπορεί να θεμελιώσει υπέρ του εναγομένου δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του επιδίκου δώματος, επειδή τούτο (παρακολούθημα) σύμφωνα με τα άρθρα 51, 55 του Εισ.Ν.ΑΚ έπαυσε να υπάρχει από την εισαγωγή του Α.Κ., από τις διατάξεις του οποίου ρυθμίζεται πλέον το περιεχόμενο και η έκταση του δικαιώματος της κυριότητας και το δώμα αποτελεί επέκταση και περιεχόμενο της επί του ακινήτου κυριότητας, είναι συστατικό αυτού και δε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άλλης χωριστής κυριότητας.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κατά το υπόλοιπο μέρος η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ότι το επίδικο δώμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής κυριότητας και δεν ανήκει ως παρακολούθημα στον κύριο του ακινήτου, που μισθώνει ο εναγόμενος, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1108 Α.Κ. και δια της παραλείψεως εφαρμογής του άρθρου 1018 Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι συνιστά διατάραξη της κυριότητας η άρνηση του αναιρεσείοντος να επιτρέψει στους αναιρεσιβλήτους να έχουν πρόσβαση στο επίδικο δώμα διαμέσου του ακινήτου που αυτός μισθώνει. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού αντικείμενο της ένδικης διαφοράς των διαδίκων δεν ήταν η ενοχική αξίωση των εναγόντων ως κυρίων για την προσωρινή ανοχή του εναγομένου σε επισκευές του δώματος, αλλά η προστασία της κυριότητας των τελευταίων στο δώμα από την παράνομη διατάραξη αυτής από τον εναγόμενο με την παρεμπόδισή τους στην πρόσβαση αυτής και την ακώλυτη χρήση της όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4045/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 170, 173 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 72/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ