Legislator Case Law & Legislation
901/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on limitation period, ruling prior lawsuit did not block legal pursuit.

Case Number 901/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's decision rejecting a tort claim. The appellant argued that the claim was not legally actionable until January 2002, whereas the defendant contended the prior 1999 lawsuit did not constitute a legal bar to the limitation period starting in January 2002. The court held that the existence of a pending prior lawsuit does not prevent the legal pursuit of a claim, thereby invalidating the appellant's argument regarding the start of the limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Art. 251, 330, 914, 937 of the Civil Code; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The pendency of a prior lawsuit does not constitute a legal bar preventing the legal pursuit of a claim, thus the limitation period begins when the claim becomes legally actionable regardless of other pending proceedings.

Keywords

AI generated
limitation period legal bar prior lawsuit tort claim Civil Code legal pursuit appellant

Cited Legislation

AI generated
Art. 251 of the Civil Code
Art. 330 of the Civil Code
Art. 914 of the Civil Code
Art. 937 of the Civil Code
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 901 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 901/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Π. Χ. το γένος Κ. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μάντεση.

Της αναιρεσιβλήτου: Λ. χήρας Π. Κ., το γένος Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Φωτεινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6171/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5004/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 2-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται αίτηση για αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε αξίωση από αδικοπραξία, την οποία προβάλλεται, ότι τέλεσε σε βάρος τους ήδη αναιρεσείουσας ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης.

ΙΙ. Με το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός συντρέχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ'ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν, αποδόθηκε μεν στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονται σ'αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει, από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Η δικαστική επιδίωξη αποκλείεται, μόνον οσάκις συντρέχουν νομικά κωλύματα, τα οποία καθιστούν αδύνατη τη δικαστική επιδίωξη (ΑΠ 61/1968, ΑΠ 611/1971), τα οποία, είτε αναφέρονται, ευθέως, στο νόμο, είτε αποτελούν αναβλητικές ενστάσεις.

Δεν αποκλείεται, όμως, η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης και συνακόλουθα, η έναρξη του χρόνου της παραγραφής, από το γεγονός, ότι εκκρεμεί άλλη προηγούμενη, δίκη, που δεν έχει περατωθεί, στην οποία τίθεται ορισμένο ζήτημα, το οποίο συναπαρτίζει τη βάση άλλης αξίωσης του ιδίου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγόμενου ή αντίστροφα. (ΑΠ 1209/2010).Η πιο πάνω διάταξη, εξ άλλου, εισάγει ένα γενικό κανόνα, από τον οποίο υπάρχουν εξαιρέσεις, που εξαρτούν την αφετηρία της παραγραφής από άλλους λόγους, όπως, πλήν άλλων, και εκείνη του άρθρου 937 ΑΚ.

Έτσι, επί συμπεριφορών, που συνιστούν, κατ'άρθρο 914 ΑΚ, αδικοπραξία, η σχετική απαίτηση του ζημιοθέντος παραγράφεται, μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, αν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που, κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτό ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης.

Επομένως, η ειδική αυτή διάταξη, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση αδικοπραξίας, δηλαδή σε οιαδήποτε, υπό ευρεία έννοια, αντικειμενικά παράνομη συμπεριφορά από την οποία γεννάται αξίωση αποζημίωσης, αφορά δε και την από το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 72/2007, ΑΠ 916/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 25.3.1996 απεβίωσε στην … η μητέρα των διαδίκων καταλείποντας αυτούς ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς. Η αποβιώσασα είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της, κατά το χρόνο του θανάτου της, μια ημιαvώγεια κατοικία μετά του οικοπέδου της οδού ...

στο Δήμο Αθηναίων, μια διώροφη, με υπόγειο, μεζονέτα, την υπό στοιχεία Μ-5 οριζόντια ιδιοκτησία, στο επί των οδών... οικόπεδο, και τέλος 2.582 ονομαστικές μετοχές της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος", αξίας 8.750 δραχμών η καθεμία. Δυνάμει του με αρ.... συμβολαίου... που νόμιμα μεταγράφηκε, η μητέρα των διαδίκων μεταβίβασε στον εναγόμενο, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα της μεζονέτας, που αναφέρθηκε παραπάνω, πλην, όμως, την ανακάλεσε με την από 2.12.1992 δήλωσή της, θεωρώντας αυτήν ως δωρεά.

Το 1995, η μητέρα τους κατέλιπε την από 14.9.1995 ιδιόγραφη διαθήκη, που νόμιμα δημοσιεύθηκε, με την οποία άφησε στον εναγόμενο την επί της οδού ......μονοκατοικία και τις 2.582 μετοχές, στην δε ενάγουσα κατέλιπε όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της, στην οποία περιλαμβανόταν και η μεζονέτα της Κηφισιάς.

Συγχρόνως, με την παραπάνω διαθήκη της, η μητέρα τους όρισε ότι η κατάλειψη στον εναγόμενο των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, θα τελεί υπό την αίρεση της μη αμφισβήτησης εκ μέρους του της εγκυρότητας της ανάκλησης της γονικής παροχής και ότι, σε περίπτωση προσβολής της, τον περιορίζει στη νόμιμη μοίρα του, την οποία όρισε να λάβει μόνο από την μονοκατοικία της οδού ....

Ο εναγόμενος αποδέχθηκε την εκ διαθήκης κληρονομιά και, αφού προσκόμισε στην 'Εμπορική Τράπεζα" όλα τα απαιτούμενα έγγραφα νομιμοποίησής του ως μοναδικού κληρονόμου των μετοχών, μεταβίβασε, στις 31.7.1997, στο όνομα του, τις 2.348 μετοχές της μητέρας του και στις 7.8.1998 το υπόλοιπο των μετοχών της κληρονομιάς, που ανέρχονταν σε 234 και άρχισε να τις νέμεται αυτός αποκλειστικά.

Παράλληλα, με τα παραπάνω ο εναγόμενος, αμφισβητώντας την ανάκληση της γονικής παροχής, άσκησε κατά της ενάγουσας αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος του ακινήτου της Κηφισιάς. Τότε, η ενάγουσα, θεωρώντας, ότι πληρώθηκε η αίρεση που περιεχόταν στη διαθήκη, άσκησε στις 14.12.1999, αγωγή κατά του εναγομένου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί και η ίδια συγκληρονόμος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, της μονοκατοικίας...και των 2.582 μετοχών, η αγωγή δε αυτή έγινε δεκτή με την 9033/2000 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμ.

Πρωτ. Αθηνών), η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 313/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο εναγόμενος νεμόμενος τις μετοχές, συνολικού αριθμού 2582, πώλησε από αυτές...με αποτέλεσμα να έχουν μείνει στην κυριότητα και κατοχή του μέχρι τις 14.4.2006, μόνο 300 μετοχές... Επίσης, στο διάστημα αυτό ο εναγόμενος έλαβε από την παραπάνω Τράπεζα μέρισμα...

Ότι, με βάση τα παραπάνω αποδεικνυόμενα, η ενάγουσα, εφόσον ήταν κληρονόμος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου της μονοκατοικίας και των 2.582 μετοχών, όπως αναγνωρίσθηκε με την παραπάνω απόφαση, περιήλθε σε αυτήν αναδρομικά, από το θάνατο της μητέρας της, το 1996, η κυριότητα, κατά το ίδιο ποσοστό, των 2.582 μετοχών. Όμως, με την πώληση 2.282 μετοχών από αυτές, η κυριότητα τους περιήλθε στους τρίτους, κατ' άρθρο 1036 παρ. 1 Α.Κ.

και αυτή παραμένει κυρία μόνο των 300 μετοχών.

Συνεπώς, πρέπει να αναγνωρισθεί αυτή συγκυρία μόνο των 300 μετοχών, κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου και, εφόσον ο εναγόμενος, συγκύριος κατά το υπόλοιπο ποσοστό, δεν συναινεί στην εξώδικη διανομή, πρέπει να διαταχθεί η διανομή τους. Περαιτέρω, ως προς το εκκαλούμενο κεφάλαιο της απόφασης, ήτοι κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν την επικουρική αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, για τις 5.990 μετοχές, λόγω έλλειψης υπαιτιότητας...αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο εναγόμενος, το έτος 1997, όπως εκθέτει η ενάγουσα στην αγωγή της, δέχθηκε παραπάνω η εκκαλούμενη και προκύπτει και από την από 14-4-2006 και με αρ. πρωτ. 470/129 επιστολή της "Εμπορικής Τράπεζας", απευθυνόμενη προς τον εναγόμενο, αφού νομιμοποίησε τον εαυτό του ως μοναδικό κληρονόμο των 2.582 ονομαστικών μετοχών της μητέρας τους, μεταβίβασε, στις 31-7-1997,στο όνομα του τις 2.348 μετοχές και στις 7-8-1998, τις υπόλοιπες 234 μετοχές.

Η ενάγουσα, όπως προεκτέθηκε, ισχυρίσθηκε με την αγωγή της, ότι η παραπάνω νομιμοποίηση του εναγομένου ως μοναδικού κληρονόμου της μητέρας τους και, ακολούθως, η μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα του, έγινε παράνομα, με εξαπάτηση από αυτόν των αρμοδίων υπαλλήλων της "Εμπορικής Τράπεζας", αφού, ενώ γνώριζε, ότι και η ενάγουσα είναι συγκληρονόμος και συγκυρία των μετοχών, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της μητέρας τους, τους παρέπεισε ότι είναι μοναδικός κληρονόμος, αποκρύπτοντας την ακυρότητα της άνω διάταξης της διαθήκης και, κατ'ακολουθίαν, την χωρήσασα εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Ήτοι, κατά τους ισχυρισμούς, ως άνω, της ενάγουσας, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, και δη η ζημιογόνος πράξη, έλαβε χώρα το 1997 και, σε κάθε περίπτωση, στις 7-8-1998, όταν έγινε η μεταβίβαση στο όνομα του όλων των κληρονομιαίων μετοχών, ενώ η επικαλούμενη περαιτέρω πώληση τούτων σε τρίτους και οι ζημιές σε μεταγενέστερο χρόνο είναι επακόλουθο της παραπάνω, κατά τους ισχυρισμούς της, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου.

Όμως, ανεξάρτητα του βάσιμου ή μη της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και των σχετικών ως άνω αξιώσεων από αδικοπραξία, η ενάγουσα έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών της παραπάνω πράξης του εναγομένου (δηλαδή της ζημιάς της και του προς αποζημίωση υπόχρεου), τουλάχιστον μέχρι τις 29-3-1999, όταν άσκησε, στις 14-12-1999, την προαναφερόμενη και προσκομιζόμενη με επίκληση, από 29-3-1999 (αρ.

κατ. δικ. 2744/29-3-1999) αγωγή της, κατά του εναγομένου, στην οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου (τέλος 7ης και αρχή 8ης σελίδας), εκθέτει ότι ο εναγόμενος ανέλαβε από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" τις 2.582 μετοχές στο όνομα της κληρονομούμενης μητέρας τους, τις οποίες, αφού μετέφερε στο όνομα του, αρνείται να τις παραδώσει στην ενάγουσα.

Έτσι, από το χρόνο αυτό (29-3-1999) άρχισε να τρέχει η κατ' άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ πενταετής παραγραφή για ολόκληρη τη ζημιά της (θετική και αποθετική ζημιά), κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η οποία ήταν προβλεπτή και δικαστικά επιδιώξιμη και συμπληρώθηκε στις 29-3-2004. Συνακόλουθα, οι ένδικες παρά-πάνω αξιώσεις της ενάγουσας, αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας για τις 5.990 μετοχές, έχουν υποκύψει στην εν λόγω πενταετή παραγραφή, αφού από το χρόνο που η ενάγουσα έλαβε γνώση της ζημιάς (29-3-1999) μέχρι την άσκηση, στις 19-1-2005, της ένδικης, από 10-12-2004 (αρ.

κατ. δικ. 10757 17-12-2004), αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όπως, παραδεκτά και βάσιμα τον νόμιμο ισχυρισμό της 5ετούς παραγραφής προέβαλε, κατ' ένσταση, ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (και επανέλαβε τον σχετικό ισχυρισμό κατά τη συζήτηση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης) και επαναφέρει την ένσταση αυτή με τις παρούσες προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, με χρόνο έναρξης της παραγραφής, κατ' αυτόν, το έτος 1997, αντί του άνω χρόνου, (29-3-1999), που δέχεται το Δικαστήριο.

Οι αντίθετοι ισχυρισμοί της ενάγουσας, με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ' εκτίμηση των διαλαμβανόμενων ισχυρισμών, ότι έλαβε γνώση της ζημιάς μεταγενέστερα, και δη τον Ιανουάριο τους έτους 2002, όταν εκδόθηκε η προαναφερόμενη στην αρχή της παρούσας 22/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί της παραπάνω από 29-3-1999 αγωγής της, με την οποία αναγνωρίσθηκε ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος των 2582 ονομαστικών μετοχών της μητέρας τους (που αποτελεί, κατά τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής) και ότι η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης κατέστη δυνατή από τον Ιανουάριο του 2002, όταν εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση, είναι αβάσιμοι.

Ειδικότερα, καθόσον αφορά τον τελευταίο ισχυρισμό (ως προς τη δυνατότητα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης, κατ' άρθρο 251 ΑΚ), η άσκηση της ένδικης αγωγής και η δικαστική επιδίωξη των άνω απαιτήσεων, δεν αποκλειόταν από την άσκηση της παραπάνω, από 29-3-1999, αγωγής, που δεν αποτελούσε νομικό κώλυμα, ούτε η εκκρεμότητα της δίκης εκείνης εμπόδιζε την άσκηση της ένδικης αγωγής και, συνακόλουθα, την έναρξη της παραγραφής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας Συνακόλουθα, η εξεταζόμενη ένδικη επικουρική αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, κατά το εκκαλούμενο μέρος της, κατά παραδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμης, της παραπάνω ένστασης παραγραφής του εναγομένου - εφεσίβλητου, ήταν απορριπτέα ως παραγεγραμμένη...".

Ήδη η αναιρεσείουσα εκθέτει, όπως το δικόγραφο της αίτησής της εκτιμάται: α) Ότι δεν υπήρξε παραγραφή της απαίτησής της, γιατί αυτή δεν ήταν δικαστικά επιδίωξιμη πριν από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2002, β) Ότι ο αναιρεσίβλητος, μέχρι την 15.2.1998 ητο "πράγματι μόνος κύριος...", των μετοχών, υπό την αίρεσιν, η οποία είχε τεθεί στη διαθήκη της αποβιώσασας μητέρας του.

Επομένως, δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 937 ΑΚ, γ) Ότι γνώση της παραπάνω πράξης του αναιρεσίβλητου έλαβε τον Ιανουάριο του έτους 2002, οπότε ουδεμία παραγραφή υπήρξε. Όμως: α)η αναιρεσείουσα ουδόλως αμφισβητεί, τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως περιλαμβανόμενα, στην από 19.3.1999 αγωγή της β)τούτο, άλλωστε, προκύπτει και από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής εκείνης γ)σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, ουδόλως εμποδίζετο η αναιρεσείουσα να ασκήσει σε βραχύτερο χρόνο, τΙς αξιώσεις της και να μην αναμένει την ολοκλήρωση των δικαστικών διαδικασιών επί της αγωγής αυτής δ)το πότε ακριβώς, έλαβε γνώση της, κατά τους ισχυρισμούς της, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αντιδίκου της, είναι, σε κάθε περίπτωση, θέμα ουσίας, το οποίο δεν ελέγχει το παρόν δικαστήριο (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 251, 330, 914 και 937 ΑΚ και οι με στοιχεία α, β και γ αναιρετικοί λόγοι, που προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμοι. Κατά ταύτα, πρέπει ν’απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση, και να επιβληθεί σε βάρος αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ) η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.11.2012 αίτηση της Μ. Π. Χ. Χ. προς αναίρεση της 5004/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ