Legislator Case Law & Legislation
901/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on debt recognition contract validity and evidence evaluation.

Case Number 901/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a debt recognition contract. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence and provided insufficient reasoning for its findings. The court rejected these claims, stating the appellate court correctly assessed the documents and witness testimony to determine that no valid debt recognition contract existed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient and all submitted evidence was duly considered without requiring specific separate mention.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning evidence evaluation debt recognition contract appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Articles 335, 338, 339 and 340 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 901 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 901/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Δημήτριο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βύρωνα Βοσκίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΙΔΡΥΜΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", τελούντος υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11191/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 995/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/10/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 2/4/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκή αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Περαιτέρω, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως, διεπόμενη από το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων, δεσμευτικά για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 του ΑΚ αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με εκείνη, κατ' αρχή άτυπα, και ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θελήσουν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μίας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα), με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μην μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία.

Εάν δε ο σκοπός της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι, μεταξύ άλλων, και ο καθορισμός του ύψους της οφειλής, δεν επιτρέπεται η επάνοδος των μερών στο ύψος της οφειλής, αφού το ύψος εκείνου που αναγνωρίσθηκε με την αιτιώδη αναγνώριση είναι το εφεξής οφειλόμενο (ΑΠ 678/2010, 1481/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, απηύθυνε πρόσκληση ενδιαφέροντος, προς αρχιτέκτονες μηχανικούς να υποβάλλουν οικονομικές προσφορές για την εκπόνηση μελέτης για Διαβαλκανικό Συνεδριακό Κέντρο. Το ΔΣ αυτού ανέθεσε το έργο αυτό στον ενάγοντα που είχε προβεί στην πιο συμφέρουσα προσφορά, ανερχόμενη σε 146.402,80 ευρώ.

Ο τελευταίος, που είναι αρχιτέκτων, μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, εκπόνησε την ανατεθείσα σε αυτόν αρχιτεκτονική μελέτη του, τον Φεβρουάριο του 2001 και την παρέδωσε στο εναγόμενο, το οποίο όμως δεν του κατέβαλε την αμοιβή του. Το τελευταίο απέστειλε την από 2-4-2003 επιστολή στον ενάγοντα με το εξής περιεχόμενο: "όπως προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία μας, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού σας την 31-12-2002 ανερχόταν στο ποσό των 29.347,03 ευρώ.

Από τον ελεγκτή του ιδρύματός μας, Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή κ. Λ. Γ., ζητήθηκε να του γνωρίσετε αν συμφωνείτε με το ανωτέρω υπόλοιπο. Παρακαλούμε λοιπόν, εφόσον συμφωνείτε, να υπογράψετε στον προβλέπόμενο κατωτέρω χώρο (1). Αν όμως δεν συμφωνείτε, παρακαλούμε να αναγράψετε στην πίσω σελίδα της παρούσας το αντίστοιχο υπόλοιπο που προκύπτει από τα βιβλία σας και τους λόγους της διαφοράς και να υπογράψετε αυτή τη σημείωσή σας." Ο ενάγων απάντησε, αναγράφοντας ιδιοχείρως στον προβλεπόμενο χώρο (1) της επιστολής που έλαβε από το εναγόμενο ως ακολούθως: "Συμφωνούμε με το ανωτέρω ποσό των 29.347,03 ευρώ που δόθηκε ως προκαταβολή και υπολείπεται προς καταβολή το ποσό των 117.135,73 ευρώ." Με την έγγραφη δήλωση του εναγομένου, που περιέχεται στην ανωτέρω από 2-4-2003 επιστολή του, ότι το χρεωστικό υπόλοιπο προς τον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 29.347,03 ευρώ και την απάντηση του ενάγοντος ότι συμφωνεί με τι ποσό αυτό, συνήφθη σύμβαση αναγνώρισης χρέους 29.347,03 ευρώ από ορισμένη αιτία (ΑΚ 361).

Στον ενάγοντα, όπως ομολογεί και με την αγωγή του, ήδη καταβλήθηκε το άνω ποσό των 29.347,03 ευρώ. Όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων περιέλαβε στην άνω απάντησή του και δήλωσή του, ότι υπολείπεται προς καταβολή, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των 117.135,73 ευρώ. Επί της δήλωσης όμως αυτής το εναγόμενο δεν απάντησε καθόλου, και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι αυτό (εναγόμενο) αναγνώρισε χρέος 117.135,73 ευρώ προς τον ενάγοντα, που αυτός ισχυρίζεται ότι του οφείλει ακόμη το εναγόμενο, γιατί, δήθεν, το τελευταίο του αναγνώρισε και το χρέος αυτό.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε ότι το εναγόμενο αναγνώρισε ότι οφείλει στον ενάγοντα ως αμοιβή το ποσό των 3.500,00 ευρώ, από επικαλούμενη εκτέλεση έργου με την από 2-4-2003 επιστολή του εναγομένου και δη περί ελέγχου τιμών και σύνταξης πιστοποιήσεων ... Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει εν μέρει αντιθέτως, απέρριψε την ένδικη αγωγή περί αναγνώρισης εκ μέρους του εναγομένου της ως άνω οφειλής.

Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού αξιολογώντας το περιεχόμενο των έγγραφων συμφωνιών των διαδίκων για την οφειλή του εναγόμενου ιδρύματος προς τον ενάγοντα, κατέληξε στη διαπίστωση ότι δεν καταρτίστηκαν με αυτές συμβάσεις αναγνωρίσεως χρέους από τις ως άνω αιτίες με οφειλέτη το εναγόμενο.

Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα αντιθέτως υποστηριζόμενα είναι αβάσιμοι και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, που περιέχεται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, μεταξύ των οποίων και η από 5-6-2001 επιστολή του εναγόμενου προς την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας σχετικά με την εκπόνηση της ανατεθείσης στον ενάγοντα αρχιτεκτονικής μελέτης βάσει της ανωτέρω προσφοράς του που ανέρχεται συνολικά σε 146.482,80 ευρώ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8 περ. β' του ίδιου άρθρου), με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2011 αίτηση του Β. Π. για αναίρεση της 995/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ