Legislator Case Law & Legislation
901/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's liability ruling for breach of animal quarantine measures.

Case Number 901/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by three defendants against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment ordering them to compensate the plaintiff for sheep losses. The defendants argued procedural defects regarding the quantification of the claim and the application of joint liability rules, while the plaintiff contended the lower court correctly established fault and damages. The court found the appeal inadmissible because the defendants' arguments relied on erroneous premises and constituted improper challenges to the lower court's evidence evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(11), 559(19) of the Code of Civil Procedure; Articles 914, 926, 932 of the Civil Code: An appeal based on erroneous factual premises regarding the timing of violations or the application of joint liability provisions is inadmissible if the lower court's decision is supported by a comprehensive assessment of all evidence presented by the parties.

Keywords

AI generated
animal quarantine measures joint liability civil code procedural defect appeal damages compensation evidence evaluation standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 926 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 181/2006
Supreme Court Case 425/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 901 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 901/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.χ1, 2. χ2 και 3. χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρούλα Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βασιλακάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 738/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-9-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 31-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ (πρβλ. ΑΠ 181/2006). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) παράνομη πράξη ή παράλειψη 2) υπαιτιότητα, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος 3) επέλευση ζημίας και 4) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας, η οποία υπάρχει και όταν η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ.

ΑΠ 425/2006). Περαιτέρω:κατά το άρθρο 932, εδ. Α'ΑΚ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Κατά το άρθρο 926 ΑΚ: "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων επήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον.

Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε της ζημία".Στην προκείμενη περίπτωση, στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορείτο ότι, παρόλο που κατά το έτος 1995 το ποίμνιο, του οποίου "οι εναγόμενοι ήσαν κύριοι και κάτοχοι" προσεβλήθη από συγκεκριμένο μεταδοτικό νόσημα και αυτοί όφειλαν να λάβουν υγειονομικά περιοριστικά μέτρα, για να αποτραπεί η μετάδοση του σε άλλα ποίμνια, παρέλειψαν υπαιτίως τούτο ότι: "αποτέλεσμα των παρανόμων πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων ήταν η ταχύτατη εξάπλωση της νόσου και η μετάδοσή της σε ζώα του ποιμνίου του ενάγοντος" ότι " από το Δεκέμβριο του 1998 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1999, εξαιτίας του παραπάνω λόγου" ο ενάγων ζημιώθηκε:α) κατά 75.598 ευρώ λόγω απώλειας 368 αιγών "που αρρώστησαν και ψόφησαν".

β) κατά 37.212 ευρώ, επειδή αναγκάσθηκε να πωλήσει 208 αίγες με (συνολικό) τίμημα 5.517 ευρώ, ενώ η πραγματική τους αξία ως υγιών ζώων ανερχόταν σε 42.729 ευρώ γ) κατά 26.412 ευρώ λόγω απώλειας 600 νεογνών αξίας 44 ευρώ εκάστου και κατά 71.313 ευρώ λόγω απώλειας παραγωγής γάλακτος 162.000 χιλιογράμμων, " που με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων" θα είχε, αν δεν ελάμβανε χώρα το ζημιογόνο γεγονός.

Εζητείτο δε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι όφειλαν στον ενάγοντα, και δη εις ολόκληρον έκαστος, τα ανωτέρω ποσά, καθώς και 29.347 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή περιστατικά - αληθή υποτιθέμενα - συγκροτούν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 298, 914, 926 και 932 ΑΚ που εφαρμόσθηκαν, και συγκεκριμενοποιούν αφενός μεν την παράνομη συμπεριφορά, που αποδίδεται στους εναγομένους, αφετέρου δε τις ζημίες και την ηθική βλάβη που φέρεται ότι προκλήθηκαν στον ενάγοντα, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτών, που φέρονται ως αίτιο και ως αποτέλεσμα, αντιστοίχως.

Κατά συνέπεια, αβασίμως υποστηρίζεται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 Κ.Πολ.Δ) ότι "παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας... και έλαβε υπόψη της ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που δεν είχαν εισφερθεί νομότυπα στη δίκη από τον ενάγοντα."

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμωςΚαι τα απλά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι, εκ των οποίων ο 1ος είναι πατέρας και δύο άλλοι οι γιοι του, είναι κύριοι και κάτοχοι ποιμνίου αιγοπροβάτων, το οποίο εκτρέφουν στην περιοχή ..... Έδεσσας, και από το οποίο αποκομίζουν ωφέλεια. Το έτος 1995 πολλά από τα ζώα των εναγομένων αρρώστησαν από βρουκέλλωση (μελυταίο πυρετό) με περαιτέρω συνέπεια το θάνατο τους.

Για να αποτραπεί η διάδοση της νόσου και σε άλλα ποίμνια της παραπάνω περιοχής, η Διεύθυνση Κτηνιατρικής Πέλλας με την υπ'αριθμ. πρωτ. ...... απόφαση της επέβαλε σε βάρος των εναγομένων υγειονομικά περιοριστικά μέτρα και ειδικότερα απαγόρευσε τη μετακίνηση του ποιμνίου των εναγομένων σε άλλη περιοχή, επέβαλε την υποχρεωτική σφαγή των μολυσμένων ζώων και την υποχρεωτική σήμανση των ζώων, που βρέθηκαν θετικά στην παραπάνω νόσο.

Επέβαλε στους εναγομένους την υποχρέωση να ποτίζουν το ποίμνιο τους στο χώρο της στάνης τους και να βόσκουν αυτό αποκλειστικά και μόνο στην περιοχή ....-..... -.... - ..... - .... μέχρι ..... Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...... απόφαση της ανωτέρω Διευθύνσεως τους επιβλήθηκε ως πρόσθετο υγειονομικό μέτρο η υποχρεωτική σφαγή των μολυσμένων ζώων και όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ......

απόφαση της ανωτέρω Διευθύνσεως οι εναγόμενοι έσφαξαν 133 μολυσμένα πρόβατα του ποιμνίου τους. Με την ίδια απόφαση διατηρήθηκαν σε ισχύ και κατά τη διάρκεια του έτους 1997 όλα τα προαναφερθέντα περιοριστικά μετρά. Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τα επιβληθέντα σ' αυτούς υγειονομικά μέτρα και ειδικότερα το μετρό της απαγόρευσης μετακίνησης του ποιμνίου τους και της βόσκησης του στην ανωτέρω καθορισμένη περιοχή, αλλά αντίθετα συνέχισαν να βόσκουν τα ζώα τους στην ευρύτερη περιοχή του ......, με συνεπεία να δημιουργείται κίνδυνος μετάδοσης της νόσου και στα ποίμνια άλλων κτηνοτρόφων.

Πρέπει να λεχθεί ότι με την υπ'αριθμ. 1578/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας ο πρώτος εναγόμενος (χ1) δικάσθηκε σε φυλάκιση 6 μηνών, για παραβίαση μέτρων για την πρόσληψη επιζωοτιών και ειδικότερα, επειδή στις 17-2-1997 παραβίασε τα περιοριστικά μετρά βοσκής που του είχαν επιβληθεί με την υπ' αριθμ. πρωτ. ........

απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής Ν. Πέλλας. Επίσης με την υπ' αριθμ. 2245/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, ο ανωτέρω εναγόμενος δικάσθηκε τελεσίδικα σε φυλάκιση 5 μηνών, για παραβίαση μέτρων για την πρόληψη επιζωοτιών και ειδικότερα, επειδή τον Απρίλιο του 1995 παραβίασε τα περιοριστικά μέτρα που του είχαν επιβληθεί με την υπ" αριθμ. ......

απόφαση του Προϊσταμένου της Δ/νσης Κτηνιατρικής Ν.Πέλλας, αφού μετακίνησε το ποίμνιο του σε άλλες περιοχές. Επίσης και ο τρίτος κατηγορούμενος (χ2) με την υπ'. αριθμ. 1579/1998 απόφαση του Τριμελούς, Πλημ/κείου Έδεσσας δικάσθηκε σε φυλάκιση 6 μηνών, για παραβίαση μέτρων για την πρόληψη επιζωοτιών και ειδικότερα, επειδή στις 17-2-1997 παραβίασε απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής Ν.

Πέλλας σχετικά με τη βόσκηση του μολυσμένου κοπαδιού του και τελεσίδικα με την υπ'αριθμ. 2230/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης του επιβλήθηκε η ίδια ποινή. Περαιτέρω, εξαιτίας της μη τήρησης των ανωτέρω περιοριστικών μέτρων εκ μέρους των εναγομένων, η νόσος της βρουκέλλωσης μεταδόθηκε και στο ποίμνιο του ενάγοντος, που διατηρούσε στη περιοχή του .....

στο οποίο (ποίμνιο και αιγοπρόβατα) με την υπ' αριθμ. πρωτ. ....... απόφαση της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής Ν. Πέλλας, επιβλήθηκαν περιοριστικά υγειονομικά μέτρα, ανάλογα με αυτά, που είχαν επιβληθεί στους εναγομένους. Ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 1998 έως και Σεπτέμβριο του 1999 είχε 350 ζώα. (αίγες), όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ.

πρωτ, ..... και ...... και ........ δελτία αποστολής παθολογικού υλικού του Αγροτικού Κτηνιατρείου Έδεσσας, Από αυτά, λόγων της ανωτέρω νόσου, ασθένησαν 92 ζώα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ . ....... ανωτέρω έγγραφο. Πρέπει να λεχθεί ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα διέθετε 420 μεγάλα ζώα και 156 μικρά.

Αφού και ο ίδιος ο ενάγων στην από 5-10-2004 μήνυση του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Έδεσσας κατά των ..... (Δ/ντη της Δ/νσης Γεωργίας Γιαννιτσών), ....... (Δ/ντη της Δ/νσης Γεωργίας Έδεσσας) και ...... (υπαλλήλου Δ/νσης Γεωργίας Θεσ/νίκης) η οποία τέθηκε στο αρχείο με διάταξη του ανωτέρω Εισαγγελέα, ισχυρίζεται ότι το έτος 1999 είχε 180 ζώα.

Αλλά, και από το Μητρώο-Καρτέλλα παραγωγού Αιγοπροβείου Κρέατος, που τηρείται στη Διεύθυνση Γεωργίας Ν. Πέλλας προκύπτει ότι ο ενάγων το έτος 1996 είχε 203 ζώα, το έτος 1997 160, το έτος 1998 190 και το έτος 1999 602 ζώα. Επίσης ο ίδιος ο ενάγων με την από 4-6-1999 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία- καταγγελία προς την Δ/νση Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Ν.

Πέλλας, την οποία κοινοποίησε στην ανωτέρω Δ/νση στις 10-6-1999 αναφέρει ότι, εξ αιτίας του μελυταίου πυρετού αρρώστησαν από το Δεκέμβριο 1998 έως σήμερα (4-6-1999 σύνταξη της ανωτέρω καταγγελίας) 350 ζώα (αίγες). Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε ότι από τα 92 ζώα του ποιμνίου του ενάγοντος που ασθένησαν από την ανωτέρω νόσο τελικά ψόφησαν 90 ζώα με αποτέλεσμα να υποστεί ο ενάγων ζημιά, το σύνολο της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 18.448,7 ΕΥΡΩ αφού η αξία κάθε ζώου ανερχόταν στο ποσό των 70.000 δρχ.

και ήδη 205,43 ΕΥΡΩ (ήτοι 205,43 ΕΥΡΩ χ 90 ζώα). Εκτός όμως από τη ζημιά, λόγω του θανάτου των ανωτέρω ζώων, ο ενάγων αναγκάσθηκε να προβεί σε άμεση σφαγή και άλλων 200 ζώων (αιγών)... Η συνολική αξία των ανωτέρω ζωών ανερχόταν σε 41.086 ΕΥΡΩ (ήτοι 200 ζώα χ 205,43 Ευρώ το καθένα). Το κρέας όμως των ανωτέρω ζώων ο ενάγων πώλησε στον έμπορο .......

και εισέπραξε για καθένα ζώο , από τα μεν 100. το ποσό των 10.000 δρχ, ήδη 29,35 ΕΥΡΩ και συνολικά 2.935 ΕΥΡΩ (29,35 ΕΥΡΩ χ 100 ζώα) ενώ για τα υπόλοιπα 100 ζώα το ποσό των 8.000 δρχ. ήδη 23,48 δρχ. για το καθένα και συνολικά 2.348 Ευρώ (23,48 χ 100)....Με συνέπεια το όφελος που αποκόμισε ο ενάγων να ανέρχεται στο ποσό των 5.283 Ευρώ (2.935+2.348) και η ζημία του από την υποχρεωτική σφαγή των παραπάνω ζώων στο συνολικό των 35.803 ΕΥΡΩ (ήτοι 41.086 ΕΥΡΩ - 5.283 ΕΥΡΩ).

Περαιτέρω, συμφωνά με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων τα ζώα που απώλεσε ο ενάγων θα μπορούσαν, αν δεν είχαν ψοφήσει και αν δεν είχαν σφαγεί υποχρεωτικά, να αναπαραχθούν και να γεννήσουν 400 νεογνά, το καθένα εκ των οποίων θα άξιζε 15.000 δρχ. ήδη 44,02 ΕΥΡΩ και η συνολική τους αξία θα ανερχόταν σε 17.608 ΕΥΡΩ (400 νεογνά χ 44,02 Ε το καθένα).

Ακολούθως, τα 290 ζώα που απώλεσε ο ενάγων θα μπορούσαν με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να παράγουν ετησίως το καθένα 300 κιλά γιδίσιο γάλα, που θα πωλούσε ο ενάγων προς 150 δρχ ήδη 0,44 ΕΥΡΩ το κιλό, αποκομίζοντας το συνολικό ποσό των 38.280 ΕΥΡΩ (290 ζώα χ 300 κιλά = 87.000 κιλά χ 0,44 ΕΥΡΩ το κιλό). Το ανωτέρω όμως ποσό στερήθηκε ο ενάγων εξαιτίας της απώλειας των ζώων του, από την ανωτέρω αιτία.

Επομένως η συνολική ζημία που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των 110.179,7 Ευρώ (18.488,7 + 35.803 + 17.603 + 38.280) και την οποία (ζημιά) είναι υποχρεωμένοι οι εναγόμενοι να αποκαταστήσουν. Τέλος, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η παραπάνω πράξη, σε συνδυασμό με την αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων ως προς την τέλεση της, το Δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 2.000 ΕΥΡΩ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι και σ' ολόκληρο ο καθένας τους να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 112.179,7 ευρώ". Υπό τις παραδοχές αυτέ, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τόσο για το (εξ αμελείας) αδίκημα που τέλεσαν οι αναιρεσείοντες εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, όσο και για τη ζημία και την ηθική βλάβη του τελευταίου, καθώς και για τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των πρώτων, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ) είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα: (α) Στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και είναι γι' αυτό απορριπτέος ο διαλαμβανόμενος στον λόγο αυτό ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δέχθηκε αντιφατικώς, ότι οι μεν αναιρεσείοντες παραβίασαντα περιοριστικά εις βάρος τους μέτρα την 17-2-1997, "η δε εκδήλωση της νόσου στα αιγοπρόβατα του ενάγοντος έγινε 9 μήνες πριν την παραβίαση των απαγορευτικών μέτρων".

Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνος τελέσεως του ενδίκου αδικήματος εκ μέρους των αναιρεσειόντων καθορίσθηκε όχι μόνον η ρηθείσα ημερομηνία (17-2-1997), αλλά όλο το χρονικό διάστημα των ετών 1996-1997. (β) Σε εσφαλμένη επίσης προϋπόθεση ερείδεται ο περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός, κατά τον οποίο:

η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν εις ολόκληρον αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο χωρίς καθόλου να διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 926 ΑΚ. Τούτο δε διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες ήσαν "κύριοι και κάτοχοι" του ζημιογόνου ποιμνίου καθώς και ότι αυτοί, ήτοι καθένας εξ' αυτών, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που νομίμως τους είχαν επιβληθεί και, επομένως, δεν έχει ούτε πρακτική ούτε νομική σημασία ο προσδιορισμός του αριθμού των αιγοπροβάτων που ανήκαν στην κυριότητα καθενός από αυτούς, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν. (γ) Οι περαιτέρω ειδικότερες αιτιάσεις κατά της αποφάσεως αφορούν ουσιαστικώς στην εκ μέρους του Δικαστηρίου εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό προβάλλονται απαραδέκτως.

Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν συγκεκριμένα έγγραφα, και δη: αντίγραφο της καρτέλλας παραγωγού που τηρούσε η Διεύθυνση Κτηνιατρικής Ν.Πέλλας στο όνομα του αναιρεσιβλήτου, τα υπ' αριθ......., ......., ........ έγγραφα της Υπηρεσίας αυτής και αντίγραφα από την σχετική με το νόσημα "βρουκέλωση" βιβλιογραφία, τα οποία οι αναιρεσείοντες είχαν νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού περί υπάρξεως αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτών και των ζημιών του αναιρεσιβλήτου. Τούτο δε, διότι από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψιν (και) "τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο συνεξετίμησε, με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, και τα ως άνω έγγραφα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους αναιρεσείοντες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-9-2006 αίτηση των χ1, χ2 και χ3 για αναίρεση της 738/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ