Legislator Case Law & Legislation
900/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, upholding lower court's finding of usury and debt.

Case Number 900/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a debt dispute involving promissory notes. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence, including witness testimonies and a prior usury prosecution, which they claimed contradicted the final ruling. The court rejected this, stating that the First Instance Court properly evaluated all evidence and that the appellants' claims regarding the usury defense were inadmissible as they violated the principle of non-reviewable evidence assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11g) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate evidence or overturn a lower court's discretionary assessment of facts, even if the appellant alleges specific documents were ignored or that the outcome contradicts the evidence presented.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence evaluation usury defense non-reviewable assessment witness testimony promissory notes judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 900 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 900/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Γ. του Ι., κατοίκου Αθηνών και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "D.G. Ρ.R, E. Κ.Μ.Κ.Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "D.G. Ρ.R.E. SA", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ - Αθηναγόρα Δημητρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Λωλίδου - Παγίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-4-2015 και 21-4-2015 ανακοπές και τους από 27-1-2017 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7152/2017 μη οριστική και 7103/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6600/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατόπιν της από 2.3.2015 αιτήσεως του αναιρεσίβλητου Γ. Μ., εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3856/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες 1) Δ. Γ. και 2) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "D.G. Ρ. R. E. Κ. Μ. Κ.Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "D.G. Ρ.R.E. SA", να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 500.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Η διαταγή αυτή εκδόθηκε με βάση πέντε συναλλαγματικές, που εκδόθηκαν την 4.1.2012 από τον αιτούντα, σε διαταγή του, τις οποίες αποδέχθηκε ο πρώτος των καθ' ων, ποσού 100.000 ευρώ η κάθε μία, λήξεως 1.5.2012, 15.5.2012, 30.5.2012, 15.6.2012 και 30.6.2012, για την πληρωμή των οποίων τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη η δεύτερη των καθ' ων, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους.

Κατά της διαταγής αυτής, που κοινοποιήθηκε στους καθ' ων την 30.3.2015, με την κάτω από αυτήν από 27.3.205 επιταγή προς πληρωμή, άσκησαν οι καθ' ων την από 1.4.2015 ανακοπή, με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη ως άνω διαταγή πληρωμής, προβάλλοντας ως λόγους α) ότι ουδέποτε ο πρώτος εξ αυτών υπέγραψε το από 4.1.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο φέρεται να αναγνώρισε την οφειλή του, πολλώ δε μάλλον δεν αποδέχθηκε τις άνω συναλλαγματικές, η δε δεύτερη εξ αυτών ουδέποτε τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη, αλλά η υποτιθέμενη υπογραφή του πρώτου από αυτούς στο συμφωνητικό, αλλά και στις συναλλαγματικές, όπως επίσης και η υπογραφή της νόμιμης εκπροσώπου της δεύτερης εξ αυτών στις συναλλαγματικές, αποτελούν προϊόν πλαστογραφίας, με πλαστογράφο τον καθ' ου η ανακοπή, β) ότι σε κάθε περίπτωση η απαίτηση του καθ' ου είναι ανύπαρκτη, καθώς ο πρώτος εξ αυτών έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από το δάνειο που έλαβε το έτος 2010, ύψους 334.186 ευρώ, καταβάλλοντας τμηματικά μέχρι τον Δεκέμβριο 2011 το ποσό των 470.000 ευρώ, και γ) ότι η δικαιοπραξία αυτή είναι άκυρη γιατί ο καθ' ου υπολόγιζε και εισέπραξε τοκογλυφικούς τόκους 5% μηνιαίως.

Στη συνέχεια, οι ίδιοι ανακόπτοντες άσκησαν και την από 21.4.2015 ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδονταν εις βάρος τους με την από 27.3.2015 επιταγή προς πληρωμή, κάτω από το απόγραφο της άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η άνω επιταγή εκτελέσεως, προβάλλοντας ως λόγους τους ίδιους ως άνω τρεις λόγους και επιπλέον (υπ' αριθ. 2 λόγος) ότι η δεύτερη εξ αυτών, ουδέποτε τριτεγγυήθηκε την πληρωμή των άνω συναλλαγματικών, καθόσον την κρίσιμη περίοδο νόμιμος εκπρόσωπός της ήταν η σύζυγος του πρώτου εξ αυτών Γ.

Μ., η οποία ουδέποτε τριτεγγυήθηκε την πληρωμή των συναλλαγματικών, καθώς η υπογραφή της στις συναλλαγματικές αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Τέλος, οι ίδιοι ανακόπτοντες άσκησαν και τους από 27.1.2017 πρόσθετους λόγους της πρώτης από 1.4.2015 ανακοπής τους κατά της άνω διαταγής πληρωμής, με τους οποίους ισχυρίσθηκαν α) ότι εκπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών ήταν η Γ.

Μ., η οποία ουδέποτε τριτεγγυήθηκε την πληρωμή των συναλλαγματικών, καθώς η υπογραφή της στις συναλλαγματικές αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας από τον καθ' ου και άρα αυτός ουδεμία απαίτηση έχει εις βάρος της δεύτερης ανώνυμης εταιρίας, και β) ότι δεν προσκομίστηκαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα νομιμοποιητικά έγγραφα του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας.

Οι άνω ανακοπές και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης εξ αυτών συζητήθηκαν την 7.2.2017 και ακολούθως εκδόθηκε η με αριθμό 7152/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε απαραίτητη για την πληρέστερη διερεύνηση της ουσίας της υπόθεσης στο σύνολό της η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προς συμπλήρωση των αποδείξεων και δη για τη διακρίβωση αν οι υπογραφές στις επίδικες συναλλαγματικές τέθηκαν από τον πρώτο ανακόπτοντα και το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης ανακόπτουσας ή από τον καθ' ου οι ανακοπές, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη.

Στη συνέχεια, αφού διεξήχθη η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, εκδόθηκε η με αριθ. 7103/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι και στην από 1.4.2015 ανακοπή περιέχονταν λόγοι που έβαλλαν κατά της από 27.3.2015 επιταγής προς πληρωμή, δηλαδή σωρευόταν ανακοπή του άρθ. 632 και ανακοπή του άρθ. 933 ΚΠολΔ και ότι οι 1ος, 3ος και 4ος λόγοι της από 21.4.2015 ανακοπής, ταυτίζονταν κατά περιεχόμενο με τους λόγους της από 1.4.2015 ανακοπής, ανεστάλη η συζήτηση αυτών των λόγων της από 21.4.2015 ανακοπής, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της από 1.4.2015 ανακοπής.

Κατά τα λοιπά, α) απορρίφθηκε η από 1.4.2015 ανακοπή και οι από 27.1.2017 πρόσθετοι λόγοι επ' αυτής, ως εκπροθέσμως ασκηθέντες, και επικυρώθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, β) έγινε δεκτός ο 2ος λόγος της από 21.4.2015 ανακοπής και ακυρώθηκε η από 27.3.2015 επιταγή προς πληρωμή, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της δεύτερης ανακόπτουσας ("D.G.

Ρ.R.E. SA"). Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ανακόπτοντες και ο καθ' ου οι ανακοπές τις από 6.9.2019 και 22.10.2019, αντίστοιχα, εφέσεις τους, που απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 6600/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητούν οι ανακόπτοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 18.6.2021 αίτησή τους, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΚ 5/2020, ΑΠ 2086/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 156/2012).

Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 670/2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ` ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. (ΑΠ 1605/2022, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1552/2018, ΑΠ 682/2015). Ειδικότερα η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ.

Νόμου 2190/1920, από το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό ή δια του διοικητικού της συμβουλίου η εκπροσώπησή της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο.

Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρία είναι αυτός του Δ.Σ. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ.

διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. ΑΚ, καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο.

Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1552/2018, ΑΠ 148/2013). Τέλος, η κατά το άρθρο 632 KΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ.

του ίδιου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι (ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 KΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκειμένη ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της.

Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ημέρες ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 KΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.

Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 811/2022, ΑΠ 2067/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 925/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της υπ' αριθ. 3856/2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 1.4.2015 ανακοπή, με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί αυτή, επικαλούμενοι προς τούτο, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ότι ουδέποτε ο πρώτος εξ αυτών υπέγραψε το από 4.1.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο φέρεται να αναγνώρισε την οφειλή του, πολλώ δε μάλλον δεν αποδέχθηκε τις άνω συναλλαγματικές, η δε δεύτερη εξ αυτών ουδέποτε τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη, αλλά η υποτιθέμενη υπογραφή του πρώτου από αυτούς στο συμφωνητικό, αλλά και στις συναλλαγματικές, όπως επίσης και η υπογραφή της νόμιμης εκπροσώπου της δεύτερης εξ αυτών στις συναλλαγματικές, αποτελούν προϊόν πλαστογραφίας, με πλαστογράφο τον καθ' ου η ανακοπή.

Με την υπ' αριθ. 7103/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ο πρώτος αυτός λόγος της ανακοπής ως ουσία αβάσιμος. Κατ' αυτής της απόφασης άσκησαν οι ανακόπτοντες την από 6.9.2019 έφεσή τους, με τον τέταρτο λόγο της οποίας παραπονέθηκαν για την απόρριψη του πρώτου αυτού λόγου της από 1.4.2015 ανακοπής τους, ισχυριζόμενοι ότι στον λόγο αυτό της ανακοπής τους περιλαμβάνονταν και ο ισχυρισμός τους ότι οι υπογραφές στη θέση του τριτεγγυητή επί των επίμαχων συναλλαγματικών τέθηκαν από φυσικό πρόσωπο που δεν δέσμευε το νομικό πρόσωπο της εν λόγω εταιρίας, λόγω έλλειψης εξουσίας εκπροσώπησης του υπογράφοντος.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "... Επίσης, από την επισκόπηση της από 1-4-2015 ανακοπής, προκύπτει ότι σ' αυτήν δεν περιέχεται λόγος ότι η υπό στοιχ. (Α2) εκκαλούσα - εφεσίβλητη, ουδέποτε τριτεγγυήθηκε τις επίμαχες συναλλαγματικές, καθώς οι υπογραφές στη θέση του τριτεγγυητή επί των επίμαχων συναλλαγματικών τέθηκαν από φυσικό πρόσωπο που δεν δέσμευε το νομικό πρόσωπο της υπό στοιχ. (Α2) εκκαλούσας - εφεσίβλητης, λόγω έλλειψης εξουσίας εκπροσώπησης του υπογράφοντα.

Περιέχεται μόνο λόγος ότι οι υπογραφές στη θέση του τριτεγγυητή επί των επίμαχων συναλλαγματικών ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, ορθώς δεν έκανε καμιά αναφορά, ως προς την κριθείσα από 1-4-2015 ανακοπή, στη έλλειψη εξουσίας εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της υπό στοιχ. (Α2) εκκαλούσας εφεσίβλητης, από τον υπογραφέα των επίδικων συναλλαγματικών, καθώς, τέτοιος λόγος ανακοπής δεν περιλαμβανόταν στο δικόγραφο, επομένως, απορριπτέος τυγχάνει, ως αβάσιμος και ο σχετικός τέταρτος λόγος έφεσης, ως προς το πρώτο σκέλος αυτού...".

Ήδη με τον πρώτο (κατά το οικείο μέρος), από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι ο πρώτος λόγος της από 1.4.2015 ανακοπής τους αποτελείτο από δύο σκέλη και δη ότι στο πρώτο σκέλος ισχυρίστηκαν σαφώς και ρητώς ότι η δεύτερη εξ αυτών ουδέποτε τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη την πληρωμή των επίδικων συναλλαγματικών, καθώς η υπογραφή στην οικεία θέση δεν ανήκει στη νόμιμη εκπρόσωπό της και συνεπώς δεν τη δεσμεύει, ισχυρισμό τον οποίο ανέλυσε περαιτέρω με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής, και στο δεύτερο σκέλος ισχυρίστηκαν ότι η υπογραφή της νομίμου εκπροσώπου της επί των ενδίκων συναλλαγματικών αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας και, συνεπώς, κρίνοντας η προσβαλλόμενη ότι στην ανακοπή τους δεν περιέχεται σχετικός λόγος περί έλλειψης δέσμευσης-τριτεγγύησης της δεύτερης εξ αυτών, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κ.ν. 2190/1920, αξιώνοντας για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία.

Εξάλλου, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη, εκκινώντας από την εσφαλμένη εκτίμηση ότι στην από 1.4.2015 ανακοπή τους δεν περιέχεται λόγος ότι η δεύτερη εξ αυτών ουδέποτε τριτεγγυήθηκε τις συναλλαγματικές, καθώς οι υπογραφές τέθηκαν από φυσικό πρόσωπο που δεν δέσμευε την ανώνυμη εταιρία, λόγω έλλειψης εκπροσώπησης από τον υπογράφοντα, δεν έλαβε υπόψη, άλλως παρέλειψε να ερευνήσει τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους και ειδικά τον περιεχόμενο σ' αυτόν ισχυρισμό τους περί έλλειψης δέσμευσης-τριτεγγύησης της δεύτερης εξ αυτών, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και επί πλέον άφησε αδίκαστο τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, κατά το άνω σκέλος, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ.

Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του αυτού (δεύτερου) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι ο ως άνω ισχυρισμός τους περί έλλειψης τριτεγγύησης-δέσμευσης της δεύτερης εξ αυτών δεν περιέχονταν στην από 1.4.2015 ανακοπή τους, τον ισχυρισμό αυτό προέβαλαν στην κατ' έφεση δίκη νόμιμα και παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, καθόσον αυτός αποδεικνύονταν τόσο εγγράφως όσο και με δικαστική ομολογία του αντιδίκου τους, πλην όμως η προσβαλλόμενη δεν τον έλαβε υπόψη, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και τον άφησε αδίκαστο, υποπίπτοντας έτσι και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 1.4.2015 ανακοπής κατά της άνω διαταγής πληρωμής, οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν ως λόγο ανακοπής, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κ.ν. 2190/1920, τον ισχυρισμό ότι η δεύτερη ανακόπτουσα, ουδέποτε τριτεγγυήθηκε τις επίμαχες συναλλαγματικές, καθώς οι υπογραφές στη θέση του τριτεγγυητή επί των επίμαχων συναλλαγματικών τέθηκαν από φυσικό πρόσωπο που δεν δέσμευε το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, αλλά προέβαλαν, όπως προαναφέρθηκε, μόνον τον λόγο ότι οι υπογραφές στη θέση του τριτεγγυητή επί των επίμαχων συναλλαγματικών ήταν προϊόν πλαστογραφίας, κατονομάζοντας μάλιστα ρητά ως πλαστογράφο τον καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο, με συνέπεια να μη γεννάται υποχρέωσή της για καταβολή του ποσού των συναλλαγματικών και συνακόλουθα να μην υφίσταται δικαίωμα του αναιρεσίβλητου να ζητήσει την έκδοση σε βάρος της διαταγής πληρωμής.

Δεν αποτελείτο δηλαδή ο πρώτος λόγος της από 1.4.2015 ανακοπής από δύο σκέλη, αλλά σ' αυτόν διαλαμβάνονταν μόνο η ένσταση περί πλαστογραφίας των υπογραφών τόσο του πρώτου από αυτούς στις συναλλαγματικές και το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, όσο και της νόμιμης εκπροσώπου της δεύτερης εξ αυτών στις συναλλαγματικές, από τον καθ' ου η ανακοπή.

Ουδόλως επικαλέσθηκαν οι ανακόπτοντες ότι σε κάθε περίπτωση η υπογραφή στη θέση του τριτεγγυητή δεν τέθηκε από τη νόμιμη εκπρόσωπο της δεύτερης εξ αυτών εταιρίας αλλά από άλλο πρόσωπο, διάφορο του καθ' ου η ανακοπή, που όμως δεν είχε εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας. Τέτοιο ισχυρισμό (περί έλλειψης τριτεγγύησης - δέσμευσης της δεύτερης αναιρεσείουσας) προέβαλαν οι ανακόπτοντες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο του από 27.1.2017 δικογράφου πρόσθετων λόγων της από 1.4.2015 ανακοπής, πλην όμως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ανακοπής απορρίφθηκαν πρωτοδίκως ως εκπροθέσμως ασκηθέντες και οι ανακόπτοντες δεν προσέβαλαν την κρίση αυτή με την άνω έφεσή τους.

Απαραδέκτως δε προέβαλαν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και μάλιστα με τις προτάσεις τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, νέοι λόγοι ανακοπής δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης.

Συνεπώς, το Εφετείο, αφενός μεν δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη και να ερευνήσει τέτοιο λόγο ανακοπής, αφού αυτός δεν περιέχονταν στην από 1.4.2015 ανακοπή, αφετέρου δε δεν άφησε αδίκαστο τον πρώτο λόγο της από 1.4.2015 ανακοπής τους, στον οποίο περιέχονταν μόνο η ένσταση πλαστογραφίας των υπογραφών των υπόχρεων προσώπων, ενώ, τέλος, ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό με βάση τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κ.ν. 2190/1920, τις οποίες και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν νομίμως τον ανωτέρω ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την από 1.4.2015 ανακοπή τους ή με παραδεκτό πρόσθετο λόγο ανακοπής, αλλά τον προέβαλαν το πρώτον με τις προτάσεις τους στο Εφετείο ως λόγο ανακοπής, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενοι στον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, από τους αρ. 10, 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρισμοί των ανακοπτόντων α) ότι η προσβαλλομένη ήχθη στην παραδοχή περί συναινέσεως και γνώσεως της νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εξ αυτών για την υπογραφή των συναλλαγματικών από τον πρώτο εξ αυτών, σύζυγό της, χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη, και τούτο την καθιστά αναιρετέα και εκ του λόγου του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, β) ότι άλλως καθίσταται αναιρετέα και επειδή δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες και πάντως επαρκείς για το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή μη συναινέσεως της νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας και επομένως υφίσταται έμμεση παράβαση των άνω διατάξεων των άρθρων 61 επ.

ΑΚ και των άρθρων 18 και 22 του κ.ν. 2190/1920, γ) ότι τον ισχυρισμό τους ότι η δεύτερη εξ αυτών ουδέποτε τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη των συναλλαγματικών και ότι στην από 1.4.2015 ανακοπή τους περιέχεται ο σχετικός λόγος περί μη δέσμευσης-τριτεγγύησης της εταιρίας, συνομολογεί και ο καθ' ου η ανακοπή με τις από 24.9.2020 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, πλην όμως η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της αυτή την ομολογία, αφού, θεωρώντας εσφαλμένα ότι δεν είχε προβληθεί ο ισχυρισμός αυτός στην ανακοπή, δεν τον εξέτασε, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δ) ότι άλλως η προσβαλλόμενη παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κ.ν. 2190/1920, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της έλλειψης εκπροσώπησης - δέσμευσης της δεύτερης εξ αυτών, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι στον πρώτο λόγο της από 1.4.2015 ανακοπής περιέχονταν μόνον ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας των υπογραφών των υπόχρεων στις επίδικες συναλλαγματικές, στα πλαίσια δε της έρευνας του ισχυρισμού αυτού και μόνον ερεύνησε τον τέταρτο λόγο της έφεσης των ανακοπτόντων, κατά το δεύτερο σκέλος του, καταλήγοντας στην κρίση ότι οι επίμαχες υπογραφές δεν είναι πλαστές, αλλά έχουν τεθεί από τον πρώτο ανακόπτοντα (Δ.

Γ.), κατόπιν συναίνεσης της συζύγου του, Γ. Μ., νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης ανακόπτουσας εταιρίας. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1040/2017).

Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1864/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α` και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α`, 632 παρ. 1 εδ. α` και 633 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής κατά το χρόνο της εκδόσεως της.

Εξετάζεται δηλαδή αν υπήρχαν τότε για την έκδοση της οι νόμιμες προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ύπαρξη της απαιτήσεως (Ολ. ΑΠ 10/1997). Επομένως, ο ανακόπτων μπορεί να προτείνει με λόγο ανακοπής τις κατά του τίτλου και της απαιτήσεως ενστάσεις του και γενικά τους ισχυρισμούς του ως προς τη βασιμότητα της απαιτήσεως ή του ύψους αυτής (ΑΠ 662/2010).

Τέτοιες ενστάσεις κατά της απαιτήσεως είναι και αυτές της εξοφλήσεως και του συμψηφισμού, οι οποίες προτείνονται υπό την προϋπόθεση ότι υπήρχαν πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1305/2009, ΑΠ 1538/2007). Για την απόσβεση δε της ενοχής, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, απαιτείται η καταβολή να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 666/2020, ΑΠ 1285/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 9, 11, 15, 17, 21 & 28 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" προκύπτει ότι η ενοχή από συναλλαγματική είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από συναλλαγματική, όπως προπάντων είναι ο αποδέκτης της, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει με τον εκδότη ή και τον κομιστή της συναλλαγματικής, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ` αυτόν ή αν αυτός κατά την κτήση της συναλλαγματικής ενήργησε εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λ.χ.

εικονική) είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται, αφού διαφορετικά η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της συναλλαγματικής κατά τα άρθρα 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 2069/2022, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 1266/2011). Τέλος, κατά τα άρθρα 293 και 294 του ΑΚ, άκυρη είναι και η δικαιοπραξία µε την οποία συνοµολογείται ποσοστό τόκου µεγαλύτερου του καθοριζοµένου από το νόµο, κατά το επί πλέον του νοµίµου τόκου ποσοστό (ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 836/2021, ΑΠ 1397/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείοντες με την από 1.4.2015 ανακοπή ζήτησαν να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη ως άνω διαταγή πληρωμής, προβάλλοντας με τον δεύτερο λόγο ότι σε κάθε περίπτωση η απαίτηση του καθ' ου είναι ανύπαρκτη, καθώς ο πρώτος εξ αυτών έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από το δάνειο που έλαβε το έτος 2010, ύψους 334.186 ευρώ, καταβάλλοντας τμηματικά μέχρι τον Δεκέμβριο 2011 το ποσό των 470.000 ευρώ, και με τον τρίτο λόγο ότι η δικαιοπραξία αυτή είναι άκυρη γιατί ο καθ' ου υπολόγιζε και εισέπραξε τοκογλυφικούς τόκους εκ 5% μηνιαίως.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 9564/2019 απόφασή του, απέρριψε τους λόγους αυτούς της από 1.4.2015 ανακοπής ως αβάσιμους. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ανακόπτοντες την από 6.9.2015 έφεση, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της οποίας παραπονέθηκαν για την απόρριψη των άνω λόγων της ανακοπής τους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, απέρριψε τους λόγους αυτούς της έφεσης ως αβάσιμους, και συνακόλουθα και τους άνω λόγους ανακοπής, δεχόμενο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητος - εκκαλών, Γ.

Μ., ασκούσε το επάγγελμα του λογιστή και ήταν στενός φίλος του υπό στοιχ. (Α1) εκκαλούντα - εφεσιβλήτου, Δ. Γ., για περίπου 20 χρόνια καθώς και λογιστής στην εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "D.G. Ρ.R.E. SA", δηλαδή την υπό στοιχ. (Α2) εκκαλούσα - εφεσίβλητη, την οποία, κατά το έτος 2011 και ως το έτος 2012 (βλ. το ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ με αριθμό 13458 /21-12-2011) εκπροσωπούσε η μη διάδικος Γ.

Μ., σύζ. του Δ.Γ.. Το έτος 2010 όταν ο Δ. Γ. αντιμετώπισε τρέχουσες ανάγκες ως, τότε, νόμιμος εκπρόσωπος της υπό στοιχ. (Α2) εκκαλούσας - εφεσίβλητης, πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας (και εν τοις πράγμασι, πάντοτε ασκών τη διαχείριση αυτής), συνήψε με τον Γ. Μ., ο οποίος διέθετε περιουσία, σύμβαση έντοκου δανείου, δυνάμει της οποίας συναποφάσισαν και συναποδέχθηκαν τη χορήγηση από το Γ.

Μ., στο Δ. Γ., έντοκου δανείου, ποσού 500.000 ευρώ, με επιτόκιο 1% ετησίως. Το παραπάνω ποσό προσαυξημένο κατά το παραπάνω επιτόκιο, συμφωνήθηκε να επιστραφεί από τον τελευταίο, το αργότερο μέχρι 31-12-2011. Για την καταβολή του ανωτέρω ποσού εκδόθηκαν 5 συναλλαγματικές από τον Γ. Μ., τις οποίες αποδέχθηκε ο Δ. Γ., ποσού 100.000 ευρώ εκάστη, πληρωτέες την 1-11-2011, 10-11-2011, 30-11-2011, 10-12-2011 και 30-12-2011.

Την οφειλή αυτή δεν εξόφλησε ο Δ. Γ.. Κατόπιν και προς διευκόλυνση του τελευταίου, στις 4.1.2012 υπεγράφη μεταξύ Δ. Γ. και του Γ. Μ., ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, δυνάμει του οποίου ο πρώτος εξ αυτών αναγνώρισε ότι οφείλει στο δεύτερο, λόγω δανείου, το ως άνω ποσόν των 500.000 ευρώ και υποσχέθηκε να το καταβάλλει το αργότερο μέχρι 30.6.2012, κατά τους όρους και τις συμφωνίες, που περιελήφθησαν σ' αυτό.

Μάλιστα κατά την ημέρα της υπογραφής του ανωτέρω συμφωνητικού, για την εξασφάλιση του ποσού του κεφαλαίου του δανείου, εκδόθηκαν από τον Γ. Μ., πέντε (5) συναλλαγματικές, ποσού 100.000 ευρώ εκάστη, πληρωτέες την 1-5-2012, 15-5-2012, 30-5-2012, 15-6-2012 και 30-6-2012, τις οποίες αποδέχθηκε ο Δ. Γ., ενώ στη θέση του τριτεγγυητή ετέθη σφραγίδα της άνω εταιρίας και υπογραφή εμφανώς όμοια με αυτή του Δ.

Γ., αφού ετέθη από τον ίδιο (βλ. κατωτέρω). Οι συναλλαγματικές αυτές δεν εξοφλήθηκαν κατά τον αναγραφόμενο, στο σώμα εκάστης, χρόνο λήξης, με αποτέλεσμα ο Δ. Γ. να παραβιάσει την εν λόγω, συμβατικά αναληφείσα υποχρέωσή του. Τότε, o Γ. Μ., μετά την ανταλλαγή εξωδίκων μεταξύ τους, αφού ο Δ. Γ. δεν εξοφλούσε την οφειλή του, ζήτησε και πέτυχε σε βάρος του και σε βάρος της άνω εταιρίας, την έκδοση της υπ' αριθμ. 3856/2015 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεώς του, ύψους 500.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, από τις πέντε συναλλαγματικές, ποσού 100.000 ευρώ εκάστη, πληρωτέες την 1-5-2012, 15-5-2012, 30-5-2012, 15-6-2012 και 30-6-2012, εκδόσεως του, με λήπτη τον ίδιο, αποδέκτη τον Δ.

Γ. και τριτεγγυήτρια υπέρ του λήπτη την υπό στοιχ. (Α2) εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία.... Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί εξοφλήσεως, οι υπό στοιχ. (Α) εκκαλούντες εφεσίβλητοι - ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι ο πρώτος από αυτούς έχει εξοφλήσει όλες τις δανειακές του υποχρεώσεις προς τον υπό στοιχ. (Β) εφεσίβλητο - εκκαλούντα, ήδη από τον Δεκέμβριο του 2011, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο της γέννησης της ένδικης απαίτησης από τις συναλλαγματικές, για τις οποίες και εκδόθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής.

Πέραν του ότι για την εξόφληση, προϋποτίθεται ότι ο οφειλέτης αποδέχεται την ύπαρξη της ένδικης απαίτησης και επικαλείται μεταγενέστερα της γέννησης αυτής γεγονότα, για την εξόφλησή της, ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι υπό στοιχ. (Α) εκκαλούντες - εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι η ένδικη αξίωση ουδέποτε γεννήθηκε καθώς πλαστογραφήθηκε η υπογραφή τους επί των επίδικων συναλλαγματικών και του άνω, από 4-1-2012 συμφωνητικού και ότι οι όποιες οφειλές του υπό στοιχ. (Α1) εκκαλούντος - εφεσιβλήτου είχαν καταβληθεί ήδη μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011, και μάλιστα με επιτόκιο 5% μηνιαίως, ενώ το ανώτερο νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο ήταν 6,75% ετησίως και, επομένως, η αξίωση του υπό στοιχ. (Β) εφεσιβλήτου - εκκαλούντος, περιείχε τοκογλυφικούς τόκους, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται τούτο, γιατί ακριβώς, οι υπό στοιχ. (Α) εκκαλούντες - εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι κατέβαλε, ο πρώτος εξ αυτών, 334.186 ευρώ κατά κεφάλαιο και συνολικά 470.000 ευρώ, με τους τόκους, για άλλη απαίτηση, προγενέστερη της επίδικης και δεν αποδεικνύεται ότι στην ένδικη απαίτηση εκ 500.000 ευρώ περιλαμβάνεται και αυτή η προγενέστερη.

Άλλωστε, όπως προεξετέθη, ο υπό στοιχ. (Α1) εκκαλών εφεσίβλητος είχε ήδη αποδεχθή, για την εξόφληση δανείου, συναλλαγματικές πληρωτέες την 1-11-2011, 10-11-2011, 30-11-2011, 10-12-2011 και 30-12-2011, τις οποίες ομοίως, δεν πλήρωσε, για τούτο συνήφθη το από 4-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η όποια καταβολή ισχυρίζεται (εκ 334.186 ευρώ κατά κεφάλαιο) ο υπό στοιχ. (Α1) εκκαλών - εφεσίβλητος, αφορά σε άλλη απαίτηση και όχι την επίδικη.

Επιπροσθέτως, εφόσον ο ισχυρισμός περί τοκογλυφίας αφορά σε άλλη της ένδικης απαίτησης, συμβατική σχέση, αλυσιτελώς προβάλλεται, ενώ, ακόμη και αν εκτιμηθεί ότι αφορά στην ένδικη απαίτηση, όπως προαναφέρθηκε, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται. Με αυτά τα δεδομένα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ομοίως, με την εκκαλουμένη απέρριψε τους ισχυρισμούς περί εξόφλησης της απαίτησης και περί ακυρότητας αυτής, λόγω τοκογλυφίας εκ μέρους του υπό στοιχ. (Β) εφεσιβλήτου - εκκαλούντος, έστω και με διαφορετική, εν μέρει, αιτιολογία, την οποία το Δικαστήριο τούτο συμπληρώνει, κατ' άρθ. 534 Κ.Πολ.Δ., δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των υπό στοιχ. (Α) εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, που αποτελούν τους πέμπτο και έκτο λόγους της από 6-9-2019 έφεσης, απορριπτέοι τυγχάνουν, ως αβάσιμοι...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους πέμπτο και έκτο λόγους της από 6.9.2019 έφεσης των ανακοπτόντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων περί εξόφλησης της απαίτησης και περί ακυρότητας αυτής, λόγω τοκογλυφίας εκ μέρους του καθ' ου η ανακοπή.

Ήδη οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη ότι ο αναιρεσίβλητος διέθετε την οικονομική δυνατότητα να δανείσει το υπέρογκο ποσό των 500.000 ευρώ, χωρίς όμως η δυνατότητα αυτή να προκύψει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, και ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό αυτό ως δάνειο στον πρώτο εξ αυτών, χωρίς να αποδειχθεί η καταβολή αυτή.

Ωστόσο, ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το άνω πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την κρίση του για τα ως άνω ζητήματα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα εν γένει τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αποδεικτικά μέσα, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Εξάλλου, με το δεύτερο και το τέταρτο σκέλος του αυτού τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος χορήγησε το έτος 2010 δάνειο 500.000 ευρώ με επιτόκιο 1% ετησίως και για την επιστροφή αυτού δόθηκαν αρχικά πέντε συναλλαγματικές που δεν πληρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τις ένδικες, οι οποίες αθροίζονται στο ποσό των 500.000 ευρώ, παρότι είχε παρέλθει διάστημα δύο ετών, παραβίασε με τις παραδοχές αυτές τα διδάγματα της κοινής πείρας, που υπαγορεύουν ότι το άθροισμα των νέων συναλλαγματικών δεν θα μπορούσε να ανέρχεται στο ποσό των 500.000 ευρώ, αλλά θα έπρεπε να είναι προσαυξημένο κατά το συμφωνηθέν επιτόκιο, ενώ με το τέταρτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι δεχόμενο το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος ασκούσε το επάγγελμα του λογιστή και ήταν στενός φίλος του πρώτου αναιρεσείοντος για περίπου 20 χρόνια καθώς και λογιστής στην δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία, παραβίασε και το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο ένας απλός λογιστής, όπως ο αναιρεσίβλητος, δεν είναι δυνατόν να δανείσει ένα τόσο υπέρογκο ποσόν στον εργοδότη του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' αμφότερα τα άνω σκέλη του, διότι με την επίφαση αυτού οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την συναφθείσα μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και του αναιρεσίβλητου σύμβαση δανείου και την καταβολή του δανείσματος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι το έτος 2010 ο πρώτος αναιρεσείων συνήψε με τον αναιρεσιβλητο σύμβαση έντοκου δανείου, δυνάμει της οποίας τα μέρη συναποφάσισαν και συναποδέχθηκαν τη χορήγηση από το Γ. Μ., στο Δ. Γ., έντοκου δανείου, ποσού 500.000 ευρώ, με επιτόκιο 1% ετησίως, πλην όμως στη συνέχεια ρητά δέχεται ότι για την εξασφάλιση του ποσού του δανείου αυτού και μόνον εκδόθηκαν από τον αναιρεσίβλητο οι αρχικές αλλά και οι μεταγενέστερες συναλλαγματικές, ενώ ρητά δέχεται επίσης ότι ο αναιρεσίβλητος διέθετε περιουσία και χορήγησε στον πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό του δανείου.

Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς τα ζητήματα της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες εξόφλησης του δανείου και της τοκογλυφίας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη εξοφλήσεως της επίδικης απαίτησης του αναιρεσίβλητου και μη ακυρότητας της σύμβασης δανείου λόγω τοκογλυφίας.

Ειδικότερα, το πόρισμα αυτό δικαιολογούν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης α) ότι στην ένδικη απαίτηση των 500.000 ευρώ δεν περιλαμβάνεται η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες καταβολή από τον πρώτο από αυτούς στον αναιρεσίβλητο ποσού 334.186 ευρώ κατά κεφάλαιο και συνολικά 470.000 ευρώ, με τους τόκους, καθόσον ο πρώτος αναιρεσείων είχε ήδη αποδεχθεί, για την εξόφληση δανείου, συναλλαγματικές πληρωτέες την 1-11-2011, 10-11-2011, 30-11-2011, 10-12-2011 και 30-12-2011, τις οποίες ομοίως, δεν πλήρωσε, για τούτο συνήφθη το από 4-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η όποια καταβολή αφορά σε άλλη απαίτηση και όχι την επίδικη, και β) ότι ο ισχυρισμός περί τοκογλυφίας αφορά σε άλλη της ένδικης απαίτησης, συμβατική σχέση, ενώ, ακόμη και αν εκτιμηθεί ότι αφορά στην ένδικη απαίτηση, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται.

Η περαιτέρω παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι το δοθέν δάνειο ήταν 500.000 ευρώ με επιτόκιο 1%, δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την παραδοχή της ιδίας αποφάσεως ότι οι επίδικες συναλλαγματικές εκδόθηκαν για συνολικό ποσό 500.000 ευρώ, καθόσον το Εφετείο δεν δέχεται ότι στο ποσό αυτό των συναλλαγματικών περιλαμβάνονται και τόκοι, αλλά ότι αυτές δόθηκαν προς εξασφάλιση του ποσού του δανείου.

Επομένως, ο τρίτος, κατά τα τρίτο και πέμπτο σκέλη του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα άνω ζητήματα, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο εμπεριεχόμενος στο αυτό πέμπτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, αφού ο τελευταίος δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν δύο δάνεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων δεν συνιστά πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί αποδοθεί η σχετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αναφέρεται στην αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις επί του αρνητικού του λόγου ανακοπής ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ως προς τα οποία οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν τον παραπάνω αναιρετικό λόγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, Ολ.ΑΠ 14/2005).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια, για εκείνον που ομολογεί. Έτσι δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση αγωγής ή ενστάσεως (ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 532/2016, ΑΠ 325/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πέμπτο και έκτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν των προαναφερθέντων, η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του την ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιλαμβάνονταν στις πρωτόδικες προτάσεις του, ότι οι επίδικες συναλλαγματικές δόθηκαν στα πλαίσια δανείου κατά τα έτη 2009-2010 κι όχι το έτος 2010 που δέχθηκε το Εφετείο, παραβλέποντας την άνω ομολογία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες περιστάσεις προς θεμελίωσή του, δεν αποτελούν δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, καθόσον πρόκειται για αναφορά του αναιρεσίβλητου στα πλαίσια της αιτιολογημένης εκ μέρους του άρνησης των προβληθεισών από τους αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 1.4.2015 ανακοπής τους ενστάσεων εξοφλήσεως και τοκογλυφίας.

Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο δεν κατέληξε σε ουσιωδώς διαφορετικό προς την άνω αναφορά του αναιρεσίβλητου πόρισμα, ενόψει της παραδοχής του ότι το επίμαχο δάνειο δόθηκε το έτος 2010. Περαιτέρω, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του τρίτου λόγου της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίσθηκαν ότι η απαίτηση του καθ' ου περιέχει τοκογλυφικούς τόκους και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του:

α) μία χειρόγραφη απόδειξη κατάσταση του καθ' ου, στην οποία αναγράφει τα ποσά που δάνεισε στον πρώτο από αυτούς, τις ημερομηνίες που δόθηκε κάθε ποσό, το επιτόκιο 5% μηνιαίως, β) την από 28.9.2018 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού Δ. Κ., στην οποία γνωμοδότησε ότι ο γραφικός χαρακτήρας της άνω χειρόγραφης σημείωσης ανήκει πράγματι στον καθ' ου, και γ) την από 30.12017 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π.

Κ., που και αυτός γνωμοδότησε ότι τα γράμματα της άνω χειρόγραφης σημείωσης ανήκουν στον αντίδικο, από τα οποία έγγραφα αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών τους περί τοκογλυφίας, που θεμελίωναν τον έκτο λόγο της έφεσής τους και τον τρίτο λόγο της από 1.4.2015 ανακοπής τους και δη αποδεικνύεται η επιβάρυνση του δανείου με τοκογλυφικούς τόκους 5% μηνιαίως, τούτο δε καθίσταται σαφές αν ληφθούν υπόψη και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που επίσης προσκόμισαν στο Εφετείο και δη α) η κατάθεση του μάρτυρά τους Ι.

Γ., που κατέθεσε τα άνω στοιχεία, β) η κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου ότι ο καθ' ου δάνεισε στον πρώτο από αυτούς 500.000 ευρώ άτοκα και όχι με 1%, γ) η υπ' αριθ. 3761/2015 ένορκη βεβαίωση της Χ. Π., κατά την οποία ο αντίδικος δάνειζε άτοκα, και δ) η μήνυση που υπέβαλαν κατά του αντιδίκου για τοκογλυφία, βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του, η οποία έπαυσε με βούλευμα λόγω παραγραφής, κατόπιν μετατροπής του αδικήματος σε πλημμέλημα.

Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα εν γένει τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα από τους ανακόπτοντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους ένσταση τοκογλυφίας, που επαναφέρθηκε με τον έκτο λόγο της έφεσής τους, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠοΛΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 2021 αίτηση των: 1) Δ. Γ. του Ι., και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "D.G. Ρ.R.E.Κ.Μ.Κ.Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "D.G. Ρ.R.E. SA", για αναίρεση της υπ' αριθ. 6600/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ