Legislator Case Law & Legislation
900/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific evidence documents in reasoning.

Case Number 900/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Thessaloniki, ruling that the lower court properly considered all submitted evidence. The appellants argued the appeal was admissible, but the court found the Third Instance Court had examined and weighed all eight specific documents presented by the parties without omitting any. Consequently, the court held that the general statement of evidence assessment did not constitute a violation of the duty to consider all evidence, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated; the duty to consider all evidence means the court must weigh all documents without requiring separate evaluation of each, and a general reference to considering all documents satisfies this obligation.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility violation of substantive law evaluation of evidence duty to consider all evidence omission of evidence separate evaluation requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 335 of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 7/2006
Supreme Court of Greece, Case 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 900 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 900/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Δ. Μ. του Γ., 2Ό. Μ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Καρπούζα Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Σωτηρίου Γεωργέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12926/2006 μη οριστική, 14543/2013 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 2455/2018 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-11-2018 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. H κρινομένη από 26/11/2018 (με αριθμό κατάθεσης 334/ 2018) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 2455/2018 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (άρθρο 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τις αναιρεσείουσες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παράγραφος 2 του νόμου 4446/ 2016.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παράγραφος 1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. 2

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/ 2006 και 4/ 2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ίδιου, ως άνω, κώδικα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα παρακάτω περιστατικά: "Η ενάγουσα τέλεσε νόμιμο γάμο στις 8-7-1992 με τον, ήδη αποβιώσαντα, αρχικό πρώτο εναγόμενο, Γ. Μ., πατέρα της δεύτερης και της τρίτης των εναγομένων από τον πρώτο του γάμο, αρκετά όμως χρόνια πριν από το γάμο τους συμβίωνε με αυτόν και το ανήλικο τέκνο της από προηγούμενο γάμο, σε μισθωμένη οικία στην περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών στη Θεσσαλονίκη, ιδιοκτησίας της Ε.

Σ.-Τ., κατοίκου ..., αναζητώντας ήδη από το έτος 1987 κατάλληλο ακίνητο για να το αγοράσουν και να εγκατασταθούν σ' αυτό. Το έτος 1987 βρήκαν ένα διαμέρισμα της αρεσκείας τους στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης, αξίας περίπου 10.000.000 δραχμών, που ανήκε σε πελάτη του πρώτου εναγομένου Εβραϊκής καταγωγής και ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) ως δικηγόρος διαχειριζόταν την περιουσία του και είχε λάβει τη ρητή εντολή να το πωλήσει.

Λόγω του ότι ο ιδιοκτήτης του ως άνω ακινήτου ζούσε μόνιμα στην Αμερική, απαίτησε να εισπράξει το τίμημα σε δολάρια Αμερικής, απαίτηση που προξένησε πρόβλημα αναφορικά με την εξαγωγή συναλλάγματος από την Ελλάδα προς την Αμερική, που εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν δυσχερής και απαιτούσε πλήθος διατυπώσεων.

Έτσι η ενάγουσα συμφώνησε με την Ε. Τ., η οποία ερχόταν τα καλοκαίρια στην Ελλάδα, να δίνει σταδιακά σ' αυτή χρήματα (δραχμές) και η τελευταία να καταθέτει το αντίστοιχο ποσό σε δολλάρια σε τράπεζα της Αμερικής έως ότου συγκεντρωθεί ολόκληρο το ποσό του τιμήματος για την αγορά του ως άνω ακινήτου. Επειδή όμως η ίδια (ενάγουσα) δεν διέθετε λογαριασμό σε τράπεζα της Αμερικής, η Ε.

Τ. κατέθετε σε δολλάρια τα χρήματα που λάμβανε από την ενάγουσα σε δύο λογαριασμούς που διατηρούσε στο όνομά του ο πρώτος εναγόμενος στην τράπεζα ... BANK στον ... της Αμερικής. Μάλιστα, ο πρώτος εναγόμενος είχε υποσχεθεί ότι θα ζητούσε από την ως άνω τράπεζα με επιστολή του προς αυτήν, να προστεθεί στους λογαριασμούς και το όνομα της ενάγουσας.

Η ενάγουσα, η οποία είχε χρήματα, τα οποία ήταν προσωπικές αποταμιεύσεις ετών από την εργασία της ως βιοτέχνη και από το έτος 1984 ως δικαστικής επιμελήτριας, όπως αναλυτικότερα θα εκτεθεί κατωτέρω, κατέβαλε σταδιακά, αποκλειστικώς από δικά της χρήματα, από τον Ιούνιο του 1987 έως τον Ιούνιο του 1989, στην προαναφερόμενη Ε.

Τ. το συνολικό ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο η τελευταία κατέθεσε σε δολλάρια στους εν λόγω λογαριασμούς του πρώτου εναγομένου στην Αμερική. Τελικώς, η αγορά του ως άνω διαμερίσματος ματαιώθηκε και το ανωτέρω χρηματικό ποσό επιστράφηκε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος την 15-3-1990, με επιστολή του προς την προαναφερόμενη τράπεζα, ζήτησε να μεταφέρει αφενός το ποσό των 25.000 δολλαρίων σε λογαριασμό του επιστήθιου φίλου του και μάρτυρος ανταπόδειξης Ι.

Τ. σε τράπεζα της Γερμανίας και έλαβε από αυτόν το αντίστοιχο ποσό των 6.250.000 δραχμών και αφετέρου το ποσό των 18.740 δολλαρίων σε λογαριασμό του αδελφού του Α. Μ., που διατηρούσε στην αυτή τράπεζα, λαμβάνοντας από αυτόν το ποσό των 4.687.500 δραχμών (βλ. την νομίμως προσκομιζόμενη σε μετάφραση από 15- 3-1990 επιστολή του πρώτου εναγομένου προς την υπεύθυνη του τμήματος στην τράπεζα των ΗΠΑ), ενώ την 29-3-1990 έλαβε απάντηση από την ανωτέρω τράπεζα ότι εκτελέστηκε η εντολή του και ότι το υπόλοιπο του ανέρχεται στο ποσό των 1.998,74 δολλαρίων (βλ.

την νομίμως μεταφρασμένη επιστολή της τράπεζας από 29-3-1990). Στην ανωτέρω ενέργεια προέβη ο πρώτος εναγόμενος προκειμένου να εξασφαλίσει μετρητά, καθώς δεν είχε λογαριασμούς τέτοιου ύψους στην Ελλάδα και με τη μεταφορά των ποσών αυτών στον Ι. Τ. και στον Α. Μ. αντίστοιχα, έλαβε το συνολικό ποσό των 10.937.500 δραχμών (6.250.000 + 4.687.500).

Στη συνέχεια, η ενάγουσα ξεκίνησε την έρευνα για αγορά άλλου ακινήτου και συμφώνησε με τον πρώτο εναγόμενο να αγοράσουν από κοινού και κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, το επίδικο διαμέρισμα που βρήκε στην ..., αντί συνολικού τιμήματος 16.500.000 δραχμών, καταβάλλοντος η ίδια το προαναφερόμενο ποσό των 10.000.000 δραχμών, που βρισκόταν ήδη στα χέρια του πρώτου εναγομένου και ο τελευταίος το υπόλοιπο ποσό των 6.500.000 δραχμών, η δε ενάγουσα, με βάση προφορική σύμβαση εντολής που κατήρτισε με τον πρώτο εναγόμενο, του ανέθεσε την αγορά επ' ονόματι της ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου.

Ειδικότερα, επρόκειτο για ένα διαμέρισμα κείμενο στον 4° όροφο τριώροφης προϋπάρχουσας από το έτος 1972 οικοδομής, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..., στην Καλαμαριά, εμβαδού 129 τ.μ. μικτών και 102 καθαρών. Το ύψος του τιμήματος για την αγορά του ως άνω διαμερίσματος, ανερχόμενο, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 16.500.000 δραχμών, αναγράφεται στην από 1-3-1990 απόδειξη της πωλήτριας εταιρίας "...

και Σια ΟΕ", η οποία εκδόθηκε για την καταβολή του ποσού των 250.000 δραχμών ως αρραβώνας για την πώληση του ακινήτου, στην οποία (απόδειξη) υπάρχει η υπογραφή του εκπροσώπου της εταιρίας (βλ. προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο της απόδειξης). Ο πρώτος εναγόμενος, κατά παράβαση της δοθείσας προς αυτόν εντολής εκ μέρους της ενάγουσας, με το υπ' αριθμ. .../26-3-1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε το διαμέρισμα εξ ολοκλήρου στο όνομά του, χρησιμοποιώντας και τα χρήματα της ενάγουσας (10.000.000 δραχμές). Μάλιστα, ο πρώτος εναγόμενος, εν αγνοία της ενάγουσας, είχε προσυμφωνήσει να αγοράσει στο όνομά του και για λογαριασμό του το ακίνητο αυτό, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...27-3-1990 προσυμφώνου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, στο οποίο περιελήφθη όρος ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογράφονταν είτε στο όνομα του ιδίου είτε στο όνομα αυτού και των θυγατέρων του Δ.

και Ό. (εναγομένων) κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν, ήτοι 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, είτε στο όνομα των δύο ως άνω αναφερομένων θυγατέρων του κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν. Η άγνοια της ενάγουσας για την ύπαρξη του ως άνω προσυμφώνου προκύπτει από το γεγονός ότι για την ηλεκτροδότηση του διαμερίσματος τον Ιούνιο του 1991 η ενάγουσα μετέβη μαζί με τον πρώτο εναγόμενο στη ΔΕΗ (υποκατάστημα Π.) όπου ο τελευταίος δεν προσκόμισε αντίγραφο του ως άνω προσυμφώνου, προφανώς για να μην πληροφορηθεί την ύπαρξή του η ενάγουσα, αλλά προσκόμισε μόνο την υπ' αριθμ. .../1989 άδεια της οικοδομής και το συμβόλαιο της ηλεκτροδότησης έγινε μόνο στο όνομα της ενάγουσας.

Ακολούθως, στις 26-3-1992 ο πρώτος εναγόμενος με το υπ' αριθμ. .../26-3-1992 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε το διαμέρισμα εξ ολοκλήρου το όνομά του, παραβαίνοντας την εντολή της ενάγουσας προς αυτόν να αγοράσει στο όνομά της ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και εξ αυτού του λόγου έχει η ενάγουσα αξίωση από τον πρώτο εναγόμενο για ανόρθωση της ζημίας που αυτή υπέστη ως εντολέας, η οποία (ζημία) ισούται με το χρηματικό ποσό των 10.000.000 δραχμών που του κατέβαλε για την πραγμάτωση της ως άνω περιεχομένου εντολής.

Όταν η ενάγουσα πληροφορήθηκε τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, λίγο πριν από το γάμο της με τον πρώτο εναγόμενο, έγινε καυγάς μεταξύ τους και αυθημερόν κάλεσε μερικούς κοινούς φίλους τους στο σπίτι για να συζητήσουν για το ζήτημα του σπιτιού και συγκεκριμένα, την Ε. Μ., η οποία συνδεόταν ανέκαθεν με στενή φιλία με αυτήν και υπηρετούσε και αυτή ως δικαστική επιμελήτρια στο αυτό Πρωτοδικείο, συστεγαζόμενη στο ίδιο με αυτήν γραφείο, την Ε.

Τ. και τον μάρτυρα αποδείξεως Κ. Α. που παρέμειναν μέχρι αργά το βράδυ συζητώντας. Η ενάγουσα ήταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση λόγω του καυγά που είχε προηγηθεί για το σπίτι αλλά και εκ του ότι αμέσως μετά, της είχε τηλεφωνήσει ο εξετασθείς μάρτυρας ανταπόδειξης φίλος του πρώτου εναγομένου, Ι. Τ., και της μίλησε με πολύ προσβλητικό τρόπο.

Μάλιστα, επειδή αυτή αντέδρασε και ήθελε να καταφύγει στον εισαγγελέα, δέχθηκε πολύ σοβαρές απειλές περί εγκλεισμού της στο ψυχιατρείο τόσο από τον πρώτο εναγόμενο όσο και από τον εν λόγω μάρτυρα ανταπόδειξης. Το ίδιο βράδυ η ενάγουσα πληροφορήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο και για το προσύμφωνο που είχε υπογράψει με την προαναφερθείσα εργολάβο εταιρία.

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν ότι η ενάγουσα δεν διέθετε χρήματα για την αγορά του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου διαμερίσματος και ως εκ τούτου ουδέποτε έδωσε σχετική εντολή στον πρώτο εναγόμενο για την αγορά στο όνομά της του ως άνω ποσοστού, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διέθετε το ποσό των 10.000.000 δραχμών και σκεφτόταν ήδη από το 1987 την αγορά διαμερίσματος, εκείνο δε που τελικά αγόρασε στο όνομά του ο πρώτος εναγόμενος το είχε βρει η ίδια, αφού έψαχνε συνεχώς αφότου τόσο αυτή όσο και ο πρώτος εναγόμενος μετακόμισαν σε διαμέρισμα που είχαν μισθώσει στην περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών.

Μάλιστα, πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα στις 16-1-1987 αποκόμισε το ποσό των 10.000.000 δραχμών από την πώληση αγαθών της (βιοτεχνικού εξοπλισμού) και το δήλωσε ως ποσό προερχόμενο από διάθεση περιουσιακών στοιχείων στην αρμόδια Γ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Ε1) που υπέβαλε για το οικονομικό έτος 1988.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την υπ' αριθμ. 12926/2006 εν μέρει οριστική απόφασή του έκρινε αντίθετα, ότι δηλαδή ουδέποτε συνήφθη σύμβαση εντολής της ενάγουσας με τον πρώτο εναγόμενο προς αγορά επ' ονόματι της του 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος το αντίστοιχο τίμημα της αγοράς του οποίου δεν διέθετε αυτή και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την άνω κύρια βάση της αγωγής, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την αντίδραση της ενάγουσας όταν έμαθε ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου στο όνομά του εξ ολοκλήρου, ο τελευταίος της υποσχέθηκε ότι όταν παρέλθει δεκαετία από την αγορά του διαμερίσματος ώστε να μην απωλέσει το δικαίωμα φοροαπαλλαγής, θα της μεταβίβαζε το 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Στη συνέχεια και ενώ η ενάγουσα κατευθυνόταν προς την άποψη να αγοράσει κάποιο άλλο διαμέρισμα, το οποίο θα ήταν αποκλειστικά στο όνομά της, διότι και λόγω της γενικότερης συμπεριφοράς του, η εμπιστοσύνη της ενάγουσας προς το πρόσωπο του συζύγου της, πρώτου εναγομένου, είχε κλονισθεί, ο τελευταίος πρότεινε και η ενάγουσα δέχθηκε να αγοράσει και το δικό του μερίδιο στο επίδικο διαμέρισμα (1/2 εξ αδιαιρέτου), ώστε να περιέλθει η κυριότητα ολόκληρου του διαμερίσματος στο όνομά της, καταβάλλοντάς του το ποσό των 7.500.000 δραχμών.

Την 14-5-1993 και αφού η ενάγουσα είχε συγκεντρώσει το ποσό των 2.500.000 δραχμών, κατέβαλε αυτό στον πρώτο εναγόμενο και συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../14-5-1993 προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστού διαμερίσματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Μ., με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος προσυμφώνησε να πωλήσει και να μεταβιβάσει στην ενάγουσα ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω διαμερίσματος.

Στη συνέχεια και όταν η ενάγουσα είχε συγκεντρώσει και το υπόλοιπο ποσό των 5.000.000 δραχμών, κατέβαλε αυτό στον πρώτο εναγόμενο και συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ...5-10-1995 προσύμφωνο πωλήσεως 1/4 εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος προσυμφώνησε να πωλήσει και να μεταβιβάσει στην ενάγουσα το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος.

Τα άνω προσύμφωνα ήταν ανέκκλητα και έδιναν στην ενάγουσα το δικαίωμα της αυτοσύμβασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Ιούλιο του 1998 επήλθε η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της ενάγουσας με τον πρώτο εναγόμενο και ότι με το υπ' αριθμ. .../31-8-1998 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, κοινώς και αδιαιρέτως το επίδικο διαμέρισμα στις δύο θυγατέρες του από προηγούμενο γάμο, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, αποστερηθείς έτσι, προς βλάβη της ενάγουσας, του μοναδικού ακινήτου και εν γένει περιουσιακού του στοιχείου.

Με την προαναφερόμενη μεταβίβαση ο πρώτος εναγόμενος κατέστησε ανέφικτη αφενός την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας εναντίον του για αποζημίωσή της λόγω αθέτησης της δοθείσας προς αυτόν εντολής για αγορά στο όνομά της ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, αλλά και λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος της υπεξαιρώντας τα χρήματά της, αφού χρησιμοποίησε αυτά για άλλο σκοπό και όχι για την πραγμάτωση της εντολής και αφετέρου την ικανοποίηση της απαίτησής της για πώληση και μεταβίβαση σ' αυτήν του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, βάσει των καταρτισθέντων προσυμφώνων.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι καταρτισθείσες με τα ανωτέρω προσύμφωνα συμβάσεις είναι εικονικές, διότι τα μέρη δεν ήθελαν αυτές, σε αντίθεση με το καλυπτόμενο από αυτές ενδεχόμενο δικαίωμα κληρονομίας, που ο πρώτος εναγόμενος ήθελε να εξασφαλίσει στην ενάγουσα, λόγω προσβολής του από σοβαρή ασθένεια, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση της και τα δικαιώματά της ως συζύγου του έναντι των θυγατέρων του από τον πρώτο γάμο του σε ενδεχόμενο θάνατο του, ρύθμιση, που ήθελαν ως ισχυρή ο ίδιος και η ενάγουσα, εφόσον ως τότε διαρκούσε ο μεταξύ τους γάμος.

Επί του ως άνω ισχυρισμού των εναγομένων, λεκτέα τα ακόλουθα: Το έτος 1992, λίγο πριν από το γάμο της με τον πρώτο εναγόμενο η ενάγουσα ανακάλυψε ότι ο τότε μέλλων σύζυγος της είχε συντάξει το οριστικό συμβόλαιο για το διαμέρισμα που επρόκειτο να μείνουν και για το οποίο είχαν συμφωνήσει να αγορασθεί στο όνομα και των δύο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αποκλειστικά στο όνομά του.

Όταν η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε σχετικά, ο πρώτος εναγόμενος την διαβεβαίωσε μεν ότι θα αποκαταστήσει στο μέλλον τα πράγματα, μεταβιβάζοντάς της το 1/2 αυτού, με τα δύο δε προαναφερόμενα προσύμφωνα συμβολαιογραφικά συμβόλαια υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει σ' αυτήν το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού, αντί συνολικού τιμήματος 7.500.000 δρχ. (2.500.000 + 5.000.000) το οποίο και του κατέβαλε η ενάγουσα κατά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων.

Επειδή η ενάγουσα δεν είχε ολόκληρο το ποσό των 7.500.000 δραχμών εξαρχής, έγιναν δύο προσύμφωνα σε δύο διαφορετικούς χρόνους (14-5-1993 και 5-10-1995) και το ως άνω τίμημα καταβλήθηκε από αυτήν στον πρώτο εναγόμενο κατά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων. Η ενάγουσα είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το παραπάνω ποσό κατά την κατάρτιση των προσυμφώνων, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα θεωρημένων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών αυτής ως δικαστικής επιμελήτριας, τον υπ' αριθμ. .../1994 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Κιλκίς Ζ.

Κ., στον οποίο κατατάχθηκε για το ποσό των 1.371.417 δραχμών και τον υπ' αριθμ. .../4-10-1995 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Βασιλικών Π. Β., στον οποίο κατατάχθηκε για το ποσό των 3.262.571 δραχμών. Εξάλλου, με τα προσύμφωνα αυτά ο πρώτος εναγόμενος δήλωνε την πραγματική του θέληση να έχει η ενάγουσα τη μόνιμη υλική εξουσίαση του επιδίκου και παρέδωσε σ' αυτήν ανεπιφύλακτα και τη νομή του ακινήτου, την οποία η τελευταία παρέλαβε.

Τόσο η παράδοση της νομής, όσο και ο όρος της αυτοσύμβασης χωρίς καμία πρόσκληση του πωλητή προφορική ή έγγραφη, αλλά και η ποινική ρήτρα σε περίπτωση υπαναχώρησης του πωλητή ποσού 4.500.000 δραχμών που τέθηκαν στα προσύμφωνα, δηλώνουν απερίφραστα τη βούληση του υποσχόμενου τη μεταβίβαση πρώτου εναγομένου να αποξενωθεί από το ακίνητο.

Έτσι, αν πράγματι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε πρόθεση να μεταβιβάσει το επίδικο στην ενάγουσα, θα προέβαινε σε ένα τυπικό προσύμφωνο που δεν θα περιλάμβανε τους παραπάνω ειδικότερους όρους ή ως έμπειρος δικηγόρος θα είχε φροντίσει να συνοδεύονται τα προσύμφωνα από έτερο έγγραφο (αντέγγραφο) που θα επιβεβαίωνε την εικονικότητα τους, πράγμα που ουδόλως έπραξε και τις δύο φορές.

Εξάλλου, αν αμφότερα τα προσύμφωνα ήταν εικονικά, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεν θα είχε καταβληθεί τίμημα γι' αυτά και δεν θα υπήρχε λόγος να γίνουν δύο διαφορετικά προσύμφωνα σε χρονική απόσταση δύο ετών, αφού δεν νοείται λόγω της "εικονικότητάς" τους πίστωση χρόνου για να συγκεντρώσει η ενάγουσα το τίμημα.

Από όλα τα παραπάνω, τα οποία δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 276/2008 ήδη αμετάκλητη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί αγωγής του μάρτυρος ανταπόδειξης στην παρούσα δίκη, Ι. Τ., για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής του βλάβης κατά της νυν ενάγουσας και της Ε. Μ., η οποία (αγωγή) ήδη με την παραπάνω απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος μεθόδευσε την υπόθεση του διαμερίσματος, με σκοπό να εξαπατήσει την ενάγουσα ώστε να μην αποκτήσει ποτέ τη κυριότητα του άνω διαμερίσματος.

Με βάση τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ενδιαφερόταν να εξασφαλίσει την ενάγουσα έναντι των κληρονόμων αυτού μετά το θάνατο του και τα υπ' αριθμ. .../14-5- 1993 και ...5-10-1995 προσύμφωνα δεν ήταν εικονικά, αλλά αποτύπωναν την πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων μερών.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η σχετική ένσταση περί εικονικότητας των προαναφερομένων δύο προσυμφώνων, που προέβαλαν οι εναγόμενοι. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 14543/2013 απόφασή του δέχθηκε τα αντίθετα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση, των αποδείξεων και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν ο σχετικός λόγος της έφεσης αλλά και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της προαναφερόμενης μεταβίβασης του ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο προς τις θυγατέρες του, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, που αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε με πρόθεση βλάβης της δανείστριας αντιδίκου του, εφόσον γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση του ως άνω περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας.

Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εξέτασης της γνώσης του καταδολιευτικού σκοπού της ως άνω μεταβίβασης εκ μέρους της δεύτερης και της τρίτης των εναγομένων, στις οποίες μεταβιβάσθηκε λόγω γονικής παροχής το επίδικο ακίνητο, καθόσον η μεταβίβαση αυτή αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία και η γνώση των τρίτων αποκτώντων (δεύτερης και τρίτης των εναγομένων), ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτριώνει προς βλάβη της ενάγουσας, δεν απαιτείται για τη διάρρηξη (άρθρο 942 ΑΚ).

Ενόψει όλων των προαναφερομένων δεκτών γενομένων, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της. Ως εκ τούτου πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να εξαφανισθούν οι εκκαλούμενες αποφάσεις στο σύνολο τους. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το άρθρο 535 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο αυτό, πρέπει να δικασθεί και να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της".

Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την απόρριψη της ενστάσεως των εναγομένων περί εικονικότητας των προαναφερόμενων δύο προσυμφώνων και την παραδοχή της ένδικης αγωγής για τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης του επίδικου διαμερίσματος, κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου τούτου για την ικανοποίηση της χρηματικής απαιτήσεως της ενάγουσας κατά του πρώτου εναγομένου κατά δε το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου για την ικανοποίηση της, από τα προαναφερόμενα προσύμφωνα πηγάζουσας, πρωτογενούς αξιώσεως της ενάγουσας κατά του ίδιου εναγομένου για τη μεταβίβαση σ' αυτή του επίδικου διαμερίσματος κατά ποσοστά 1/4 και 1/4, αντίστοιχα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, επόμενα, 713, 714, 719, 721, 914, 297, 298, 166 επόμενα, 513 επόμενα ΑΚ, 375 ΠΚ και παρέλειψε την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 138 ΑΚ, ενώ παράλληλα (το Εφετείο) δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα δε: Α) Σε σχέση με τη διαταχθείσα διάρρηξη της απαλλοτρίωσης του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου διαμερίσματος για την ικανοποίηση της χρηματικής αξίωσης της ενάγουσας το Εφετείο δέχθηκε: 1) ότι κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης η ενάγουσα είχε γεγεννημένη χρηματική απαίτηση ποσού 10.000.000 δραχμών κατά του πρώτου εναγομένου, ως αποζημίωση της για την ισόποση ζημία που αυτή υπέστη από την αθέτηση της εντολής της εκ μέρους του, αλλά και την σε βάρος της αδικοπραξία από την υπεξαίρεση από τον ίδιο του ως άνω ποσού, που του είχε προκαταβάλει η ενάγουσα για την εκτέλεση της εντολής και ότι στο ίδιο ποσό ανερχόταν η απαίτηση αυτή (της ενάγουσας) και κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, με την οποία ζητήθηκε η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης του διαμερίσματος κατά το 1/2 για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής, και 2) ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος διαμερίσματος τόσο κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης όσο και της άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 16.500.000 δραχμών, όσο και το τίμημα που καταβλήθηκε για την αγορά του, η δε αξία του 1/2 ως προς το οποίο διαρρήχθηκε η απαλλοτρίωση για την ικανοποίηση της χρηματικής αξίωσης της ενάγουσας ποσού 10.000.000 δραχμών, ανερχόταν κατά απλό μαθηματικό υπολογισμό κατά τους ίδιους χρόνους στο ποσό των 8.250.000 δραχμών (16. 500.000: 2), που υπολείπεται της χρηματικής αξίωσης της ενάγουσας.

Β) Σε σχέση με τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου για την ικανοποίηση της πρωτογενούς αξίωσης της ενάγουσας για την πώληση και μεταβίβαση σ' αυτήν των ποσοστών 1/4 και 1/4 που προέρχεται από τα δύο προσύμφωνα, καθώς και την απόρριψη του ισχυρισμού των εναγομένων περί εικονικότητας των δύο προσυμφώνων, το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε την ύπαρξη της απαιτήσεως της ενάγουσας για την πώληση και μεταβίβαση σ' αυτήν του υπόλοιπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου βάσει των καταρτισθέντων προσυμφώνων, ενώ δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εικονικότητας των διαλαμβανομένων στα δύο προσύμφωνα δηλώσεων βουλήσεως.

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού των εναγομένων περί εικονικότητας των δύο προσυμφώνων πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, που συνίστανται, όπως κατά λέξη διατυπώνονται στο αναιρετήριο, στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα "χωρίς να διαλάβει περαιτέρω αναγκαίες παραδοχές α) για ποίο λόγο η αντίδικος δεν αξίωσε τη σύνταξη οριστικών συμβολαίων, τόσο για τη μεταβίβαση σε εκείνη του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου για την αγορά του οποίου είχε δώσει σχετική εντολή....., όσο και για το υπόλοιπο 1/2,για το οποίο κατέβαλε σταδιακώς τα έτη 1993 και 1995 τα ποσά των 2.500.000 και των 5.000.000 δραχμών, αντίστοιχα....., και β) για ποίο λόγο η αντίδικος δεν προέβη σε εκτέλεση των δύο προσυμφώνων πώλησης αλλά ανέμενε να ασκήσει τις αξιώσεις της το έτος 2000 με την ένδικη αγωγή της", είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ώστε η έλλειψή τους δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.? 3.

Επειδή όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, χωρίς να παραλειφθεί η συνεκτίμηση κανενός".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο οκτώ επιμέρους έγγραφα, ήτοι: 1) το από 23/10/1990 ιδιόγραφο σημείωμα της ενάγουσας, με τίτλο "...", 2) την από 4/10/1990 εξώδικη δήλωσή του πρώτου εναγομένου προς την εργολάβο εταιρεία - κατασκευάστρια του επίδικου διαμερίσματος "...

και Σια ΟΕ", 3) την από 2/1/1991 εξώδικη δήλωση του πρώτου εναγομένου προς την ίδια, ως άνω, εταιρεία, 4) την από 15/ 9/1998 αγωγή της ενάγουσας κατά των εναγομένων, 5) την από 15/9/1998 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης της ενάγουσας κατά των εναγομένων, 6) την με αριθμό 28871/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της ως άνω αιτήσεως, 7) τις από 20/10/1993 προτάσεις της ενάγουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης επί υποθέσεως διατροφής του τέκνου της κατά του πρώην συζύγου της, και 8) τα από 27/10/1993 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2018 αίτηση για αναίρεση της 2455/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο, και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Αυγούστου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ