Legislator Case Law & Legislation
900/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal error regarding overtime pay offset agreement.

Case Number 900/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment on overtime compensation. The appellant alleged procedural flaws but failed to specify the exact substantive law violated or the precise factual assumptions relied upon by the lower court. Consequently, the court ruled that the appeal lacked the required specificity under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly identify the specific substantive law violated and the factual assumptions relied upon to be admissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility specific legal error overtime compensation substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Civil Code
Article 8(4) of Law 4020/1959
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 900 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 900/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: E. D. του S., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Τεχνικής κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φρίξο Γεραλή και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του ήδη μη διαδίκου K. D. του S., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2481/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 4190/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-6-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο (επικουρικό) λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 19 και 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα και συγκεκριμένα ότι το εφετείο διέλαβε σ’ αυτήν "αόριστες και ελλιπείς παραδοχές" και ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959.

Για τη θεμελίωσή τους όμως δεν παραθέτει (ούτε καν αποσπασματικά) τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες κατ’ αυτόν συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες.

Συνεπώς και οι δύο λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Αλλά και αν οι λόγοι αυτοί κριθούν ορισμένοι και παραδεκτοί, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη] "..." από το έτος 1997 έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία "..."...

και η δεύτερη [ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη] "...." έχει προβεί από 14-2-2011 στην έναρξη εργασιών ενώπιον των ελληνικών φορολογικών αρχών προκειμένου να εκτελέσει σύμβαση έργου στην Ελλάδα. Στα πλαίσια της ανωτέρω επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, η πρώτη εναγομένη ανέλαβε από την εταιρεία "... Α.Ε." μέρος του έργου αναβάθμισης των διυλιστηρίων που διατηρεί η τελευταία στην Ελευσίνα και ειδικότερα τις μηχανολογικές εργασίες (περιοχή 3, μονάδες ...), με αρχική συμφωνηθείσα προθεσμία για την ολοκλήρωση των εργασιών την 31-3-2011 για τη μονάδα 70 και την 31-8-2011 για τη μονάδα 34, εργασίες όμως που τελικά ολοκληρώθηκαν με καθυστέρηση τον Ιανουάριο του έτους 2013.

Την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών η πρώτη εναγομένη ανέθεσε, ως υπεργολάβο, στη δεύτερη εναγομένη. Στην πραγματικότητα όμως οι εναγόμενες... εκτέλεσαν από κοινού το πιο πάνω έργο που ανέλαβε η πρώτη εναγομένη, καθώς διατηρούσαν κοινό εργοτάξιο στο χώρο των διυλιστηρίων Ελευσίνας με κοινό εργοταξιάρχη τον Ξ.

Σ., κοινό προσωπικό και κοινά τεχνικά μέσα (οχήματα-μηχανήματα), ενόψει δε του ότι... οι εναγόμενες είναι τεχνικές αλλοδαπές εταιρείες με νόμιμο εκπρόσωπό τους και διαχειριστή τους στην Ελλάδα το ίδιο πρόσωπο, τον Ξ. Σ.... και με κοινή έδρα στην Αθήνα, επί της οδόυ ..., όπου διατηρούσαν κοινά γραφεία, είχαν κοινούς υπαλλήλους και κοινό λογιστήριο και κοινό λογιστή το Δ.

Β., κατά την κρίση του δικαστηρίου οι εναγόμενες είχαν συστήσει στην Ελλάδα αφανή κοινοπραξία χωρίς έγγραφο τύπο και ιδιαίτερη επωνυμία που δεν είχε τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας του Εμπορικού Νόμου και η οποία ενεργούσε εν τοις πράγμασι ως ομόρρυθμη εταιρία με σκοπό την εκτέλεση από κοινού τεχνικών έργων στην Ελλάδα.

Με την ιδιότητά τους αυτή (εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρίας) οι εναγόμενες προσέλαβαν τους ενάγοντες, οι οποίοι είναι μηχανοδηγοί-χειριστές ηλεκτροκίνητων μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, εφοδιασμένοι από 2-10-2002 ο πρώτος [ήδη μη διάδικος] και από 2-7-2001 ο δεύτερος [ήδη αναιρεσείων] με τις... ... αντίστοιχα άδειες άσκησης του επαγγέλματος μηχανοδηγού παντός τύπου ηλεκτροκίνητου γερανού Γ τάξης (51-100 HP), με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν στο παραπάνω έργο ως χειριστές γερανού, με βάση τις οποίες οι ενάγοντες εργάστηκαν στο εν λόγω έργο κατά το χρονικό διάστημα από 8-3-2011 έως 31-3-2012 ο πρώτος και από 8-12-2010 έως 31-3-2012 ο δεύτερος, με αντικείμενο της εργασίας τους τη μεταφορά εξοπλισμού και οικοδομικών υλικών για τη διεκπεραίωση τεχνικών εργασιών σε δεξαμενές πετρελαίου των ανωτέρω διυλιστηρίων με τη χρήση ηλεκτρικού γερανού...

Περαιτέρω μεταξύ του δεύτερου ενάγοντος D. E. και της πρώτης εναγομένης καταρτίστηκε στις 8-12-2010 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας με χρόνο λήξης την 8-6-2011 και ακολούθως στις 9-6-2011 καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της δεύτερης εναγομένης σύμβαση ορισμένου χρόνου τρίμηνης διάρκειας με χρόνο λήξης την 9-9-2011, κατά τη διάρκεια της οποίας, κατόπιν υπόδειξης των εναγομένων, στις 31-7-2011 η σύμβαση αυτή λύθηκε με οικειοθελή αποχώρηση του δεύτερου ενάγοντος.

Στη συνέχεια καταρτίστηκαν μεταξύ του δεύτερου ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης έξι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας από 1-8-2011 έως 9-9-2011, 10-9-2011 έως 9-10-2011, 10-10-2011 έως 30-11-2011, 1-12-2011 έως 31-1-2012, 1-2-2012 έως 29-2-2012 και 1-3-2012 έως 31-3-2012 αντίστοιχα. Η σύναψη των διαδοχικών αυτών συμβάσεων εργασίας δεν έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση από τις εναγόμενες των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αλλά υπαγορεύτηκε από το είδος και το σκοπό της εργασίας που προσέφεραν οι ενάγοντες για την ολοκλήρωση του ανωτέρω έργου που οι εναγόμενες είχαν αναλάβει να εκτελέσουν σε καθορισμένο και βέβαιο χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα από τις παρατάσεις και καθυστερήσεις, οι δε ενάγοντες γνώριζαν το χρονικό σημείο της λήξης των συμβάσεών τους, που ήταν η περάτωση των προσφερόμενων από αυτούς υπηρεσιών για την ολοκλήρωση του έργου.

Επομένως, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που οι ενάγοντες εργάστηκαν σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είχαν μεν ως εργοδότη τους την αφανή εταρία που είχαν συστήσει οι εναγόμενες και λειτουργούσε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρία, οι εν λόγω όμως συμβάσεις τους δεν αποτελούν μία ενιαία για τον κάθε ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, με τη λήξη δε του χρόνου της τελευταίας (31-3-2012) έπαυσε αυτοδικαίως η ισχύς τους, χωρίς να απαιτείται καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης από μέρους των εναγομένων και συνακόλουθα οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημίωση απόλυσης και το σχετικό αίτημά τους είναι απορριπτέο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο...

Ο συμβατικός μηνιαίος μισθός των εναγόντων, για 40 ώρες εβδομαδιαίας και οκτάωρης ημερήσιας εργασίας κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ορίστηκε στο ποσό των 2.350 ευρώ για τον καθένα και όχι στο ποσό των 4.100 ευρώ για τον πρώτο και 3.918 ευρώ για το δεύτερο των εναγόντων, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι τελευταίοι.

Ειδικότερα οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενες, πέραν του ανωτέρω συμφωνημένου ποσού των 2.350 ευρώ, κατέβαλλαν σ’ αυτούς κάθε μήνα σταθερά και αδιάλειπτα και ένα πρόσθετο χρηματικό ποσό με την ένδειξη "bonus" ως κίνητρο για αυξημένη ποσοτική και ποιοτική απόδοση της εργασίας τους, το οποίο αποτελεί, ως οικειοθελής παροχή, μέρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους.

Οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από τις έγγραφες συμβάσεις εργασίας τους και από τις μηνιαίες εξοφλητικές αποδείξεις καταβολής των αποδοχών τους, ο μηνιαίος μισθός τους προσδιορίζεται στο ποσό των 2.350 ευρώ, ενώ οι πρόσθετες αποδοχές διαφοροποιούνται κάθε μήνα, χωρίς να γίνεται λόγος στις εν λόγω αποδείξεις πληρωμής η αιτία της διαφοροποίησης ούτε εξ άλλου οι ενάγοντες προσδιορίζουν την αιτία της διαφοροποίησης αυτής και τον τρόπο προσδιορισμού των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους στο ανωτέρω ποσό, αφού τα ποσά των "bonus" διαφοροποιούνται κάθε μήνα.

Αντίθετα κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες και περιέχονται στις μηνιαίες εξοφλητικές αποδείξεις, δόθηκαν ως αμοιβή για την παρασχεθείσα από αυτούς κάθε μήνα υπερεργασία, την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και την εργασία τους τα Σάββατα.

Περαιτέρω κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, σε εκτέλεση των ένδικων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, οι ενάγοντες εργάστηκαν, πέραν του νομίμου ωραρίου τους των 40 ωρών εβδομαιδιαίως και οκτώ (8) ωρών ημερησίως, επί 10 ώρες ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες (από Δευτέρα έως Παρασκευή) καθώς και όλα τα Σάββατα επί έξι ώρες, όπως εκθέτουν στην αγωγή τους και δεν αρνούνται οι εναγόμενες.

Από τις ώρες αυτές οι μεν πέντε ώρες εβδομαδιαίως (41η μέχρι 45η) κατά τις εργάσιμες ημέρες (από Δευτέρα έως Παρασκευή) αποτελούν υπερεργασία και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο και προσαύξηση 20%, οι δε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως ή των 9 ωρών ημερησίως αποτελούν κατ’ εξαίρεση υπερωρία παράνομη, αφού δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του νόμου (άρθρο 3 ν.δ. 515/1970), ήτοι επίδοση έγγραφης αναγγελίας στο αρμόδιο κατά τόπο γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας και τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών, και αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο συν προσαύξηση 80% (άρθρο 1 του ν. 3385/2005, όπως οι παράγραφοι 1, 3 και 5 αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010).

Σημειώνεται εδώ ότι στην ένδικη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 7 ν. 3846/2010, η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση διευθέτησης του χρόνου εργασίας σε περιόδους αυξημένης απασχόλησης λόγω σώρευσης εργασίας οφειλόμενης στη φύση της επιχείρησης, στο αντικείμενο των εργασιών ή σε απρόβλεπτους λόγους, για την οποία απαιτείται συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εκπροσώπων των εργαζομένων, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, καθόσον οι τελευταίοι ούτε επικαλούνται ούτε αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις στην επιχείρηση των εναγομένων, κατά τον ένδικο χρόνο της εργασίας τους, για την εφαρμογή της.

Περαιτέρω ειδικότερα: α) Ο πρώτος ενάγων... β) Ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 8-12-2010 έως 31-3-2012, ήτοι δεκαπέντε μήνες και τρεις εβδομάδες επί 10 ώρες ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες (Δευτέρα-Παρασκευή), ήτοι 50 ώρες εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι 40 ώρες αποτελούν νόμιμη εβδομαδιαία απασχόληση, οι 5 ώρες την εβδομάδα (9η ώρα ημερήσιας απασχόλησης) αποτελούν υπερεργασία και οι 5 ώρες την εβδομάδα αποτελούν κατ’ εξαίρεση παράνομη υπερωρία, πραγματοποίησε 20 ώρες μηνιαίως και συνολικά 315 ώρες υπερεργασία, αμειβόμενη με το ποσό των 5.329,80 ευρώ [16,92 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με την προσαύξηση 20% (2.350 Χ 0,006 = 14,10 + 2,82) Χ 315 ώρες] και 20 ώρες μηνιαίως και συνολικά 315 ώρες κατ’ εξαίρεση παράνομη υπερωρία, αμειβόμενη με το ποσό των 7.994,70 ευρώ [25,38 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με την προσαύξηση 80% (2.350 Χ 0,006 = 14,10 + 11,28) Χ 315 ώρες], δηλαδή δικαιούται για την υπερεργασία του και την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση το συνολικό ποσό των 13.324,50 ευρώ.

Επίσης ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εργάστηκε όλα τα Σάββατα επί 6 ώρες, ήτοι 65 Σάββατα επί 6 ώρες δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 7.148,70 ευρώ [(65 Σάββατα Χ 6 ώρες =) 390 ώρες Χ 18,33 (14,1 το ωρομίσθιο προσαυξημένο επί 30%)] (άρθρο 8 ν. 3846/2010). Οι εναγόμενες...

ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου... προέβαλαν τον ισχυρισμό περί εξόφλησης των αγωγικών αξιώσεων για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τα Σάββατα και τον ισχυρισμό τους αυτό παραδεκτά επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου... επικαλούμενες ειδικότερα ότι για την ανωτέρω αιτία κατέβαλαν στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.903,81 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 5.938,92 ευρώ αντιστοιχούσε στις αποδοχές του για την εργασία του τα Σάββατα και στο δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 22.624,63 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 7.148,70 ευρώ αντιστοιχούσε στις αποδοχές του για την εργασία του τα Σάββατα.

Ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση εξοφλήσεως, άρθρο 416 του Α.Κ.), ο οποίος προβλήθηκε παραδεκτά και κρίνεται ορισμένος, δεδομένου ότι προσδιορίζεται το ποσό που αφορά τις αποδοχές κάθε ενάγοντος για την εργασία του τα Σάββατα και το υπόλοιπο που αφορά τις αποδοχές για την υπερεργασία και την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή τους απασχόληση, υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό που δικαιούνται οι ενάγοντες για την αιτία αυτή και συνεπώς ουδεμία αμφιβολία προκύπτει για το ποιο επιμέρους ποσό έχει εξοφληθεί, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τις εναγόμενες αποδείξεις πληρωμής των μηναίων αποδοχών των εναγόντων, που φέρουν τη μη αμφισβητούμενη από τους τελευταίους υπογραφή τους, αποδείχθηκε βάσιμος στην ουσία του και συνακόλουθα ουδεμία αξίωση διατηρούν οι ενάγοντες για την ανωτέρω αιτία σε βάρος των εναγομένων.

Εξ άλλου οι ενάγοντες δεν αρνούνται την καταβολή των ανωτέρω ποσών, όμως αβάσιμα όπως πιο πάνω αναφέρθηκε ισχυρίζονται ότι καταβλήθηκαν για άλλη αιτία (ως bonus)". Στη συνέχεια το εφετείο αντικατέστησε με τις πιο πάνω τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης (με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη) και απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατ’ αυτής.

Έτσι που έκρινε το εφετείο: α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959, κατά την οποία "Πάσα συμφωνία, καθ’ ην αι κατά τα ανωτέρω αμοιβαί και αποζημιώσεις [εννοείται για υπερωριακή απασχόληση] καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει υπό των καταβαλλομένων εις τους μισθωτούς αποδοχών πέραν των δι’ εκάστην κατηγορίαν ισχυόντων εκάστοτε ελαχίστων ορίων, είναι άκυρος...", αφού δεν δέχθηκε ότι είχε λάβει χώρα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία συμψηφισμού των οφειλών των εναγομένων προς το δεύτερο ενάγοντα από την υπερωριακή του απασχόληση, με τις υπέρτερες των ελαχίστων καταβαλλόμενες σ’ αυτόν αποδοχές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός και β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα.

Συνεπώς οι προαναφερθέντες λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι (και αν κριθούν ορισμένοι και παραδεκτοί) απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 4190/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ