Legislator Case Law & Legislation
900/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding court costs allocation in property dispute based on fee regulations.

Case Number 900/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding court costs in a property dispute. The appellant argued that costs were incorrectly allocated without proper justification under specific fee regulations, while the respondent contested the application of these rules. The Court found the lower court erred in imposing costs without addressing the existence of fee agreements, leading to a remand for further examination of the cost allocation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 810, 816, 982, 987, 989 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 92(1) of the Lawyers Code; Article 5(6) of Law 3919/2011; Article 178, 183 of the Code of Civil Procedure: When a lower court imposes court costs without proper justification regarding fee agreements or applicable regulations, the appeal is partially admissible, and the case is remanded for re-examination of the cost allocation.

Keywords

AI generated
court costs allocation property dispute legal fees regulations appeal admissibility remand for re-examination judicial expenses fees agreement

Cited Legislation

AI generated
Articles 810, 816, 982, 987, 989 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 92(1) of the Lawyers Code
Article 5(6) of Law 3919/2011
Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 805/1973
OL AP 12-13/95
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 900 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 900/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Χ. του Ν., χήρας Λ. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Λ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αστρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3377/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5336/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/1/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 23/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816 επ., 982, 987 και 989 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αρνήσεως του χρησαμένου να αποδώσει το πράγμα στον παραχωρητή κατά τη λήξη του χρησιδανείου, ή όταν αντιποιείται τη νομή του, ο τελευταίος προστατεύεται και με τις περί νομής αγωγές (Ολ ΑΠ 805/1973). Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12- 13/95).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο "δέχθηκε ανελέγκτως, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των ... και ...1988 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αντωνίας Καλκάκου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ο πατέρας του ενάγοντος, Λ.

Γ., μεταβίβασε σ’ αυτόν (ενάγοντα) λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα: Α. με το πρώτο συμβόλαιο, τριών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών (της επικαρπίας παρακρατούμενης υπέρ αυτού εφ’ όρου ζωής του) και ειδικότερα 1) του υπό στοιχεία τέσσερα Βήτα (4-Β) διαμερίσματος, επιφανείας 263,45 τ.μ. του τετάρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, το οποίο έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας ες αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 68/1000 και στο οποίο ανήκει και η ευρισκόμενη στον πρώτο όροφο υπ’ αριθ.

δέκα (10) αποθήκη, επιφανείας 10 τ.μ. πολυκατοικίας κειμένης επί οικοπέδου, που έχει συνολική έκταση, κατά τον τίτλο κτήσης, 783,68 τ.μ. ή όσης εκτάσεως πλέον ή έλαττον είναι, εμφαίνεται στο από Φεβρουάριο 1966 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος μηχανικού Γ. Κ. υπό τον αριθμό ένα (1), που προσαρτάται στο υπ’ αριθ. ...1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Νατσούλη, υπό τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, βρίσκεται στην Αθήνα, στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου αυτού, στη θέση "..." και επί της διασταυρώσεως των οδών ... αρ. ..και ... και ... αρ. … και συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης, βόρεια πρώην με οικίες Τ. και Ι., ήδη δε με πολυκατοικίες αγνώστων ιδιοκτητών και με Ι.

Κ. επί προσώπου μέτρων 34,97, νότια με οδό ... επί πλευράς μέτρων 34,97, ανατολικά με οδό ... επί πλευράς μέτρων 22,39 και δυτικά με οδό ... επί πλευράς μέτρων 22,43, 2) των με αριθμό έξι (6) και επτά (7) αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών (γκαράζ), επιφανείας 10 τ.μ. η καθεμία, που βρίσκονται στο ισόγειο της ως άνω πολυκατοικίας και συνορεύουν κατά τον άνω τίτλο κτήσης η μεν με αρ.

έξι (6) βόρεια με φρέαρ ανελκυστήρων, δυτικά με αρ.5 θέση στάθμευσης, ανατολικά με την αρ.7 θέση στάθμευσης και νότια με κοινόχρηστη ράμπα προσπελάσεως , η δε με αρ. επτά (7) βόρεια με κοινόχρηστο πλατύσκαλο υπηρεσίας, δυτικά με την με αριθ. έξι (6) θέση στάθμευσης, ανατολικά με κλίμακα προσπελάσεως πλατύσκαλου υπηρεσίας και νότια με κοινόχρηστη ράμπα προσπελάσεως και έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 1/1000 η καθεμία.

Β. με το δεύτερο συμβόλαιο, την ψιλή κυριότητα (της επικαρπίας παρακρατούμενης υπέρ αυτού εφ’ όρου ζωής του) ενός οικοπέδου, επιφανείας κατά τον τίτλο κτήσης 1.280 τ.μ. μετά της επ’ αυτού πεπαλαιωμένης οικίας, αποτελούμενης από ισόγειο επιφανείας 130 τ.μ. και υπόγειο επιφανείας 20 τ.μ. που βρίσκεται στην ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Κηφισιάς, στη θέση "..." και επί της οδού ...

αρ. … και συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης νότια επί προσώπου μέτρων 20 με την οδό ..., βόρεια επί πλευράς μέτρων 18,50 με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ., ανατολικά επί πλευράς μέτρων 69 με ιδιοκτησία Π. και δυτικά επί πλευράς μέτρων 68 με ιδιοκτησία Δ. Μετά δε τον θάνατο του πατέρα του ενάγοντος στις 7-11-2007 η επικαρπία αυτού συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και έτσι ο ενάγων κατέστη πλήρης κύριος και νομέας των προπεριγραφόμένων ακινήτων, των οποίων κύριος και νομέας ήταν ο δικαιοπάροχος του.

Επίσης, δυνάμει του ...1991 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ Β. ΙΣΤΙΑΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" μεταβίβασε στον ενάγοντα, λόγω πώλησης, κατά κυριότητα νομή και κατοχή, ένα ακίνητο του οποίου ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος, που έχει επιφάνεια 13.570 τ.μ., μετά των εντός αυτού τριών πεπαλαιωμένων ασκεπών και κατεδαφιστέων κτισμάτων, τα οποία σήμερα αποτελούν δύο οικίες, η μεν πρώτη επιφανείας 152 τ.μ.

με υπόγεια αποθήκη επιφανείας 130 τ.μ., η δε δεύτερη επιφανείας 137 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της Κοινότητας Αγίου του Δήμου Λουτρών Αιδηψού, εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α στο προσαρτημένο στο ως άνω συμβόλαιο από Ιουνίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Δ. και συνορεύει κατά το ως άνω σχεδιάγραμμα βόρεια επί προσώπου Α-Β μήκους μέτρων 118 με κοινοτικό δρόμο πλάτους 6 μέτρων, ανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους μέτρων 115 με ...

ιδιοκτησίας αγνώστων, νότια επί πλευράς Γ-Δ μήκους μέτρων 118 με χέρσον ακίνητο ιδιοκτησίας αγνώστων και δυτικά επί πλευράς Α-Δ μήκους μέτρων 115 με χέρσον ακίνητο ιδιοκτησίας αγνώστων. Έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος και νομέας και του ακινήτου αυτού. Αυτός δε, από την μεταβίβαση σ’ αυτόν των ανωτέρω ακινήτων νεμόταν αυτά, τα μεν ευρισκόμενα στην Αθήνα και στην Κηφισιά μέσω του επικαρπωτή πατέρα του, ο οποίος τα χρησιμοποιούσε ως κατοικία του, το δε ευρισκόμενο στην Εύβοια μέσω του πατέρα του, στον οποίο το έχει παραχωρήσει, χωρίς αντάλλαγμα , προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως εξοχική του κατοικία 2007.

Ο παραπάνω αποβιώσας, όπως προεκτέθηκε, στις 17-11-2007, πατέρας του ενάγοντος, κατά το χρόνο του θανάτου του, άφησε την από 20-3-2007 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αρ. 1106/22-2-2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την διαθήκη αυτή εγκατέστησε κληρονόμους του, τους εξ αίματος συγγενείς του, στη δε εναγομένη σύζυγο του άφησε όσες παροχές τις έκανε εν ζωή και την επικαρπία των μετοχών του στην εταιρεία "Μ.

ΑΕΤΕ". Μετά το θάνατο, όμως, του ανωτέρω, ενόψει του ότι η εναγομένη θεωρούσε ότι με τη διαθήκη που άφησε ο αποβιώσας σύζυγος της θίγεται η νόμιμη μοίρα της, δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης σχετικά με τα κληρονομικά τους δικαιώματα επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα και συζύγου τους αντίστοιχα.

Με σκοπό τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ τους, οι διάδικοι υπέγραψαν, κατόπιν διαπραγματεύσεων, το από 23-4-2008 "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ (ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ)", δυνάμει του οποίου συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, ότι θα μεταβιβαστούν κατά κυριότητα στην εναγομένη τα αναφερόμενα σ’ αυτό ακίνητα και κινητά, ότι η εναγομένη θα παραμείνει για τρία (3) έτη από την ημερομηνία θανάτου του συζύγου της και πατέρα του ενάγοντος, ήτοι από 17-11-2007, χωρίς να υποχρεούται στην καταβολή μισθώματος, στο διαμέρισμα που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ..., ότι μετά την παρέλευση των ως άνω τριών ετών θα παραλάβει διάφορα έπιπλα και σκεύη από τις ευρισκόμενες στην Αθήνα και στην Κηφισιά οικίες και ότι θα λάβει κατά πλήρη κυριότητα το ευρισκόμενο στην ...

της Κοινότητας Αγίου του Δήμου Λουτρών Αιδηψού ακίνητο και ότι όλα τα υπόλοιπα κληρονομιαία αντικείμενα θα περιέλθουν στον ενάγοντα. Το ανωτέρω συμφωνητικό συμβιβασμού, ενόψει του ότι δεν έχει ως αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα αναφερόμενα σ’ αυτό ακίνητα, ώστε να απαιτείται η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου, αλλά μόνο την ρύθμιση της χρήσης τους και την αναγνώριση δικαιωμάτων, εγκύρως συντάχθηκε με ιδιωτικό έγγραφο και παρήγαγε τα αποτελέσματα του.

Από το περιεχόμενο του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, προκύπτει, ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να παραμείνει η εναγομένη για ορισμένο χρόνο στην κατοχή των ευρισκόμενων στην Αθήνα οριζοντίων ιδιοκτησιών και του ευρισκομένου στην Κηφισιά οικοπέδου με την εντός αυτού οικία. Επιπλέον δε, αν και δεν αναφέρεται στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε, όπως αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν, να παραμείνει και το ευρισκόμενο στην Εύβοια ακίνητο στην κατοχή της εναγομένης μέχρι την μεταβίβαση του σ’ αυτήν.

Επομένως, στο πλαίσιο του ως άνω εξώδικου συμβιβασμού και ως όρος αυτού καταρτίστηκε, μεταξύ των διαδίκων, όσον αφορά τα προαναφερόμενα ακίνητα, σύμβαση χρησιδανείου. Στη συνέχεια, ο ενάγων με την από 1-10-2008 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 6-10-2008, κάλεσε την εναγομένη να ορίσει Συμβολαιογράφο για να συνταχθούν και υπογραφούν, σύμφωνα με τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, τα μεταβιβαστικά συμβόλαια των αναφερομένων στο συμφωνητικό συμβιβασμού ακινήτων.

Η εναγομένη, όμως, με την από 29-10-2008 εξώδικη απάντηση-πρόσκληση, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 30-10-2008, απαντώντας στην εξώδικη δήλωση - πρόσκληση του, ανέφερε σ’ αυτόν ότι το από 23-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό έχει καταστεί ανίσχυρο, αφενός μεν γιατί μετά την υπογραφή του περιήλθαν σε γνώση της νέα στοιχεία που επαυξάνουν την κληρονομική της μερίδα , γεγονός που του γνωστοποίησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συνάντηση της 17-7-2008, κατά την οποία ζήτησε μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου της να προσδιοριστούν εκ νέου τα περιουσιακά στοιχεία που θα περιέλθουν σ’ αυτή, αφετέρου δε λόγω της έγγραφης δήλωσης, που εγχειρίστηκε κατά την ίδια ως άνω συνάντηση, στον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με την οποία ο ενάγων αποδεσμευόταν από τον ανωτέρω συμβιβασμό.

Με την ίδια ως άνω εξώδικη απάντηση-πρόσκληση η εναγομένη κάλεσε τον ενάγοντα σε νέα συμφωνία και αποδοχή της πρότασης που είχε ήδη γνωστοποιήσει σ’ αυτόν. Με την ως άνω εξώδικη δήλωση, δηλαδή, η εναγομένη αναφέρει ότι ο ενάγων της απηύθυνε πρόταση να μην ισχύσει η συμφωνία που περιελήφθη στο από 23-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, γεγονός που ο ενάγων δεν αρνείται.

Με την ίδια ως άνω εξώδικη δήλωση της η εναγομένη δήλωσε στον ενάγοντα, μεταξύ άλλων, ότι θεωρεί και η ίδια ανίσχυρο τον ως άνω συμβιβασμό, χωρίς να εξαιρεί από τη δήλωση της αυτή κάποιους από τους όρους της καταρτισθείσας μεταξύ τους συμβιβαστικής συμφωνίας, αποδεχόμενη έτσι την απευθυνόμενη σ’ αυτήν πρόταση του ενάγοντα να μην ισχύσει η ειρημένη συμφωνία, η οποία (πρόταση) εξακολουθούσε να δεσμεύει τον ενάγοντα, αφού δεν είχε παρέλθει ο χρόνος που κατά τις περιστάσεις, ήτοι της σοβαρότητας του αντικειμένου της, αυτός όφειλε να αναμένει την αποδοχή της εναγομένης.

Έτσι επήλθε σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων να καταργηθεί η συμφωνία που περιελήφθη στο από 23-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό. Για το λόγο αυτό, εξάλλου η εναγομένη άσκησε κατά του ενάγοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αρχικά από την 21-11-2008 (αριθ. καταθ. δικογρ. 10944/2008) αγωγή και ακολούθως, αφού παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης, την από 17-7-2009 (αριθ.

καταθ. δικογρ. 7906/2009) αγωγή, με την οποία ζητεί, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί το κληρονομικό της δικαίωμα (νόμιμη μοίρα) επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της και πατέρα του ενάγοντος. Εφόσον, επομένως, ο από 23-4-2008 συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων καταργήθηκε με νεώτερη μεταξύ τους συμφωνία, έληξε και η περιληφθείσα σ’ αυτόν παρεπόμενη σύμβαση χρησιδανείου, η οποία συνομολογήθηκε στο πλαίσιο του καταργηθέντος συμβιβασμού ως όρος αυτού και προς εξυπηρέτηση του και όχι αυτοτελώς και ανεξάρτητα από αυτόν.

Κατόπιν τούτου, ο ενάγων κάλεσε την εναγομένη να του αποδώσει τη νομή των ακινήτων που αποτέλεσαν αντικείμενο της σύμβασης χρησιδανείου, η οποία δεν ήταν πια ενεργός. Η εναγομένη, όμως, αρνείται να του αποδώσει τα ακίνητα αυτά, υποστηρίζοντας αβάσιμα ότι δεν καταργήθηκε η σύμβαση συμβιβασμού, ούτε έτσι έληξε το χρησιδάνειο που λήγει στις 18-11-2010, κατ’ αυτήν, προσβάλλοντας έτσι τη νομή του ενάγοντος επ’ αυτών με αντιποίηση της νομής του και αποβάλλοντας τον από αυτήν.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ’ ουσία και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε την ένδικη αγωγή και ως βάσιμη κατ’ ουσία. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 341 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ’ αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι: "Η εναγομένη αρνείται να του αποδώσει τα ακίνητα αυτά, υποστηρίζοντας αβάσιμα ότι δεν καταργήθηκε η σύμβαση συμβιβασμού, ούτε έτσι έληξε το χρησιδάνειο που λήγει στις 18-11-2010, κατ αυτήν, προσβάλλοντας έτσι τη νομή του ενάγοντος επ’ αυτών με αντιποίηση της νομής του και αποβάλλοντας τον από αυτήν".

Όμως, η αναιρεσείουσα ουδέποτε υποστήριξε ότι δεν καταργήθηκε με νεότερη συμφωνία ο περιεχόμενος στο από 23/4/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμός. Αντίθετα, όπως η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, άσκησε αγωγή με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος στις 17/11/2007 συζύγου της και πατέρα του αντιδίκου.

Αντίθετα ισχυρίστηκε ότι δεν έληξε ο χρόνος απόδοσης του χρησιδανείου, ήτοι η τριετία από το θάνατο του κληρονομουμένου, που λήγει στις 18/11/2010, γιατί η συμφωνία του χρησιδανείου των ακινήτων δεν ήταν παρεπόμενη αλλά αυθύπαρκτη και αυτοτελής σύμβαση που δεν καταργήθηκε με κανέναν τρόπο. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος αφού αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή το Εφετείο απέρριψε λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή παραπονούταν ότι αναρμοδίως κατά τόπο δίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το τρίτο ακίνητο το οποίο βρισκόταν στο Δήμο Λουτρών Αιδηψού και κατά τόπο αρμόδιο ήταν το Πρωτοδικείο Χαλκίδας, πλην όμως λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται επί παραβάσεως της κατά τόπο αρμοδιότητας (ΑΠ 1529/1991) και επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο απέρριψε λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο παραπονούταν ότι έπρεπε να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ επειδή η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Η διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3919/2011 "Αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας, κατάργηση αδικαιολογήτων περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων", η οποία ισχύει, κατ’ αρθρ. 10 παρ.2 αυτού, από 2/7/2011 ορίζει "1. Οι προβλεπόμενοι στην ισχύουσα νομοθεσία περιορισμοί που αφορούν στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων πέραν εκείνων των επαγγελμάτων για τα οποία διαλαμβάνεται ρύθμιση στο κεφάλαιο Β’ του παρόντος καταργούνται μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος (που έγινε στις 2/4/2011). 2.

Ως περιορισμοί κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου νοούνται οι εξής: θ) Η επιβολή υποχρεωτικών κατώτατων τιμών ή αμοιβών για τη διάθεση αγαθών ή την προσφορά υπηρεσιών, είτε αυτές ορίζονται ευθέως είτε προσδιορίζονται εμμέσως με την εφαρμογή συντελεστή ή με άλλο ποσοστιαίο υπολογισμό". Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 6 του νόμου αυτού, το οποίο ρυθμίζει τα των δικηγόρων ορίζονται α) Η παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων αντικαθίσταται ως εξής: "1.

Τα της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες, οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικων νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές.

Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα Δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα μετά οριζόμενα στο άρθρο 178 παράγραφος 1. Επίσης βάσει αυτών προσδιορίζεται η αμοιβή του διοριζόμενου Δικηγόρου υπηρεσίας επί παροχής νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (ΦΕΚ 24 Α’ ) ή επί διορισμού Δικηγόρου κατά το άρθρο 200 του Κ.Πολ.Δ.

σε περίπτωση παροχής ευεργετήματος πενίας ή επί αυτεπάγγελτου διορισμού Δικηγόρου σε ποινικές υποθέσεις όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123. 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε "ελάχιστα όρια αμοιβών" ή "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές", νοούνται εφεξής οι "νόμιμες αμοιβές" κατά την έννοια των προηγούμενων εδαφίων.

Από τις οριζόμενες στην κ.υ.α. υπ’ αριθμ. 1117864/2297/Α0012/7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 ΕΓ) ως υποχρεωτικές "ελάχιστες αμοιβές", εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως "νόμιμες αμοιβές" κατά τη ρύθμιση των προηγούμενων εδαφίων, μόνον εκείνες (του Κεφαλαίου I "Παραστάσεις σε Δικαστήρια"), οι οποίες αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή της δίκης ή διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας.

Μετά την ισχύ της πιο πάνω κ.υ.α δεν (καταργήθηκε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 100 του Κ.Δ. (ν.δ. 3026/1954) ποσοστιαίος υπολογισμός της αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, όμως ο υπολογισμός αυτός ρητώς καταργήθηκε από τον χρόνο ισχύος του ν. 3919/2011 (2/7/2011), καθεστώς που διήρκεσε μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Κ.Δ. (ν. 4194/2013) στις 27/9/2013.

Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι 4μηνο από τη δημοσίευση του (2/3/2011), δηλαδή τις δίκες που γίνονται από 2/7/2011 και εφεξής με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 καταργήθηκε η ελάχιστη αμοιβή των δικηγόρων κι’ έτσι από 2/7/2011, τα της αμοιβής των δικηγόρων καθορίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του υπόψη άρθρου που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 92 του Κώδικας Δικηγόρων, δηλαδή η αμοιβή αυτή πλέον καθορίζεται, είτε με βάση τις έγγραφες συμφωνίες με τους εντολείς τους, είτε με βάση τις νόμιμες αμοιβές όπως ισχύουν.

Στην παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 προβλέπονται και ισχύουν ως "νόμιμες αμοιβές" και αυτές που ορίζονται για Παραστάσεις σε Δικαστήρια και την στην πιο πάνω κ.υ.α υπ’ αριθ.β 1117864/2297/Α0012/7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β), σύμφωνα με την οποία πρέπει να γίνει από το δικαστήριο, η επιδίκαση των δικαστικών εξόδων. Κατά την τελευταία αυτή κ.υ.α.

η αμοιβή για αγωγή, παράσταση και προτάσεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο, τακτική διαδικασία, για ποσό από 234.776 ευρώ και άνω είναι (171+235+363=) 769 ευρώ και στο Εφετείο παράσταση και προτάσεις του εφεσίβλητου (192+214=) 406 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, το μεν έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο με βάση την αξία των επιδίκων ακινήτων των 4.000.000 ευρώ, ορθώς επέβαλε εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου 65.000 ευρώ, το δε επέβαλε το ίδιο εις βάρος της δικαστική δαπάνη του αντιδίκου για την συζήτηση στον δεύτερο βαθμό το ποσό των 80.000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, που αφορούσε τη δικαστική δαπάνη που επέβαλε στην αναιρεσείουσα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού οι ως άνω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες, δεδομένου ότι τα έξοδα της πρωτόδικης δίκης έγιναν πριν από την ισχύ των διατάξεων αυτών, ενώ έσφαλε επιβάλλοντας το ίδιο δικαστική δαπάνη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και χωρίς καμία αιτιολογία για την ύπαρξη ή μη έγγραφης συμφωνίας για την αμοιβή της διεξαγωγής της δίκης ενώπιων του Εφετείου.

Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι κατά ένα μέρος βάσιμος και δη κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τη δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα στην κατ’ έφεση δίκη.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τη διάταξη της περί δικαστικής δαπάνης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός απ’ αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσίβλητου λόγω της μερικής νίκης της, σύμφωνα με τα άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος την 5336/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά τη διάταξη αυτής που αφορά τη δικαστική δαπάνη.

Παραπέμπει την υπόθεση αυτή κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός απ’ αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ