Legislator Case Law & Legislation
900/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal was inadmissible due to improper service timing.

Case Number 900/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a traffic accident liability case. The appellant argued the appeal was inadmissible because the lower court had considered a contributory negligence defense not formally proposed by the insurance company. The court rejected this argument, stating the lower court properly examined the accident conditions and liability allocation after the appellant's own appeal raised the issue, rendering the appellant's procedural objection baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 75, 564, and 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if not filed within the statutory time limit or if the lower court has already examined the merits of a defense raised by the appellant during the appeal process, making the subsequent procedural objection without merit.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal service of judgment contributory negligence traffic accident liability Code of Civil Procedure procedural defect court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 75 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 910/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 900 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 900/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τσαμούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία-Λούλα Πρωτοπαπά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/8/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 10/10/2003 αγωγή του πρώτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 830/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1713/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/6/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 9/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας η μεταξύ των περισσοτέρων ομοδίκων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διαφορών σε μία δίκη. Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζονται από τη δικαιολογητική σχέση του άλλου, ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας η επίδοση της απόφασης από κάποιο ή προς κάποιο από τους ομοδίκους κινεί την προθεσμία της αναίρεσης μόνο κατά του επιδόσαντος και εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση, όχι δε και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν κοινοποίησαν ή προς τους οποίους δεν κοινοποιήθηκε η ίδια απόφαση (ΑΠ 910/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 564 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 9 Ιουνίου 2009 αίτηση αναίρεσης, ο αναιρεσείων' ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση 1713/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισης του, και η οποία αφού δέχθηκε έφεση του, δίκασε επί της αγωγής του και επί της αντίθετης αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου δέχθηκε αυτές ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμες, κρίνοντας ότι και οι δύο είναι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος.

Η κρινόμενη αναίρεση έχει ασκηθεί στις 10-6-2009, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στο επίσημο αντίγραφο, έκθεση κατάθεσης ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους, λαμβανόμενο όμως υπόψη και αυτεπαγγέλτως, αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης 1713/2006 Εφετείου Θεσσαλονίκης με την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης....

και παραγγελία προς επίδοση της πληρεξούσιας δικηγόρου του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Ελένης Μοσχούρη-Τοκμακίδου προκύπτει ότι η απόφαση αυτή (προσβαλλόμενη) επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, Ψ1, ο οποίος συνδέεται με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με σχέση απλής ομοδικίας, στις 31-10-2006, οπότε άρχισε η διαδρομή της προθεσμίας των τριάντα ημερών ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, αλλά και ως προς τον αναιρεσείοντα για την άσκηση κατ' αυτού αναίρεσης.

Η αναίρεση, επομένως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου Ψ1, ασκήθηκε πολύ μετά την πάροδο της προθεσμία των τριάντα ημερών (δύο και πλέον έτη), και συνεπώς είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

II. Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στη προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα.

Ο αναιρεσείων άσκησε την από 29 Αυγούστου 2003 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ιστορούσε ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη τις νυκτερινές ώρες της 31 Ιουλίου 2003 και το οποίο οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που οδηγούσε ο ίδιος, υπέστη σοβαρές φθορές και βλάβες που καθιστούσαν ασύμφορη την επισκευή του, και ζήτησε την αποκατάσταση της ζημιών του και την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τους εναγομένους (υπαίτιο οδηγό και ασφαλιστική εταιρία που ασφάλιζε το ζημιογόνο αυτοκίνητο).

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε και αυτός την από 10-10-2003 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής εταιρίας ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, στην οποία ιστορούσε ότι το ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου-αναιρεσείοντος και ζητούσε και αυτός την αποκατάσταση της ζημίας του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης συνεκδίκασε τις δύο αγωγές και με την 830/2005 απόφαση του έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο αναιρεσείων και ακολούθως απέρριψε την αγωγή του ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ο αναιρεσείων (ενάγων-εναγόμενος στην πρωτόδικη δίκη) και η ασφαλιστική ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ (εναγομένη στην αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου) άσκησαν την από 11 Μαρτίου 2005 έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης με τον πρώτο λόγο της οποίας παραπονούνταν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την μη παραδοχή του αγωγικού ισχυρισμού για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναρεσίβλητου, ενώ με τον τρίτο λόγο αυτής ότι από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας που είχαν προβάλλει επικουρικά.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, και κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Στις ...και ώρα 1.30'τη νύκτα το με αριθμ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ψ1 που οδηγούσε ο ίδιος και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία *Ιντεραμέρικαν*, εκινείτο επί της οδού ....

Στη διασταύρωση της άνω οδού με την οδό ..., σε κάποια στιγμή, οι εκεί φωτεινοί σηματοδότες, είχαν ένδειξη κόκκινου σήματος για την πορεία του άνω αυτοκινήτου, την οποία, όμως, ο Ψ1 παραβίασε και εισήλθε ανέλεγκτα στη διασταύρωση. Ενώ βρισκόταν στο μέσον αυτής, το όχημά του συγκρούστηκε με το υπ' αριθμ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ1, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία *Φοίνιξ-Μετρολάιφ* και εκινείτο επί της οδού ..., προς το κέντρο της πόλεως, δηλαδή δεξιά σε σχέση με την πορεία του Ψ1.

Η σύγκρουση αυτή, κατά την οποία το όχημα του Χ1 επέπεσε με το εμπρόσθιο (και αριστερό) τμήμα του στο εμπρός δεξιό μέρος του οχήματος του Ψ1, οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κυρίως και συγκεκριμένα, σε ποσοστό 70% στην αμελή οδική συμπεριφορά του Ψ1 ο οποίος δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή του να διακόψει την πορεία του οχήματος του προ του φωτεινού σήματος, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση, με αποτέλεσμα την προπεριγραφείσα σύγκρουση.

Κατά το υπόλοιπο ποσοστό (30%) κρίνεται συνυπαίτιος και ο οδηγός Χ1, διότι εκινείτο με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύκτα, διασταύρωση, φανάρια κλπ), η οποία υπολογίζεται πολύ πάνω από τα 50 χιλ/ώρα, αν ληφθεί υπόψη ότι η σύγκρουση (πρόσκρουση) ήταν σφοδρή, σε σημείο που άνοιξαν οι αερόσακοι του οχήματος Χ1, και ότι τα δύο οχήματα υπέστησαν σημαντικές υλικές ζημίες (θεωρούνται ολοσχερώς καταστραμένα, όπως θα εκτιμηθεί παρακάτω) και μάλιστα το όχημα του Ψ1, εκτινάχθηκε εμπρός αριστερά και προσέκρουσε σε άλλα οχήματα.

Επομένως, γίνεται δεκτή η ένσταση συνυπαιτιότητας (300 ΑΚ) που πρόβαλαν οι εναγόμενοι της κάθε αγωγής". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής του εταιρίας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που, όπως αναφέρεται παραπάνω είχε κρίνει, ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο αναιρεσείων, και προχώρησε στην εξέταση των αγωγών κατά τα κεφάλαια της ζημίας.

Με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την ένσταση συνυπαιτιότητας, ενώ οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν προτείνει την ένσταση αυτή. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο εξέτασε το κεφάλαιο για τις συνθήκες του ατυχήματος και τον καταλογισμό της υπαιτιότητας μετά από την άσκηση της έφεσης του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής του εταιρίας και εξαφάνισε την πρωτόδικη μετά την παραδοχή της ενστάσεως συνυπαιτιότητας που είχαν προβάλει με τον τρίτο λόγο αυτής, παραδοχή που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό για το κεφάλαιο της υπαιτιότητας.

Ο λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι απορριπτέος και ακολούθως η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 για αναίρεση της 1713/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ