Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment and contract breach claims regarding property defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by six individuals against a lower court judgment involving a property dispute. The appellants argued for unjust enrichment and contract breach, while the appellee company claimed knowledge of defects prevented liability. The court rejected the appeal because the legal grounds were insufficiently defined and the specific conditions for unjust enrichment were not met.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904, 516, 380, 505, 559, 562 of the Civil Code; Article 118, 566, 577 of the Civil Procedure Code: An appeal must clearly specify the legal error to be admissible, and unjust enrichment claims fail when the recipient knew of defects preventing the transfer of clear title.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 900 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 900/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5.Χ5 και 6. Χ6. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "........ ΟΕ" που εδρεύει στη ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/1996 προδικαστική, 96/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 394/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-3-2006 αίτησή τους και τους από 20-3-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, ανέγνωσε την από 2-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και την απόρριψη αυτού κατά το έτερο καθώς και την απόρριψη του προσθέτου λόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 904 ΑΚ για τη γένεση της αξίωσης προς απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, απαιτείται να έγινε ο λήπτης πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 516 εδαφ. α' ΑΚ που ορίζει ότι "ο πωλητής δεν ευθύνεται για τα νομικά ελαττώματα που υπάρχουν κατά το χρόνο της πώλησης, αν ο αγοραστής τα γνώριζε", προκύπτει ότι, η γνώση του ελαττώματος από τον αγοραστή, μεταβάλλει την μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του πωλητή που απορρέει από την ΑΚ 514, να μεταβιβάσει δηλαδή το αντικείμενο της πώλησης ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου, σε ανυπαίτια, οπότε στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, που ρυθμίζει το ζήτημα της ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις.
Βασική συνέπεια εφαρμογής της διάταξης αυτής, είναι η απαλλαγή αμφοτέρων των συμβληθέντων δηλαδή τόσο του πωλητή όσο και του αγοραστή από την υποχρέωση εκπλήρωσης των παροχών τους. Αν ο δανειστής της αδύνατης παροχής δηλαδή ο αγοραστής, είχε ήδη καταβάλει τη δική του παροχή, η μεταγενέστερη απόσβεση της υποχρεώσεώς του σημαίνει ότι εκλείπει η νόμιμη αιτία της περιουσιακής αυτής μετακίνησης και επομένως ο οφειλέτης της αδύνατης παροχής, δηλαδή ο πωλητής, έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του αντισυμβαλλομένου του.
Κατά ρητή δεν πρόβλεψη στη διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, τεθείσα προς άρση πάσης αμφιβολίας ότι πράγματι στην περίπτωση αυτή ελλείπει η κατά το άρθρο 904 ΑΚ νόμιμη αιτία διατηρήσεως του πλουτισμού και ότι αυτός πρέπει να επιστραφεί, ορίζεται ότι ο αντισυμβαλλόμενος αναζητεί την τυχόν καταβληθείσα αντιπαροχή του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζον επί της από 7-2-1994 αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την οποία αυτή, επικαλούμενη την ύπαρξη νομικού ελαττώματος του πωληθέντος σ' αυτήν από τον αποβιώσαντα δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων ακινήτου και ειδικότερα έλλειψη κυριότητας επ' αυτού του ανωτέρω πωλητή, ζήτησε αποζημίωση και επικουρικά, την απόδοση του καταβληθέντος για την αγορά τιμήματος κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και την δέχθηκε ως προς την επικουρική.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της υπό των αναιρεσειόντων εκ του άρθρου 515 ΑΚ προβληθείσης ενστάσεως, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη αγοράστρια εταιρεία γνώριζε θετικά κατά τη σύναψη της πωλήσεως την έλλειψη κυριότητας επί του ακινήτου του πωλητή Χ, δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με συνέπεια να αναιρείται η ευθύνη εκείνου (πωλητή) και να μη δικαιούται η αναιρεσίβλητη αποζημιώσεως.
Περαιτέρω όμως το Εφετείο, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και επιδίκασε το καταβληθέν για την αγορά του ακινήτου τίμημα, με την ειδικότερη παραδοχή ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Χ που εισέπραξε στις 22-8-1988 το τίμημα των 19.000.000 δραχμών που του κατέβαλε η ενάγουσα έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της, αφού δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία δόθηκε το ποσό αυτό (μεταβίβαση της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου ελεύθερης από κάθε δικαίωμα τρίτου).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ την οποία εφάρμοσε, αναφορικά με την λήξη της αιτίας που δικαιολογούσε την απόδοση του τιμήματος. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ, με την μη αυτεπάγγελτη από το Εφετείο εφαρμογή αυτής, λόγω του χαρακτήρα της ως ενστάσεως καταχρηστικής, κατ' αποδοχή της οποίας, η αναζήτηση του καταβληθέντος από την αναιρεσίβλητη τιμήματος, φέρουσα τον χαρακτήρα απαιτήσεως αχρεωστήστου αποκλείεται, διότι αυτή γνώριζε κατά την καταβολή ότι δεν υπήρχε χρέος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως, εφόσον κατά τις παραδοχές του εφετείου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, σε κάθε περίπτωση δε, διότι δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο, ούτε άλλωστε πρόβαλαν την ένσταση αυτή στο Εφετείο, επίκληση αναγκαία ακόμη και στην περίπτωση αυτεπάγγελτης λήψη υπόψη της ενστάσεως, εφόσον δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.
ΚΠολΔ.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ εμπίπτει η αιτίαση που προβάλλεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί σε ποιον από τους προβλεπόμενους περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η αιτίαση που προβάλλεται, γι' αυτό και ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2006 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5 και Χ6 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 394/2005 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12-3-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21-4-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ